Είναι γεγονός ότι άπαντες έχουν τις προτιμήσεις τους, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με μουσική. Πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με chiptunes, με μουσική που παράγεται από τα soundchips retro υπολογιστών, εκεί όπου το κοινό, πέρα από την (εξ' ορισμού υπάρχουσα) ανθρώπινη ιδιοτροπία διαθέτει επιπλέον την παραξενιά του μεσήλικα - και την όποια κουφαμάρα αυτού - συνεπικουρούμενη από την "ιδιαιτερότητα" (για να το θέσω κομψά) της σκέψης του retro lover. Μιλάμε για κλασική περίπτωση βλάβης, που θα έλεγε και μια ψυχή.
Πολύ πριν (όχι στ' αλήθεια, αλλά έτσι ακούγεται καλύτερα) εμφανιστεί η Amiga με την Paula και μας χαρίσει εξαίσια soundtracks (Menace, Hybris, Shadow of the Beast, Agony κλπ) μεσουρανούσε ένας υπολογιστής ο οποίος έφερε πραγματικά τα πάνω-κάτω σε ό,τι είχε να κάνει με της ηχητικές δυνατότητες των home computers. Φυσικά και αναφέρομαι στον Commodore 64, τον Big Daddy, το απόλυτο ίσως retro μηχάνημα και ταυτόχρονα τον πλέον μοσχοπουλημένο προσωπικό υπολογιστή όλων των εποχών. Όπως λογικά θα γνωρίζετε, το custom chipset του 64άρη αποτελούσαν το chip των γραφικών (VIC-II) και το μοναδικό και ανεπανάληπτο soundchip Sound Interface Device (για τους φίλους SID). Πόσα και πόσα chiptunes δεν δημιουργήθηκαν για το SID, καθιστώντας τον 64άρη ένα home synthesizer την εποχή που ο τυπικός υπολογιστής περιοριζόταν σε μπιπ και ζαπ και ίσως και σε κάποια πρωτόλεια μονοκάναλα τραγουδάκια.
Στον μουσικό οργασμό, την επανάσταση των chiptunes που ακολούθησε την κυκλοφορία του Commodore 64, εμφανίστηκαν δεκάδες μουσικοί/coders οι οποίοι, όχι μόνο προσπάθησαν να φτάσουν το SID εκεί όπου δεν είχε φτιαχτεί να πάει, αλλά και δημιούργησαν ασύλληπτου κάλους πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις. Κατά κοινή ομολογία, ο κορυφαίος αυτών, ο θεός ανάμεσα στους ημίθεους, ήταν ο μοναδικός Rob Hubbard στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν σε παλιότερες αναρτήσεις μου (δείτε εδώ). Αν στα πλαίσια της rock μουσικής μπορεί ακόμα να υπάρχει - και θα υπάρχει για πάντα, εδώ που τα λέμε - διαμάχη για το αν οι απόλυτοι θεοί ήταν οι Beatles, οι Pink Floyd, οι Led Zeppelin, οι Rolling Stones ή κάποια άλλα μεγαθήρια του μουσικού στερεώματος, στο πεδίο των chiptunes δε νομίζω ότι υφίσταται άλλος καλλιτέχνης που να έχει να επιδείξει τον συνδυασμό ποιότητας και ποσότητας που έχει στο παλμαρέ του με τα έργα του ο Rob Hubbard. Not even close.
Ο λόγος που καταπιάστηκα και πάλι με τον αγαπημένο μου μουσικό δεν είναι άλλος από ένα βιντεάκι που πέτυχα στο YouTube, από τον επονομαζόμενο Swedish Wargoat, που είναι ένα mix με τα 20 καλύτερα (για τον ίδιο) SID tunes του Rob. Φυσικά υπάρχουν και πολλά άλλα αντίστοιχα βιντεάκια, αλλά η διαφορά είναι ότι το συγκεκριμένο α) έχει καλή ποιότητα, β) έχει επαρκή διάρκεια και γ) με βρίσκει σχεδόν απόλυτα σύμφωνο ως προς την επιλογή των tunes. Χωρίς περαιτέρω πολυλογία λοιπόν σας αφήνω με το εν λόγω video για να απολαύσετε το SID να σολάρει (χωρίς την παραμικρή υπερβολή) αναπαράγοντας τις μελωδίες του απόλυτου chiptune composer. Γιατί, όπως έγραψα και στον τίτλο της ανάρτησης, ο συνδυασμός SID και Rob είναι σαν να έχουμε να κάνουμε με κάτι αντίστοιχο των Pink Floyd στον χώρο των chiptunes. Και όποιος αντιλαμβάνεται το πραγματικό μέγεθος της διάσημης αγγλικής rock μπάντας, καταλαβαίνει.
Εντάξει, τι να λέμε τώρα: ο άνθρωπος είναι για την μουσική του Commodore 64 ό,τι οι Beatles, οι Rolling Stones και οι Led Zeppelin μαζί για τη μουσική γενικότερα. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με ποιότητα, αλλά και με ποσότητα. Πολλοί υπέροχοι μουσικοί μας χάρισαν θεσπέσια chiptunes στον 64άρη ξεζουμίζοντας το SID (Martin Galway, Ben Daglish, Tony Crowther κ.ά.) αλλά αυτό το πράγμα που συμβαίνει με τον Rob Hubbard είναι ασύλληπτο: να ξέρεις ότι είναι ο καλύτερος, ο The Man, ο God amongst humans, και να συνεχίζει να σε εκπλήσσει ακόμα και σήμερα, όταν ανακαλύπτεις μία ακόμα δουλειά του που δεν γνώριζες ή που δεν της είχες δώσει την πρέπουσα σημασία.
Αυτό ακριβώς μου συνέβη με το tune του Warhawk στον Commodore 64, αλλά και στα 8μπιτα μηχανήματα της Atari. Το παιχνίδι της Firebird ήταν επιεικώς μέτριο, ένα shoot 'em up με κάποια καλά στοιχεία και πολύ περισσότερα κουσούρια, όπως άλλωστε ήταν (σχεδόν) ο κανόνας στα παιχνίδια του είδους στον 64άρη μέχρι που εμφανίστηκε η Sarah Jane Avory και... μας πήρε και μας σήκωσε!
