Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Δώστε ζωή στο παλιό σας Mac!

Το θέμα του γούστου είναι προφανώς καθαρά υποκειμενικό: σε άλλους αρέσει το παστίτσιο, άλλοι λατρεύουν τα σνίτσελ, κάποιοι δίνουν και την ψυχή τους για πίτσα, ενώ υπάρχουν (έτσι λένε) και ορισμένοι περίεργοι που, λέει, απολαμβάνουν το μπρόκολο (ναι, καλά). Όπως και να 'χει ούτε αρέσουν σε όλους μας τα ίδια, ούτε και είμαστε υποχρεωμένοι να λειτουργούμε κατά κάποιον τέτοιο, προ-προγραμματισμένο τρόπο.


Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί θέλω να αναφερθώ στα λειτουργικά συστήματα και στους υπολογιστές που μου αρέσουν περισσότερο, ως μία εισαγωγή για το κυρίως πιάτο. Από καθαρά αισθητική άποψη λοιπόν - και χωρίς όμως να έχω κάποιες σοβαρές ενστάσεις και για τη λειτουργικότητά τους - βάζω αναμφισβήτητα στο πρώτο σκαλί του βάθρου τα Mac OS X 10.4 (Tiger για τους φίλους) και τα Windows Vista. Ναι, μην χτυπιέστε και μη φωνάζετε, το έγραψα πριν 3 γραμμές "από καθαρά αισθητική άποψη" - τι δεν καταλαβαίνετε;


Και φυσικά από πολύ κοντά ακολουθούν τα OS X 10.5 (Leopard) και Windows 7. Όλη αυτή η προσέγγιση της εποχής εκείνης που προσπαθούσαν να φτιάξουν τις διαφάνειες σαν γυαλί και τα εικονίδια όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα αντικείμενα που απεικόνιζαν μου καθόταν πολύ καλύτερα στο μάτι (και στο μυαλό) από την επίπεδη, ολιγόχρωμη και "μοντέρνα" εμφάνιση των σύγχρονων λειτουργικών συστημάτων.


Αντίστοιχα, στο hardware κομμάτι, και πάλι προσεγγίζοντας το θέμα αισθητικά καταρχάς (αλλά και χρηστικά στη συνέχεια) δεν μπορώ παρά να βγάλω το καπέλο στις δημιουργίες του Jonathan Ive και της ομάδας του από τη στιγμή που επέστρεψε ο Steve Jobs στην Apple, εκεί, στα τέλη της περασμένης χιλιετίας, μέχρι και τα μέσα των '00s, τότε που η εταιρία από το Cupertino καβάλησε το τρενάκι της Intel κι έριξε μαύρη πέτρα στην PowerPC αρχιτεκτονική που άφησε πίσω της. Τι να πρωτοαναφέρω; Τον original iMac; Τα Powermac G3, G4 και G5; Τα iBooks και Powerbooks; Το Cube; Μιλάμε για πραγματικά έργα τέχνης, που το γεγονός ότι ήσουν ιδιοκτήτης τους σε έκανε να αισθάνεσαι λίγο ελιτιστής απέναντι στους υπόλοιπους, την "πλέμπα", με τα - από άσχημα μέχρι - αδιάφορα PCs τους. Όπως δηλαδή συμβαίνει και στις μέρες μας με τους κατόχους προϊόντων της Apple, μόνο που τώρα η αισθητική των μηχανημάτων και των λειτουργικών τους είναι παρόμοια με αυτή του ανταγωνισμού. Sorry, αλλά αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Και όχι επειδή αποχαιρέτησε ο Ive, αλλά μάλλον επειδή χωρίς την αύρα του μοναδικού Steve Jobs (ΟΚ, και τις φωνές του) τίποτα δεν είναι πια το ίδιο...