Αλλά το θέμα μας εδώ δεν είναι το παιχνίδι αυτό καθαυτό, αλλά η μουσική του. Το tune του Warhawk είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό δείγμα του αστείρευτου ταλέντου του Rob Hubbard, συνεπικουρούμενου από τις... εξωφρενικές δυνατότητες του SID. Καθαρότητα, μελωδία, ρυθμός, πολυφωνίες, όλα είναι εδώ στις κατάλληλες δόσεις για να δώσουν μαθήματα σε όσους μπορούν να κατανοήσουν (ίσως να θυμάστε την γκρίνια μου τις προάλλες για τα soundtracks των σύγχρονων demos). Θα μπορούσα λοιπόν να σταματήσω εδώ, και να σας αφήσω να απολαύσετε αυτό:
Όμως όχι, έχουμε κι άλλο. Βλέπετε, σα να μην έφτανε το γεγονός ότι ο Rob έπαιζε το SID στα... δάχτυλα, ο άνθρωπος, ως μέγιστος composer/coder είχε την ικανότητα να κάνει παπάδες και με άλλα soundchips. Έτσι λοιπόν επιμελήθηκε την μουσική του Warhawk και στην έκδοση για τα 8μπιτα μηχανάκια της Atari, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που όχι μονάχα κάνει το περίφημο POKEY να δείχνει τα δόντια του στο SID, αλλά και το οποίο σε κάποια σημεία θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι ανώτερο αυτού του Commodore 64! Τι, δεν με πιστεύετε; Ιδού:
Αυτά προς το παρόν. Δεν ξέρω ποια έκδοση από τις 2 εκδόσεις προτιμάτε εσείς, αλλά το σίγουρο είναι πως όποια κι αν επιλέξετε αποκλείεται να κάνετε λάθος! Εν τω μεταξύ εγώ μάλλον θα αρχίσω να μελετάω ενδελεχώς τις δουλειές του Rob, γιατί κάτι μου λέει ότι τα αριστουργηματικά chiptunes του ξεχωριστού αυτού καλλιτέχνη είναι πολλά περισσότερα από αυτά που (ορθώς) ανέδειξα μέσα από τη σειρά αναρτήσεων για τα καλύτερα tunes του Commodore 64...
Miner Willy & Monty: πως οι δύο πιο αναγνωρίσιμοι ήρωες των παιχνιδιών των ZX Spectrum και Commodore 64 συναντιόνται στο εύφορο έδαφος των 8bit υπολογιστών της Atari
Μάλιστα, αυτά είναι. Τίτλος-σιδηρόδρομος. Σαν κάτι αναρτήσεις σε websites "γενικού ενδιαφέροντος" που είναι τόσο πολύ ψαγμένες, που ο (clickbait) τίτλος είναι μεγαλύτερος από το θέμα του ανεπτυγμένο. Μην φοβάστε, εδώ δεν θα συμβεί αυτό, καθώς, αν μη τι άλλο, φημίζομαι για την (γραπτή) πολυλογία μου!
Πριν από 2-3 εβδομάδες περίπου απέκτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν κλασικό εκπρόσωπο του 8bit computing των 80s, ένα από τα πολλά μηχανήματα που "χτίστηκαν" πάνω στον 6502 της MOS Technology, και, τέλος, έναν υπολογιστή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια "μικρή Amiga", καθώς κουβαλάει την κληρονομιά - και το chipset - του (μεγάλου) Jay Miner.
Αναφέρομαι στον Atari 800XL που πήρα από τον καλό φίλο Δημήτρη (dimfil). Ένα μηχάνημα σε άριστη κατάσταση - όπως και οτιδήποτε έχει περάσει από τα τακτικά χέρια και την στοργική αγκαλιά του dimfil, εδώ που τα λέμε - εξοπλισμένο με ένα Ultimate cartridge, ώστε να μπορέσω να χαρώ την πλούσια software library της πλατφόρμας χωρίς να μπλέξω με κασέτες, δισκέτες, και όλα αυτά τα οποία λατρέψαμε στα 80s και μας έγιναν δεύτερη φύση, αλλά πλέον χρησιμεύουν μονάχα στο να μας ξοδεύουν άνευ ουσίας τον πολύτιμο - και μάλλον λιγοστό - χρόνο που μας έχει απομείνει.
Χαμένος λοιπόν μέσα σε μια συλλογή από εκατοντάδες (ή, και χιλιάδες ίσως) τίτλους που εμπεριείχε η SD καρτούλα που βρισκόταν μέσα στο Ultimate cartridge, δεν ήξερα τι να πρωτοφορτώσω προκειμένου να βιώσω από πρώτο χέρι - έστω και με 40ετή καθυστέρηση - τι σημαίνει "8μπιτο Atari". Έτσι, έπεσε το βλέμμα μου σε τίτλους που γνώριζα κυρίως. Θα σας γράψω λοιπόν για 2 εξ' αυτών, που μου έκαναν - ο καθένας για τους δικούς του λόγους - ιδιαίτερη εντύπωση.
Θα ξεκινήσω από το Monty on the Run, που πρωτοκυκλοφόρησε από την Gremlin Graphics, το 1985. Το παιχνίδι αυτό είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και κλασικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στον Commodore 64, και ο οποίος, αν και αξιόλογος ως gameplay, μάλλον έγινε περισσότερο γνωστός για το soundtrack του, την συλλογή αυτή από υπέροχα, μοναδικά και αξεπέραστα tunes του ανεπανάληπτου Rob Hubbard, στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Εδώ, θα πρέπει να τονίσω το εξής: αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα μία, την καλύτερη κατά τη γνώμη μου μουσική επένδυση παιχνιδιού από τις αρχές των 80s μέχρι και την εποχή των τελευταίων "μεγάλων" midi tunes των PCs (1993, Doom), θα διάλεγα το κυρίως θέμα του Monty on the Run. Θεωρώ ότι το λεξιλόγιό μου είναι πολύ φτωχό to do justice σε αυτό το μουσικό θέμα, το κορυφαίο των κορυφαίων, την μελωδία που, αν ήταν στο χέρι μου, θα επέλεγα ως την πλέον αντιπροσωπευτική της χρυσής εποχής του home computing.
Το Monty on the Run λοιπόν κυκλοφόρησε και σε άλλες δημοφιλείς πλατφόρμες της εποχής (όχι σε όλες, πάντως), αλλά σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν τα 8μπιτα μηχανήματα της Atari (400/800/600XL/800XL/1200XL, 65XE & 130XE) καθώς, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων, ποτέ δεν δικαιολόγησε η εμπορική τους πορεία στην Γηραιά Ήπειρο το βαρύ όνομα που κουβαλούσαν, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν δημοφιλή πλατφόρμα για την ανάπτυξη software στην "από δω" πλευρά του Ατλαντικού. Όπου πάντως και αν μεταφέρθηκε το Monty on the Run, δεν μεταφέρθηκε η μουσική του: ο 64άρης παρέμεινε ο μοναδικός home computer που, μέσω του SID, μπορούσε να χαρίσει στους κατόχους του την δυνατότητα της απόλαυσης του μουσικού αριστουργήματος του Rob Hubbard. Ποιος θα περίμενε λοιπόν, εν έτει 2019, 34 ολόκληρα χρόνια αργότερα δηλαδή, ένα group Πολωνών coders να αποφασίσει να μεταφέρει το παιχνίδι της Gremlin Graphics στα 8bit μηχανήματα της Atari και, μάλιστα, για πρώτη και μοναδική φορά, μαζί με το πλήρες soundtrack του Commodore 64; Κανείς, είναι η αλήθεια.