Τέλος πάντων, όλα αυτά τα έγραψα για να εξηγήσω μέσες-άκρες το γιατί συμπαθώ ιδιαιτέρως τα PowerPC Macs. Και το Tiger, βεβαίως-βεβαίως. Και, η αλήθεια είναι, ότι αυτά τα υπέροχα μηχανήματα η μαμά εταιρία (αρχικά) και οι τρίτες εταιρίες που τα τροφοδοτούσαν με software και με hardware τα εγκατέλειψαν άκομψα και απότομα, μια εποχή που δεν βρίσκονταν δα και τόσο πίσω τεχνολογικά από όλο το υπόλοιπο υπολογιστικό σύμπαν (λέγε με Intel). Βέβαια, ας μην λέμε και ψέματα, αν τα μηχανήματα αυτά εμφανισιακά θύμιζαν τα Macs των early 90s και το λειτουργικό τους ήταν το OS9 δεκάρα δεν θα έδινα - ο πόνος με έπιασε επειδή κάτι το τόσο όμορφο εγκαταλείφθηκε εν μία νυκτί.

Φυσικά, τα fanboys της Apple δεκάρα δεν έδιναν για όλα αυτά: Intel τους είπε η Apple, Intel πήραν. Πανάκριβες μετριότητες αντικατέστησαν τα (υποτίθεται παρωχημένα) έργα τέχνης, αυτοί έσπευσαν να τις αγοράσουν. Design μετρίως μέτριο, καινοτομίες που φαίνονται ως τέτοιες μόνο στους πιστούς ακόλουθους της φίρμας με το δαγκωμένο μήλο - αυτή είναι η σημερινή Apple. Κι ας έχει τόσα χρήματα που μπορεί να αγοράσει τον μισό πλανήτη: το όραμα και η αισθητική του Jobs δεν αγοράζονται...


Επιστρέφοντας στα PowerPC Macs λοιπόν, όποιος έχει προσπαθήσει να τα χρησιμοποιήσει τα τελευταία χρόνια, θα έχει διαπιστώσει ότι όλο και πιο δύσκολη είναι η ανεύρεση software για τα μηχανάκια αυτά. Η μόδα στο σύμπαν της Apple είναι "θέλω την πιο πρόσφατη έκδοση του τελευταίου app" - ποιος θα ασχοληθεί με versions 10 και 15 χρόνων πίσω; Κι ας δουλεύουν ακόμα μια χαρά...

Δεν μπορώ να πω, υπήρχαν κάποιοι ρομαντικοί πιστοί στην παλιά Apple, αυτή του Jobs και των PowerPCs, που είχαν φτιάξει websites, blogs κλπ όπου μπορούσες να βρεις μερικά ξεχασμένα - και ίσως και σπάνια - διαμαντάκια από δω κι από κει. Αλλά εννοείται πως κάτι αντίστοιχο με το app store, με όλο το software συγκεντρωμένο κι έτοιμο για κατέβασμα, δεν υπήρχε. Άλλωστε τα app stores έγιναν μόδα μετά το τελευταίο λειτουργικό που υποστήριζε τα PowerPC Macs (το Leopard)...

Έτσι λοιπόν, όταν έπεσα κατά τύχη πάνω σε αυτό εδώ το site, είπα μέσα μου ότι παραείναι καλό για να είναι αληθινό. Δεν το άφησα έτσι, όμως. Μερικές μέρες αργότερα, εξοπλισμένος με το πανίσχυρο G4 Mac Mini μου (1,25GHz - πιο αργό δεν γίνεται) κατέβασα την εφαρμογή και την δοκίμασα, για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή μας κοροϊδεύουν. Και, guess what? Αλήθεια ήταν!


Από τα πιο μικρά και αδιάφορα utilities μέχρι το Office και το iLife είναι όλα εκεί, περιμένοντας να τα κατεβάσετε! Είναι εξαιρετική η δουλειά που έχει γίνει και πρέπει να σταθώ ιδιαίτερα στο ότι υπάρχουν μέχρι και εφαρμογές όπως το Core Player, το μόνο ίσως πρόγραμμα που εκμεταλλεύεται το Altivec πραγματικά και όχι στα λόγια (και σου επιτρέπει να παρακολουθήσεις 720p και 1080p videos, να τα λέμε κι αυτά). Και με εντυπωσίασε επίσης για άλλη μια φορά το Mini - πώς καταφέρνει ρε παιδάκι μου αυτό το μηχάνημα με σύνδεση VGA να εντοπίζει την πραγματική ανάλυση της οθόνης που έχεις συνδέσει και να δείχνει τέλεια σε 1080p με την ταπεινή ATI RADEON 9200 με τα 32ΜΒ VRAM ειλικρινά με ξεπερνάει! Γενικώς - και ξεκινώντας πάντα από το PowerPC Appstore - δοκίμασα να τρέξω πολλά πράγματα ταυτόχρονα (browser, video player, audio player κλπ) και το μικρό, κομψό μηχανάκι του 2005 με εξέπληξε με την αντοχή, την αξιοπιστία και... το πείσμα του!


Δεν ξέρω, καλό όντως και το MorphOS, αλλά θα σας πρότεινα ανεπιφύλακτα αν έχετε κάποιο Mac με PowerPC επεξεργαστή να του ρίξετε ένα format, να του περάσετε ένα ολόφρεσκο (!) Mac OS X Tiger 10.4.11, να βάλετε το Appstore και να το γεμίσετε με software! Δεν θα κάνετε τον TenFourFox να πηγαίνει γρήγορα (θαύματα δεν γίνονται), αλλά θα δώσετε ζωή σε ένα μηχάνημα που πραγματικά την αξίζει. Κατεβάστε το Appstore από το website του, εδώ. Να σημειώσω τέλος ότι το όλο project δεν έχει ανανεωθεί εδώ και περίπου 2 χρόνια, κάτι που σίγουρα είναι λυπηρό και σε βάζει και σε δυσάρεστες σκέψεις (μήπως κάτι συνέβη στον developer; Μήπως κάποια στιγμή η εφαρμογή σταματήσει να δουλεύει;). Από την άλλη όμως, όσα δοκίμασα, ακόμα και το iLife των 6,2GB που "στεγάζεται" στο Mega, δουλεύουν κανονικότατα. Συνεπώς δεν πρόκειται για κάποιο παρατημένο project - η χρηστικότητά του άλλωστε θα σας το αποδείξει!








Θέλω κλείνοντας να απολογηθώ που - για πρώτη φορά, αν δεν απατώμαι, είχα να ενημερώσω το blog 9 ολόκληρες μέρες. Δεν είναι ότι δεν ασχολούμαι ή δεν με ενδιαφέρει, ούτε το ότι έχω δουλειές, υποχρεώσεις και άλλα ενδιαφέροντα: αυτά ανέκαθεν ίσχυαν, δεν έχει αλλάξει κάτι. Απλά, 2 αρκετά μεγάλα θέματα με τα οποία είχα επιλέξει να ασχοληθώ και είχα ξεκινήσει ήδη να γράφω, να φωτογραφίζω κλπ μου "στράβωσαν" στην πορεία κι έτσι αναγκάστηκα να τα βάλω στην άκρη και να ασχοληθώ με κάτι άλλο. No worries λοιπόν, εδώ είμαστε. Still...

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Retro Planet - Covid-19 2-0

Ε, ναι: αφού σύμφωνα με το website του περιοδικού (και ποιοι είμαστε εμείς για να το αμφισβητήσουμε, άλλωστε;) το σκορ με το προηγούμενο (27ο) τεύχος άνοιξε και διαμορφώθηκε στο 1-0, με το νέο θα διπλασιάσουμε τα τέρματά μας. Εν μέσω πανδημίας η συντακτική ομάδα και οι σχεδιαστές του περιοδικού έκαναν και πάλι αυτό που για εμάς είναι αυτονόητο, αλλά για τους περισσότερους εκεί έξω όχι, δηλαδή αντιμετώπισαν το hobby τους ως (σοβαρή) δουλειά, με υπευθυνότητα και σοβαρότητα.

Τα αποτελέσματα φυσικά θα μπορέσετε να τα διαπιστώσετε και εσείς ιδίοις όμμασι τις πρώτες ημέρες του Ιούνη, οπότε και θα κυκλοφορήσει το 28ο τεύχος του Retro Planet. Φυσικά, όσοι μας γνωρίζουν ξέρουν πολύ καλά τι να περιμένουν και τα θέματα που αποκαλύπτει το εξώφυλλο του νέου τεύχους αποτελούν αναμφισβήτητα ένα καλό ορεκτικό, απολύτως ενδεικτικό του τι θα ακολουθήσει στα ενδότερα του περιοδικού.