Αυτό ευτυχώς δεν πτόησε ποσώς τους Marek Konopka (κώδικας), Krzysztof Wróbel (γραφικά) και Michał Szpilowski (ήχος), οι οποίοι παρουσίασαν το διαχρονικό platformer του Jason Perkins στα - κάθε άλλο παρά υποψιασμένα - μάτια αλλά και (κυρίως) αυτιά των Atari lovers. Και, για να μην ξεφεύγω από την ουσία του θέματος, αυτό που παρουσίασαν, είναι καθόλα αξιόλογο από κάθε άποψη, αλλά ηχητικά - εδώ δηλαδή που θέλω να σταθώ - είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Δεν θα σας πω ότι το POKEY ξεπερνάει το SID, αλλά βρίσκεται εντυπωσιακά κοντά του, χάρη στην απίστευτη δουλειά που έκανε ο Michał Szpilowski. Φυσικά, όλα αυτά που σας γράφω δεν θα είχαν την παραμικρή σημασία αν δεν μπορούσατε να ακούσετε και οι ίδιοι την δημιουργία του Πολωνού μουσικού, οπότε ορίστε και το video για του λόγου το αληθές:
Για σκοπούς σύγκρισης μάλιστα, σας παραθέτω και μια μεταφορά του tune στον Atari ST, ο οποίος, αν και 16μπιτος, έχει χειρότερο soundchip (το tune μονάχα είχε μεταφερθεί στο μηχάνημα, όχι το παιχνίδι):
Και, εννοείται, δεν θα μπορούσα να μην βάλω και το κομμάτι από την original εκτέλεσή του, την κορυφαία όλων δηλαδή, αυτήν του Commodore 64 από τα ίδια τα χεράκια του Rob Hubbard:
Όμως, το Monty on the Run αποτελεί ένα μονάχα κομμάτι της 8bit platforming ιστορίας: αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον πλέον εμβληματικό τίτλο του είδους, για το παιχνίδι που έβαλε τα θεμέλια για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν, για τον Big Daddy, ρε παιδάκι μου, αυτός δεν είναι άλλος από το κορυφαίο δημιούργημα του πάλαι ποτέ ιδιοφυούς Matthew Smith, το πιο διάσημο προϊόν του bedroom coding, το Manic Miner (Bug Byte, 1983). Ό,τι και να γράψω θεωρώ ότι αδυνατώ να περιγράψω με λέξεις το πόσο καλό παιχνίδι είναι το Manic Miner, το πόσο άρτιο προγραμματιστικά ήταν αλλά και το πόσο εθιστικό ως gameplay. Για κάποια χρόνια μάλιστα απετέλεσε και το απόλυτο showcase για το τι μπορεί να κάνει ο ZX Spectrum, και για το τι αποτελέσματα μπορεί να δώσει η υποδειγματική αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων μίας υπολογιστικής πλατφόρμας.
Το Manic Miner, σε αντίθεση με το Monty on the Run για το οποίο έγραψα παραπάνω, μεταφέρθηκε πρακτικά... παντού! Σε αυτό το "παντού" πάντως (sic) δεν συμπεριλαμβάνονται οι 8bit υπολογιστές της Atari, που απετέλεσαν την εξαίρεση στον κανόνα σε ό,τι είχε να κάνει με το παιχνίδι του Matthew Smith (μαζί με τον VIC-20). Εδώ όμως, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς, όπου κι αν παίξει κάποιος το Manic Miner, το gameplay του δεν είναι ίδιο με αυτό του Spectrum! Μπορεί στο ένα μηχάνημα να είχε καλύτερο ήχο, στο άλλο καλύτερα γραφικά, στο τρίτο διαφορετικές αναλογίες στην οθόνη, στο τέταρτο να μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και joystick, η ουσία όμως είναι ότι όταν σε ένα παιχνίδι του οποίου το ασύλληπτο playability βασίζεται σε pixel-perfect άλματα πας και πειράξεις το οτιδήποτε, όσο ελάχιστο και αμελητέο και αν φαίνεται αυτό, η... μανέστρα χαλάει. Έτσι λοιπόν, το Manic Miner κυκλοφόρησε (σχεδόν) παντού, αλλά πουθενά δεν ήταν τόσο καλό όσο στον ZX Spectrum (και φυσικά κανένα άλλο port δεν είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου και ο ίδιος ο Matthew Smith, αν αυτό λέει κάτι...).
Fast forward 37 χρόνια και φτάνουμε στο 2020, όταν και ο γράφων δοκιμάζει το Manic Miner στον Atari 800XL, το οποίο μετέφερε στην πλατφόρμα ο Terrence Derby το 2016, συνεπικουρούμενος, στον ηχητικό τομέα, από τον Michał Szpilowski (ναι, πάλι αυτός!). Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα, ήταν τα γραφικά και τα χρώματα: είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την έκδοση του Spectrum. Ούτε στα fonts είχαν γίνει "εκπτώσεις", ούτε πουθενά. Όλα ίδια. Το δεύτερο θετικό, ήταν η μουσική: τα Blue Danube και In the Hall of the Mountain King από την original έκδοση έχουν μεταφερθεί στον Atari, αλλά ο κύριος Szpilowski έχει κάνει και πάλι τα μικρά του θαύματα, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του POKEY, και αποδίδοντας σε πολύ καλύτερες εκτελέσεις τα μουσικά θέματα του πρωτότυπου. Το τρίτο που προσέχει κανείς, είναι ο χειρισμός: μονάχα joystick; Τι σκατά; Πώς γίνεται να επιτευχθούν τα pixel-perfect jumps με την ασάφεια ενός joystick; Κι όμως, από την πρώτη κιόλας οθόνη κατάλαβα ότι γίνεται. Δεν ξέρω τι έκανε ο Terrence Derby, αλλά ο τύπος αποδείχτηκε πολύ μάγκας: ο χειρισμός μέσω (καλού) joystick είναι εξίσου ακριβής με τον χειρισμό μέσω keyboard. Θαύμα!
Το θαύμα όμως αυτό καθαυτό, έχει να κάνει με το ίδιο το παιχνίδι: το Manic Miner του Atari είναι το Manic Miner του Spectrum. Δεν ξέρω πόσο πιο απλά μπορώ να το γράψω. Το πώς πήρε όλα τα assets ενός παιχνιδιού για ένα μηχάνημα με Z80A και τα μετέφερε... αυτούσια (!) σε ένα μηχάνημα παρομοίων δυνατοτήτων με 6502 ο κύριος Derby, απλά με ξεπερνάει. Το μοναδικό, υπερ-εθιστικό, οργασμικό playability που μας χάρισε το 1983 ο Matt Smith από το υπνοδωμάτιό του, έφτασε, 33 χρόνια μετά, ίδιο και απαράλλαχτο, καθαρό και ανόθευτο, στους Atari. Respect και chapeau (που λένε και οι φίλοι μας (;) οι Γάλλοι) στους δημιουργούς.
Με αυτά και μ' αυτά λοιπόν, ολοκληρώθηκε μπροστά στα μάτια μου (και στ' αυτιά μου, να μην το ξεχνάμε αυτό), μια συνάντηση platforming γιγάντων μιας άλλης εποχής, από δύο άλλα μηχανήματα, στον Atari 800XL (και γενικότερα στα 8bit Atari). Οι εμβληματικοί Miner Willy και Monty αντάμωσαν στα φιλόξενα κυκλώματα του home computer της Atari, για να απαντήσουν στο ερώτημα που με βασάνιζε: "τι λέει αυτό το μηχάνημα; Πόσο καλό είναι, άραγε;". Τι να σας πω, κατά την ταπεινή μου άποψη αν μπορεί να παίζει το Manic Miner όπως ο ZX Spectrum και να κάνει το Monty on the Run να ακούγεται (σχεδόν) όπως στον Commodore 64, εμένα μου φαίνεται πολύ καλό! Ανυπομονώ να το ψάξω περισσότερο, να δω τι άλλες εκπλήξεις κρύβει. Μέχρι τώρα πάντως, τα έχει πάει αναπάντεχα καλά!
Ενημέρωση: λοιπόν, φίλες και φίλοι, έκανα ένα λάθος παραπάνω, όταν έγραψα ότι το Monty on the Run μεταφέρθηκε άνευ μουσικής στον Amstrad CPC. Το διαπίστωσα βλέποντας - και ακούγοντας - videos από το συγκεκριμένο παιχνίδι στο YouTube πρόσφατα. Τώρα, το πώς μου ξέφυγε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια, θα σας γελάσω. Μάλιστα, παρά το "αδύναμο" soundchip, το μουσικό θέμα είναι καθόλα αξιόλογο, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο παρακάτω video:
Οι παραπάνω συνθέσεις - και πολλές ακόμη, φυσικά - αντιμετωπίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων με τον δέοντα θαυμασμό και την εκτίμηση που τους άξιζε, και έτυχαν εκατοντάδων διασκευών και επανεκτελέσεων. Για να σας πω όμως τον πόνο μου, οι περισσότερες από αυτές κάθε άλλο παρά με ενθουσίασαν, καθώς απέκλιναν, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, από τα πρωτόλεια tunes που αγαπήσαμε. Όπως όμως και σε κάθε περίπτωση στον μάταιο τούτο κόσμο, έτσι και εδώ, υπάρχει ένα μικρό γαλατικό χωριό που δεν ανήκει στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πείτε το "η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα", καθώς πρόκειται όντως για εξαίρεση.
"Μα τι μας τσαμπουνάει τώρα ο πειραγμένος;" σας σκέφτομαι να αναρωτιέστε. Θα σας πω. Αναφέρομαι σε έναν Έλληνα μουσικό, κιθαρίστα συγκεκριμένα, metaller και διαχρονικό fan του Commodore 64 και της μουσικής του. Το όνομα αυτού; Βαγγέλης Παπαδόπουλος.
Ο περί ου ο λόγος κύριος δημιούργησε μια σειρά από videos με ε-κ-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-έ-ς εκτελέσεις κάποιων κλασικών tunes του 64άρη, και τα ανέβασε στο YouTube. Και ο χαρακτηρισμός δεν αποτελεί επ' ουδενί υπερβολή, καθώς, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, στις εκτελέσεις του Βαγγέλη, πέραν της κιθαριστικής δεινότητας, ξεχωρίζει ο σεβασμός προς το πρωτότυπο, ένας σεβασμός που αποτυπώνεται σε κάθε νότα που θα απολαύσουν τα αυτιά σας ακούγοντας τις δημιουργίες του συμπαθέστατου κιθαρίστα.
Νομίζω πως όταν υπάρχει εικόνα και, κυρίως, ήχος, τα πολλά λόγια είναι απλά... πολλά λογία (!) και, ως εκ τούτου, περιττεύουν. Σας αφήνω με τις θεσπέσιες εκτελέσεις του Βαγγέλη σε κλασικά SID tunes του Commodore 64. Ξεκινήστε φυσικά από το Monty on the Run, έτσι πουλάκια μου;
Ίσως πολλοί δεν περιμένατε ότι η σειρά αυτή αναρτήσεων με τα καλύτερα tunes του 64άρη θα είχε συνέχεια. Κάποιοι άλλοι πιθανότατα δεν την προλάβατε καν, αφού η τελευταία καταχώρηση (Monty on the Run) χρονολογείται πίσω στον Αύγουστο του 2016! Η αλήθεια όμως είναι ότι δεκάδες (εκατοντάδες;) υπέροχα SID tunes επένδυσαν ιδανικά τα αντίστοιχα video games του κορυφαίου home computer όλων των εποχών, οπότε θα ήταν άδικο να σταματήσουμε στις 18 σχετικές αναρτήσεις, δεν νομίζετε;
Επιστρέφουμε λοιπόν στα καλύτερα tunes του Commodore 64 μετά από 32 μήνες (!), με μια κλασσική δημιουργία που αποτελεί έργο ενός καλλιτέχνη με τον οποίο δεν είχαμε ασχοληθεί στο παρελθόν. Αναφέρομαι στο tune του Ghosts n' Goblins και στον αξιότιμο κύριο Mark Cooksey.
Ο Mark Cooksey δεν είχε το ταλέντο του Martin Galway αλλά ούτε και υπέγραψε εκατοντάδες συνθέσεις όπως ο (κορυφαίος) Rob Hubbard. Παρόλα αυτά πρόλαβε να επενδύσει ηχητικά τα Bombjack, Space Harrier και Paperboy, με κορυφαία φυσικά δουλειά του το μοναδικό, out of this world, tune του Ghosts n' Goblins. Αν το έχετε ξεχάσει, ακούστε το άλλη μια φορά για να το θυμηθείτε. Αν δεν το γνωρίζετε, απολαύστε και δώστε βάση στο μεγαλείο και τη μοναδικότητά του. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα βγείτε χαμένοι!