Και, μιας και ανέφερα το εξώφυλλο, αυτή η (εντελώς όμως) 70s ομορφιά που βλέπετε είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού της δουλειάς και του ταλέντου των Αντώνη Ν. ή antnik (φωτογραφία) και του Σταμάτη Π. (στήσιμο). Ο Αντώνης μας προσέφερε απλόχερα πολλές φωτογραφίες του, οι οποίες κοσμούν το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού στον παρθενικό υπολογιστή της Commodore, τον PET.

Σας αφήνουμε λοιπόν με το εξώφυλλο και τα υπόλοιπα τον Ιούνη. Με το καλό...

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

You'll never walk alone!

Εντάξει, τουλάχιστον με αυτόν τον τίτλο εξασφαλίσαμε ότι θα διαβάσουν την ανάρτηση οι οπαδοί της Liverpool. Τουλάχιστον μέχρι να καταλάβουν ότι δεν έχει και μεγάλη σχέση με την δοξασμένη ποδοσφαιρική ομάδα του Merseyside η οποία, αν φέτος δεν είχαμε την πανδημία του Covid-19, θα κατάφερνε μετά από 30 άγονα χρόνια να ξαναβρεθεί στην κορυφή της Premier League και να αναδειχτεί πρωταθλήτρια Αγγλίας. It wasn't meant to be όμως, και, ας μην κοροϊδευόμαστε, ό,τι και να συμβεί από εδώ και πέρα, η μαγεία χάθηκε. Εκτός αν του χρόνου τα έχουμε αφήσει όλα αυτά πίσω μας, και τα ξανακαταφέρει. Αλλά έχουμε καιρό μέχρι τότε και σίγουρα υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή από το ποδόσφαιρο. Κι ας μιλάμε για την Premier League της οποίας το επίπεδο, η ατμόσφαιρα και οι συγκινήσεις αφήνουν έτη φωτός πίσω οποιοδήποτε άλλο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον πλανήτη...

Ξεφύγαμε, όμως. Πάμε λίγο πίσω στα 80s, τότε που η Liverpool κυριαρχούσε (άντε πάλι) και που ζήσαμε την μεγάλη άνθηση των home computers σε όλη την Ευρώπη. Τότε λοιπόν, ειδικά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας, τα νέα μηχανήματα φύτρωναν σαν τα μανιτάρια, προερχόμενα συνήθως από μικρούς κατασκευαστές οι οποίοι φιλοδοξούσαν κάποια μέρα να βρεθούν την κορυφή του κομπιουτερικού στερεώματος, εκεί που τελικά - και δικαιωματικά - αναρριχήθηκαν οι Commodore, Sinclair, Acorn, Amstrad και Atari.

Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, όταν κάποιος αποκτούσε κάποιον νέο home computer - και με δεδομένη την ασυμβατότητα μεταξύ των διαφόρων πλατφορμών -, το μόνο σίγουρο ήταν ότι αρχικά δεν θα είχε software. Το οποίο το λες και λίγο πρόβλημα, καθώς το λογισμικό είναι για τους υπολογιστές ό,τι η βενζίνη για τα αυτοκίνητα: δεν μπορούν να κάνουν χωρίς αυτό. Και ναι μεν θα έπαιρνες το ολοκαίνουριο μηχάνημά σου, και θα περνούσες δεκάδες ώρες πειραματιζόμενος με την BASIC, φτιάχνοντας από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα προγράμματα, αλλά κάπου θα ήθελες ως άνθρωπος να ξεσκάσεις, να χαλαρώσεις, να αδειάσεις το μυαλό σου σώζοντας - για μία ακόμα φορά, τολμώ να πω - την γη μας από τους αιμοδιψείς εξωγήινους. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο θα διαπίστωνες πως, όσο νέος κι αν ήταν στην αγορά ο ολοκαίνουριος υπολογιστής σου, υπήρχαν σίγουρα 2 επιλογές software στις οποίες μπορούσες να καταφύγεις: η μία ήταν η Cassette 50 της Cascade, μια συλλογή με 50 - συνήθως άθλια - παιχνίδια, και η άλλη ήταν ένα εξαιρετικό παιχνίδι στρατηγικής/διαχείρισης που κυκλοφόρησε σε κάθε πιθανό και απίθανο format υπήρξε, το περίφημο Football Manager του Kevin Toms. Αυτός ο κλασικός μανατζερικός τίτλος λοιπόν θα ήταν εκεί, ό,τι απίθανο μηχάνημα κι αν είχες αγοράσει, να σου τραγουδήσει "you'll never walk alone" - ό,τι κι αν συνέβαινε θα μπορούσες πάντα να καταφύγεις στο Football Manager.