Με μεγάλη μου έκπληξη και λύπη πληροφορήθηκα πριν από μερικές ώρες ότι δεν βρίσκεται πια κοντά μας ένα από τα πρόσωπα που θυμόμουν σχεδόν από... πάντα, ένας από τους ήρωες των εφηβικών μου χρόνων που γέμισε με υπέροχα SID tunes τις ανέμελες εκείνες μέρες. Αναφέρομαι στον Ben Daglish, συμμαθητή, κολλητό και συνεργάτη του (έτερου ινδάλματος) Tony Crowther. Ο Ben έφυγε από επιπλοκές του καρκίνου του πνεύμονα που τον βασάνιζε εδώ και καιρό την Δευτέρα που μας πέρασε (1/10) σε ηλικία μόλις 52 ετών. Τα δυσάρεστα μαντάτα κυκλοφόρησαν από ένα μήνυμα της συζύγου του στο Facebook:
Ο Ben ήταν γνωστός από τα μέσα των '80s στην βιομηχανία των video games ως ένας εκ των πλέον ταλαντούχων συνθετών. Ίσως η πλέον χαρακτηριστική, αντιπροσωπευτική και ξεχωριστή δουλειά του είναι η εμβληματική μουσική επένδυση του κλασικού The Last Ninja, αλλά προσωπικά εδώ και 30τόσα χρόνια λάτρεψα το χαρούμενο soundtrack του Loco επίσης. Η λίστα με τις δουλειές του Ben Daglish είναι πολύ μεγάλη, με τον δημιουργό να έχει επενδύσει με δικές του συνθέσεις δεκάδες παιχνίδια των ZX Spectrum, Commodore 64, Amstrad CPC αλλά και αργότερα της Amiga.
Διαβάστε εδώ και εδώ κάποια πράγματα που είχα γράψει παλαιότερα αναφορικά με τις δουλειές του Ben που προανέφερα, φτιάξτε μια κούπα ζεστό καφέ και αφεθείτε στους μεθυστικούς ήχους του The Last Ninja για να αποτίσετε έναν στοιχειώδη φόρο τιμής σε έναν πολυτάλαντο άνθρωπο που έφυγε τόσο νωρίς από κοντά μας...
Όποιοι τυχόν είναι θιασώτες του blog μου από τον πρώτο καιρό που το ξεκίνησα, ίσως να θυμούνται μία σειρά αναρτήσεων με τίτλο "Τα καλύτερα tunes του Commodore 64". Μέσα από αυτά τα κείμενα παρουσίαζα κάποια από τα (κατ' εμέ) πλέον εμβληματικά tunes του 64άρη και, κατ' επέκταση της ιστορίας των home computers. Δυστυχώς, ενώ το πήγαινα για (άτυπο) TOP-20, σταμάτησα στις 17 αναρτήσεις καθώς - τότε - δεν μου έρχονταν στο μυαλό tunes άλλα, ικανά να σηκώσουν τον τίτλο "καλύτερα" και κατά συνέπεια προτίμησα να διακόψω τα άρθρα παρά να τα συμπληρώσω με κομμάτια τα οποία - πάντα σύμφωνα με το προσωπικό μου γούστο - θα ήταν απλά "fillers". Υπόσχομαι όμως να επανέλθω λίαν συντόμως, καθώς βρήκα μερικά νέα (για μένα) tunes τα οποία, σε απλά ελληνικά, "τα σπάνε"!
Που τα βρήκα, θα ρωτήσετε. Λοιπόν, καλοί μου φίλοι, σας ανακοινώνω πανευτυχής ότι επιτέλους "έπεσα" πάνω σε μια συλλογή από SID tunes η οποία όχι απλώς ταιριάζει με τα προσωπικά μου γούστα και ακούσματα, αλλά τα συμπληρώνει κιόλας! Κι αυτό, πιστέψτε με, είναι ιδιαιτέρως σπάνιο, καθώς οι περισσότερες λίστες ή videos με τα "top" μουσικά κομμάτια του 64άρη που κυκλοφορούν εκεί έξω με αφήνουν παγερά αδιάφορο ή με εκνευρίζουν κιόλας ενίοτε με την κακογουστιά ή την έλλειψη ορθών ακουσμάτων των δημιουργών τους...
Η συλλογή στην οποία αναφέρομαι ονομάζεται "SID effects", οφείλει την ύπαρξή της στον Chris Whillock, και θα σας δώσει την ευκαιρία να απολαύσετε σε εξαίσια ποιότητα κομμάτια-ύμνους της χρυσής εποχής του Commodore 64. Στην ουσία αποτελείται από 2 CDs, τα κομμάτια των οποίων μπορείτε να κατεβάσετε είτε σε flac είτε σε mp3, αν και, κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη, το πρώτο είναι μάλλον υπερβολή για την περίσταση. Μπορείτε να κατεβάσετε το SID Effects από εδώ.
Φυσικά, κλείνοντας δεν θα παραλείψω να ευλογήσω τα γένια μου και να φουσκώσω σαν (φαλακρό) παγόνι, καθώς αρκετές από τις συνθέσεις που σας είχα παρουσιάσει στα "καλύτερα tunes του Commodore 64" συμπεριλαμβάνονται στο SID Effects - έτσι, για να μη λέτε! Πέραν της πλάκας και της όποιας υπερβολής, με πάσα ειλικρίνεια θεωρώ ότι αυτά εδώ είναι πραγματικά κάποια από τα καλύτερα synth tunes που δημιουργήθηκαν ποτέ, και αντιπροσωπεύουν στο 100% το πλέον αγαπημένο sound chip όλων των εποχών, το Sound Interface Device του Bob Yannes.
Α, ναι, και κάτι τελευταίο: το track listing...
Disk 1 Ocean Loader IV - Jonathan Dunn Cobra/Skyline - Ben Daglish/Sylvester Levay Spellbound - Rob Hubbard Gordian Tomb - Thomas Detert Ghosts 'n Goblins - Mark Cooksey Delta - Rob Hubbard Panther - David Whittaker Clystron - Thomas Detert Arkanoid - Martin Galway Commando - Rob Hubbard LN Wastelands - Ben Daglish Monty on the Run - Rob Hubbard Elektra Glide - David Whittaker One Man and his Droid - Rob Hubbard EON - Thomas Detert Dragon's Lair Part II Suite
Disk 2 Sanxion Loader - Rob Hubbard Cybernoid - Jeroen Tel Auf Wiedersehen Monty - Rob Hubbard and Ben Daglish Starforce - Thomas Detert Biggles - Ben Daglish/Jon Anderson Crazy Comets - Rob Hubbard LN2 - Central Park - Matt Gray Red Max - David Whittaker Lightforce - Rob Hubbard Gordian Tomb In-Game - Thomas Detert
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το Monty On The Run για τον Commodore 64 ήταν ό,τι ήταν και το Manic Miner για τον ZX Spectrum. Ένα από τα πλέον κλασικά platformers του πρώτου μισού της δεκαετίας του '80, ίσως ο πλέον εμβληματικός τίτλος του είδους του για τον 64άρη. Αν όμως η κορυφαία δημιουργία του Matthew Smith ξεχώριζε για το playability της, το Monty On The Run είχε άλλον άσο στο μανίκι του: το tune του Rob Hubbard.