Πάμε μωρή Reading αρρώστια! Το 'χεις ακόμα!

Αφορμή για να ξαναφέρω στο μυαλό μου το παιχνίδι της Addictive Games - το οποίο ο Kevin Toms είχε γράψει σε χιλιάδες γραμμές BASIC και είχε μεταφέρει σε όποιον υπολογιστή διέθετε την γλώσσα και την απαραίτητη ποσότητα μνήμης (βλ. σχεδόν σε όλους) - ήταν το The Curse of Rabenstein για το οποίο σας έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση. Και αυτό διότι ο δημιουργός του Stefan Vogt φρόντισε ώστε το παιχνίδι του να τρέχει σε μία μεγάλη ποικιλία από πλατφόρμες, προσφέροντας μάλιστα όλες τις εκδόσεις πακέτο μαζί με αυτήν που θα επέλεγε αρχικά ο αγοραστής.

HTML, CPC και C64 εκδόσεις του The Curse of Rabenstein

Έτσι και εγώ, αφού ξεκίνησα δοκιμάζοντας αυτήν που έτρεχε ευκολότερα, την HTML έκδοση δηλαδή, συνέχισα με Commodore 64, Amiga, Commodore Plus/4 και Amstrad CPC. Και, ω του θαύματος, η εμπειρία ήταν σχεδόν η ίδια σε κάθε format, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και εσείς παρατηρώντας τις φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο.

Μάλλον κάποιος το ολοκλήρωσε το παιχνίδι στον Amstrad...

Θα πρέπει να τονίσω ότι ακριβώς τα ίδια ίσχυαν και για το πρώτο παιχνίδι του Stefan Vogt, το Hibernated 1 - This Place is Death, μόνο που εκείνο δεν διέθετε γραφικά, οπότε ήταν αναμφισβήτητα ευκολότερο να μεταφερθεί σε πολλές πλατφόρμες. Το σημαντικό όμως είναι - και αυτό που κάνει "κλικ" σε εμένα προσωπικά - ότι χάρη στον Stefan, έχουμε ένα ακόμα παιχνίδι που τρέχει (σχεδόν) παντού. 3μιση και βάλε δεκαετίες μετά το Football Manager έρχονται τα Hibernated 1 και The Curse of Rabenstein να βροντοφωνάξουν σε κάθε home computer εκεί έξω: you'll never walk alone!