Έχω γράψει επανειλημμένα στο blog για τον Rob Hubbard, καθώς πρόκειται ίσως για τον καλύτερο από μία ελίτ κορυφαίων συνθετών chiptunes για τον Commodore 64. Ο συμπαθής Rob έχει να επιδείξει ένα παλμαρέ με δεκάδες (εκατοντάδες;) tunes για τον πλέον επιτυχημένο home computer όλων των εποχών, αλλά, κατά την ταπεινή μου άποψη, η δουλειά του στο Monty On The Run είναι η απολύτως κορυφαία. Αν και γενικώς είμαι κατά πομπωδών δηλώσεων του τύπου "το καλύτερο παιχνίδι", "το καλύτερο τραγούδι" κλπ και προτιμώ λίστες με "τα καλύτερα" για να μην μένουν έξω κορυφαίες δημιουργίες, πιστεύω ότι αν κάποιος με έβαζε να επιλέξω ένα και μόνο tune ως το πλέον αντιπροσωπευτικό του Commodore 64, του SID, των chiptunes, θα έλεγα χωρίς πολλή σκέψη το Monty On The Run.
Τι να πρωτοπεί και τι να πρωτογράψει κανείς για αυτή την καταπληκτική σύνθεση; Είναι πρακτικά αδύνατο τα λόγια να αποδώσουν το μεγαλείο ενός tune που ίσως να είναι το κορυφαίο μιας ολόκληρης δεκαετίας. Τι μπορεί να περιγράψει με επιτυχία αυτή τη δημιουργία με τις απίστευτες μελωδίες που σε ορισμένα σημεία κάνει το SID να σολάρει σε φρενήρεις ρυθμούς αφήνοντας τον ακροατή άναυδο; Ουσιαστικά τίποτα. Γι' αυτό και σας αφήνω απλά να το ακούσετε και να το θαυμάσετε...
Ε, εντάξει: πλησιάζουμε πια προς την ολοκλήρωση αυτού του άτυπου TOP-20 με τα καλύτερα tunes του Commodore 64 και θα ήταν απίθανο και ταυτόχρονα... ανήθικο (!) να αφήσω εκτός αυτού ένα από τα πλέον κλασικά, αυτό του Commando.
Η μουσική του Commando είναι προϊόν των κόπων και του ταλέντου του ενός και μοναδικού Rob Hubbard, του πολυγραφότατου αυτού (στη σύνθεση SID tunes) μουσικού/προγραμματιστή που μεγαλούργησε (κυρίως) στη δεκαετία του '80. Α, μια και έγραψα για "κόπους" να διευκρινίσω ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό μάλλον δεν ισχύει, καθώς ο εκ γηραιάς Αλβιώνος ορμώμενος συνθέτης δημιούργησε τη μουσική του Commando σε ένα και μόνο βράδυ!
Και, αν στην περίπτωση του κυρίως μουσικού θέματος ο Rob Hubbard χρωστάει την έμπνευσή του στο ίδιο το coin op Commando, στην περίπτωση της μουσικής της οθόνης των high scores - που κατά την ταπεινή άποψη του γράφωντος είναι και η αξιολογότερη εκ των δύο - όλα τα credits ανήκουν στον ίδιο, καθώς πρόκειται καθαρά για δική του σύνθεση.
Συνολικά η μουσική του Commando είναι ιδιαίτερα ευχάριστη και προσφέρει ένα μεγάλο "συν" στην εμπειρία που προσφέρει αυτό το - έτσι κι αλλιώς - εξαιρετικό shoot 'em up. Έχει τύχει δεκάδων remixes μέσα στα 30+ χρόνια που έχουν περάσει από την κυκλοφορία του παιχνιδιού και θεωρείται ως ένα από τα πλέον εμβληματικά και χαρακτηριστικά tunes του Commodore 64. Και - δεν μπορώ, θα το ξαναγράψω! - θυμίζω ότι πρόκειται για δουλειά μίας και μόνο νύχτας!
Ναι, το γνωρίζω, το Vallation δεν είναι από τα "κλασσικά" tunes του Commodore 64, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να βρίσκεται στην λίστα των (πολύ) αγαπημένων μου tunes, σε ένα άτυπο TOP-20 το οποίο προσπαθώ να βγει όσο πιο αντικειμενικό είναι εφικτό.
Η αλήθεια είναι ότι το tune του Vallation μου αρέσει πολύ γιατί μου αρέσει και το ίδιο το παιχνίδι, αλλά και το αντίστροφο! Το Vallation είναι βρεφικής ηλικίας συγκρινόμενο με οτιδήποτε άλλο κόσμησε με την παρουσία του αυτή τη λίστα, αφού δεν είναι προϊόν της χρυσής (για τον Commodore 64) δεκαετίας των 80s, ούτε καν των 90s, αλλά του 2013! Ναι, καλά διαβάσατε, το Vallation ήταν η συμμετοχή του group Cosine στο διαγωνισμό του RGCD για τα παιχνίδια που θα κυκλοφορούσαν σε cartridge των 16ΚΒ.
Με δεδομένο το γεγονός ότι όλο το παιχνίδι είναι μόνο 16ΚΒ, αποτελεί ένα μικρό θαύμα το ότι συνοδεύεται από αυτό το ωραιότατο tune, που είναι δημιουργία του Sean 'Odie' Connolly, ο οποίος έχει βάλει την υπογραφή του σε δεκάδες συνθέσεις σε demos και παιχνίδια των δύο τελευταίων δεκαετιών σε Commodore 64 και Amiga. Το tune είναι ιδιαίτερα "πιασάρικο", όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και από το παρακάτω video και, όπως προανέφερα, είναι από τα προσωπικά (πολύ) αγαπημένα. Ακούστε το, αξίζει!
"Ναι, ένα ακόμα κλασικό tune του Commodore 64" θα πείτε, έτσι; Ε, λοιπόν, λάθος! Το Sanxion μπορεί να έμεινε στην ιστορία για το gameplay του και την μουσική του Rob Hubbard στα menu screens, αλλά οι τυχεροί (;) κάτοχοι κασσετοφώνου έχουν να λένε και για την υπέροχη μουσική του tape loader, και πάλι από τον Rob Hubbard, που έμεινε στην ιστορία γνωστή ως "Thalamusik".
To Sanxion ήταν ένα "μοντέρνο" split screen shoot 'em up που κυκλοφόρησε το 1986 για τον Commodore 64 από την Thalamus Ltd. Το παιχνίδι ήταν δημιουργία του Φιλανδού Stavros Fasoulas (διακρίνω κάποια ειρωνεία εδώ;) και αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθιερώνοντας το label της Thalamus ως συνώνυμο των προσεγμένων και ποιοτικών παραγωγών.
Εκτός από την εντυπωσιακή Thalamusik ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην ingame μουσική διασκευή του Rob Hubbard στον "Χορό των Ιπποτών" του Sergei Prokofiev, που αποτελεί ένα από τα πλέον αγαπημένα ακούσματα των κατόχων Commodore 64 και δίνει έξτρα πόντους σε ένα έτσι κι αλλιώς πολύ καλό arcade παιχνίδι. Απλά απολαύστε το σε πρώτη ευκαιρία!
Μπορεί το 1987 να είναι ως έτος σημαδιακό για εμάς τους Έλληνες λόγω της κατάκτησης του τίτλου του Ευρωμπάσκετ από την εθνική μας ομάδα, αλλά, για όλο τον υπόλοιπο πλανήτη ήταν μια χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας κυκλοφόρησε ένα από τα πλέον πλήρη, προσεγμένα, ώριμα και ολοκληρωμένα παιχνίδια για τον Commodore 64, το The Last Ninja.
Το The Last Ninja ήταν ένα ισομετρικό action adventure παιχνίδι που χωριζόταν σε 6 μεγάλα levels. Το εξαιρετικό και πολυποίκιλο soundtrack που επιμελήθηκαν ως αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής συνεργασίας οι Ben Daglish και Anthony Lees περιλάμβανε διαφορετικά tunes για κάθε επίπεδο, αλλά και διαφορετικά tunes που ακούγονταν όση ώρα φόρτωνε το κάθε επίπεδο!
Το όλο μουσικό στυλ του The Last Ninja θυμίζει σε κάποια σημεία δουλειές του Martin Galway, γεγονός που μάλλον δεν ξέφυγε από τους δημιουργούς του παιχνιδιού: στη θέση 0xBD9D της μνήμης του Commodore 64 κατά τη διάρκεια του φορτώματος του τελευταίου επιπέδου υπάρχει το μήνυμα "DONE BY ANTHONY LEES FOR SYSTEM 3 ON 5/4/87...EAT YER HEART OUT GALWAY"!
Το soundtrack του The Last Ninja θεωρείται από τα πλέον κλασικά του Commodore 64 και αποτελεί απτή απόδειξη των σπάνιων δυνατοτήτων του SID chip. Όπως και το ίδιο το παιχνίδι είναι ιδιαίτερα μεγάλο σε διάρκεια (πάνω από 48 λεπτά, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο video που παραθέτω) και, πιστέψτε με, κάθε λεπτό του αξίζει! Αφήστε το να παίζει και μεταφερθείτε νοερά στη μακρινή Ιαπωνία μερικούς αιώνες πίσω στο χρόνο...
Είναι αλήθεια εντυπωσιακό: αυτό που ξεκινά ως ένα απλό tune σε ένα budget παιχνίδι του Commodore 64 από μια εταιρία (Mastertronic) που δεν φημίζεται για την ποιότητα των προϊόντων της καταλήγει σε ένα απίστευτο ψυχεδελικό κρεσέντο κεφάτων tunes σε κολασμένο τέμπο δημιουργώντας ένα από τα καλύτερα και πιο πλήρη μουσικά θέματα στην (δοξασμένη) ιστορία του 64άρη!
Ναι, το παιχνίδι είναι (κατά την προσωπική μου άποψη) μεγάλη "φλόμπα", αλλά το main theme του μοναδικού Rob Hubbard (που εδώ είναι εμφανέστατα στα ντουζένια του) αποζημιώνει και με το παραπάνω για την ώρα που θα ξοδέψετε για να το παίξετε (καλύτερα φυσικά απλά να το ακούσετε!). Πραγματικά, ο Commodore 64 σε αυτό το μουσικό θέμα παίζει "τις κάλτσες του" σε φρενήρεις ρυθμούς, αφήνοντας τον ακροατή με την εντύπωση ότι κάπου εκεί πρέπει να βρίσκεται και ο ίδιος ο Rob Hubbard και να χτυπιέται πάνω στο καφέ πληκτρολόγιο της "ψωμιέρας"! Κάτι τέτοιες στιγμές τα πολλά λόγια περιττεύουν: απλά, απολαύστε το!
Κάπου γύρω στο 1984-85 είχε πέσει στα χέρια μας ένα πρώιμο demo, το οποίο έπαιζε κάποια μουσικά κομμάτια (τα περισσότερα ήταν λίγο ή πολύ hits της εποχής) και ταυτόχρονα δημιουργούσε κάποια σχήματα στην οθόνη. Το πρόγραμμα αυτό ήταν γραμμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του σε BASIC, αλλά το οπτικό και κυρίως το ηχητικό αποτέλεσμα ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία. Ήταν μάλιστα τόσο εντυπωσιακό για την εποχή, που, σε μια επίδειξη του τι είναι και τι κάνουν οι υπολογιστές είχαμε φέρει στην τάξη μου στο σχολείο (28ο Γυμνάσιο/Λύκειο Αθηνών) έναν Commodore 64 με μία οθόνη και, αφού δείξαμε ό,τι ήταν να δείξουμε, αφήσαμε απλώς αυτό το demo να παίζει. Οι συμμαθητές μας μπορεί να μην καταλάβαιναν καλά-καλά τι έβλεπαν (και άκουγαν), αλλά είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα! Πραγματικά, δεν θυμάμαι άλλη φορά να υπήρχε τέτοια συγκέντρωση και προσήλωση από τη μεριά τους σε αυτόν που βρισκόταν στην έδρα! Και, ναι, εκείνη τη μέρα, το μακρινό 1986, στην έδρα βρισκόταν ένας Commodore 64 και το Swinth demo του Georg Freil! Απολαύστε το...
Το τραγούδι που παίζει ο 64άρης είναι το Saturdays In Silezia, που εκείνα τα χρόνια ήταν το μεγαλύτερο hit του καναδικού new wave group Rational Youth. Το εντυπωσιακό είναι ότι (για εμένα, τουλάχιστον) η version του Commodore 64 είναι καλύτερη από το "κανονικό" τραγούδι και αποτελεί μια εξαιρετική δουλειά, έναν synth ύμνο απ' αυτούς που ταιριάζουν γάντι στο (ένα και μοναδικό) SID...
Αυτό είναι πραγματικά ένα από τα πολύ αγαπημένα μου tunes και, εντελώς μεταξύ μας, άγνωστο στον πολύ κόσμο καθώς το Loco ήταν ένα από τα "παλιά" παιχνίδια του Commodore 64 (κυκλοφόρησε το 1984) και, λόγω του απλού του gameplay δεν έγινε ποτέ μεγάλο εμπορικό hit. Σε αυτό το παιχνίδι ο Tony Crowther βάσισε και τα μεταγενέστερα και πιο φουτουριστικά Suicide Express και Black Thunder. Στον συγκεκριμένο τίτλο, την μουσική επιμελήθηκε (με εξαιρετικά αποτελέσματα) ο Ben Daglish.
Αν το μουσικό θέμα "κάτι σας θυμίζει" πιστέψτε με, δεν έχετε άδικο: πρόκειται για μεταφορά του Equinoxe 5 του "μεγάλου" (στην εποχή της νιότης μας, τουλάχιστον!) Jean Michel Jarre. Το ιδιο το Loco από την άλλη, αποτελεί μεταφορά του Super Locomotive της Sega από τα arcades!
Δείτε εδώ και το original tune του Jean Michel Jarre σε ένα video που δείχνει πολύ τα χρόνια του - με ωραίο τρόπο, όμως!
Το The Way Of The Exploding Fist κοσμούσε ηχητικά το υπέροχο tune του Neil Brennan, ο οποίος, από το 1983 μέχρι και το 1988 συνεργάστηκε με την Beam software, που κυκλοφορούσε τα παιχνίδια της μέσω της Melbourne House και είναι υπεύθυνος για την ηχητική επένδυση αρκετών γνωστών τίτλων, όπως είναι τα Fist II, Fist+, Sherlock, The Hobbit, Starion, Zim Sala Bim αλλά και το εξαιρετικό (ηχητικά και όχι μόνο) Castle Of Terror που θα παρουσιαστεί μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα από την στήλη αυτή. Μέχρι τότε, απολαύστε The Way Of The Exploding Fist...
Το The Last V8 ήταν ένας budget τίτλος της Mastertronic, δημιούργημα των αδερφών Richard και David Darling το 1985 (οι οποίοι μερικά χρόνια αργότερα έφτιαξαν την Codemasters και έγιναν εκατομμυριούχοι). Το The Last V8 είχε ενδιαφέρουσα υπόθεση (διάφορες οδηγικές αποστολές σε μία post-apocalyptic εποχή), αξιόλογα γραφικά από τον Jim Wilson και ένα πολύ ωραίο tune από τον ένα και μοναδικό Rob Hubbard που πλέον θεωρείται κλασικό. Το παιχνίδι πάλι, λόγω του πολύ κακού και δύσκολου χειρισμού του, όχι!
Το Bubble Bobble το ξέρουν όλοι. Όπως φυσικά το ήξερα και στα 80s, τότε που ξημεροβραδιαζόμασταν στο Λιόφωτο, στη Χαβάη, στο Στόχο και σε άλλα ουφάδικα, προσπαθώντας να μη χάσουμε κανονάκι για να ανοίξουμε μια ακόμα "διαμαντόπιστα"! Ναι, μπουκάλες, μαγκούρες, τσίχλες, όλα αυτά τα bonuses και power-ups που στοιχειώνουν ακόμα τη gaming ηρεμία μας ήταν εκεί, υπό το συνεχώς επαναλαμβανόμενο αλλά τόσο μα τόσο "πιασάρικο" tune του παιχνιδιού.
Δεν θα σας πω ψέματα: όταν τελικά κυκλοφόρησε το Bubble Bobble το 1987 από την Firebird, ένα port που οφειλόταν στις προσπάθειες των ανθρώπων της Software Creations, και, παρόλο που εισέπραξε ενθουσιώδεις κριτικές και ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού από τους χρήστες, εμένα δεν μου άρεσε: κάτι τα χοντροκομμένα γραφικά, κάτι τα "συστήματα" του ηλεκτρονικού που δεν έπιαναν (μα, ούτε ένα, στην τύχη να μην έχουν μεταφέρει;), ένιωσα μεγάλη απογοήτευση με το conversion. Τελικά, το μόνο που είχαν καταφέρει να μεταφέρουν αυτούσιο ήταν... η μουσική!
Ναι, χωρίς πλάκα, μπορεί από δω κι από κει να έκαναν τα "στραβά μάτια" ή να "έκλεβαν" απ' όπου μπορούσαν, αλλά, όταν ο Peter Clarke ασχολήθηκε με τη μεταφορά της μουσικής φάνηκε να (ξανα)θυμάται σε μια στιγμή με ποιο μηχάνημα είχε να κάνει και τις δυνατότητες που αυτό είχε! Το αποτέλεσμα; Το tune του Bobble Bobble στον Commodore 64 είναι εξίσου επαναλαμβανόμενο και εξίσου πιασάρικο με αυτό του ηλεκτρονικού αλλά, επιτρέψτε μου, μάλλον καλύτερο! Συγχαρητήρια Peter Clarke for a job (very) well done!
Ήταν για κάθε (σχεδόν) gamer μεγάλη στιγμή η κυκλοφορία του Tetris στους home υπολογιστές. Όλοι επιθυμούσαμε ένα αξιοπρεπές conversion - πόσο μάλλον οι ιδιοκτήτες Commodore 64 που διέθετε ένα custom chipset προορισμένο για... μεγαλεία!
Δυστυχώς, το παιχνίδι που τελικά κυκλοφόρησε δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μας, όντας ένα από τα χειρότερα ports του Tetris ανεξαρτήτως format! Μόνο που...
...μόνο που αυτό το Tetris με blocks που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι φτιαγμένα σε... ΖΧ81 "κουβαλούσε" ένα απίστευτο soundtrack! Πραγματικά, είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το τι ακριβώς κάπνιζαν εκεί στην Αndromeda Software το μακρινό 1988 αλλά το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακό. Σκεφτείτε, ένα από τα πλέον killer licenses όλων των εποχών, ένα παιχνίδι που σχετικά απλά μπορεί να γίνει port... οπουδήποτε (!) και το αποτέλεσμα είναι ένα "παιδικό" Tetris με ένα 20λεπτο μουσικό theme από τον Wally Beben με απίστευτες κορυφώσεις και μοναδική ατμόσφαιρα που απλά σε κάνει να λατρέψεις το παιχνίδι! Ακούστε το, χωρίς δεύτερη κουβέντα!
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο Martin Galway είναι ο αγαπημένος συνθέτης της στήλης, αλλά σίγουρα είναι μέσα στην πρώτη τριάδα! Μια από τις καλύτερες στιγμές του ήταν αναμφίβολα η μουσική του Hyper Sports, που κυκλοφόρησε από την Imagine το 1985. Το loading tune είναι πάρα πολύ καλό, αλλά αυτό που έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα στην μουσική ιστορία του 64άρη είναι το main theme, που αποτελεί μια εξαιρετική διασκευή του Chariots Of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Απολαύστε τα αμφότερα στο video που ακολουθεί: πρώτα το loading tune (από την αρχή) και από το 4:14 μέχρι το 7:12 το κυρίως θέμα.