The way it's meant to be done

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

The Curse of Rabenstein: μία υποδειγματική κυκλοφορία

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξα μεγάλος λάτρης των adventure games: ναι μεν τα εκτιμούσα ως είδος, διάβαζα τα reviews τους και γνώριζα τα τεκταινόμενα της σκηνής, αλλά σπανίως περνούσα πολλές ώρες παίζοντας με αυτά. Για παράδειγμα, από την εποχή των 8bit τα μόνα που είχα "λιώσει" από πάνω τους ήταν τα ιστορικά πλέον The Hobbit (ZX Spectrum) και Castle of Terror (Commodore 64). Μερικά χρόνια αργότερα, όταν και η μεγάλη Sierra μας γέμισε με ποιοτικούς τίτλους του είδους στα 16μπιτα formats φρόντισα να τους αποκτήσω σχεδόν όλους, μόνο και μόνο για για απολαύσω την εξαίσια μουσική τους από την Adlib κάρτα του PC μου, ενώ θυμάμαι να ασχολήθηκα πραγματικά σχολαστικά μονάχα με το (μοναδικό, υπέροχο, καταπληκτικό) Leisure Suit Larry in the Land of the Lounge Lizards και το εντυπωσιακό Indiana Jones and the Fate of Atlantis. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και ο διαθέσιμος χρόνος όλο και λιγόστευε όλο και απομακρυνόμουν από τα παιχνίδια περιπέτειας: κάτι οι αλλαγές/εκμοντερνισμός του interface με το παίξιμο να καταντάει πολλές φορές ένα ατελείωτο σκανάρισμα της οθόνης με τον pointer του ποντικιού μέχρι να εντοπιστεί το σημείο που αυτός άλλαζε (χα! Σε βρήκα, άτιμη καρφίτσα), κάτι το ότι επί σειρά ετών η μόνη πληροφόρηση που είχαμε για το είδος αυτό προερχόταν από τον Αντρέα-Παρασκευά Τσουρινάκη του οποίου τα γραπτά προσωπικά κάθε άλλο παρά με ενθουσίαζαν, εν τέλει αποστασιοποιήθηκα εντελώς από την όλη φάση.

Έπρεπε να φτάσει το 2018 και η multi format κυκλοφορία του Hibernated 1 This Place is Death του Stefan Vogt που μου κέντρισε ξανά το ενδιαφέρον για τα text adventures: το παιχνίδι, παρά το ότι δεν είχε καθόλου γραφικά, ήταν στρωτό - εύκολο, θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος -, είχε καλές περιγραφές με σωστά αγγλικά, λογική ροή και έδινε στον παίκτη καιρό για ψάξιμο και πειραματισμούς χωρίς να τον σκοτώνει σε κάθε ευκαιρία ή να τον φέρνει αντιμέτωπο με puzzles που απευθύνονται σε... φρενοβλαβείς! Προσωπικά, πέρα από τα παραπάνω, αυτό που πραγματικά μου έκανε την θετικότερη των εντυπώσεων στο Hibernated 1 This Place is Death ήταν το ότι κυκλοφόρησε με τη μία για σχεδόν οποιαδήποτε retro πλατφόρμα υπήρχε εκεί έξω: ότι κι αν είχε κάποιος, είτε 8μπιτο είτε 16μπιτο μηχανάκι, δεν υπήρχε δικαιολογία για να μην το δοκιμάσει έστω, αφού έτρεχε πρακτικά... παντού!

Fast Forward στην πρώτη μέρα του Φλεβάρη του τρέχοντος έτους, όταν και πληροφορήθηκα ότι κυκλοφορεί σε φυσική έκδοση ο νέος τίτλος του Stefan Vogt, που ονομάζεται The Curse of Rabenstein, και ο οποίος, αυτή τη φορά, έχει και γραφικά, ανήκοντας στο είδος παιχνιδιών περιπέτειας που τελικά μάλλον μου έκανε περισσότερο "κλικ", δηλαδή τα text/graphic adventure games. Σε μία κίνηση μάλλον απρόσμενη αγόρασα το The Curse of Rabenstein λοιπόν. Και γράφω "απρόσμενη" διότι γενικώς εδώ και χρόνια αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι τις μεγάλου μεγέθους χαρτονένιες συσκευασίες καθώς δεν έχω πού να τις αποθηκεύσω αλλά και δεν έχουν και όλες τις ίδιες διαστάσεις, γεγονός που αδυνατώ να χωνέψω και που σίγουρα δεν με βολεύει.




Τρεις μήνες μετά την αγορά μου το The Curse of Rabenstein έφτασε στα χέρια μου, και πραγματικά εντυπωσιάστηκα από το πόσα καλούδια σκέφτηκαν να συμπεριλάβουν μέσα στην συσκευασία του - δείτε τις φωτογραφίες και θα καταλάβετε. Φυσικά αποκορύφωμα αποτελεί ο σταυρός για τον λαιμό, το... απαραίτητο αξεσουάρ για να χαρεί κανείς πραγματικά το παιχνίδι!



Το ίδιο το The Curse of Rabenstein έχει πολύ καλά γραφικά, ατμόσφαιρα που δεν σε αφήνει να ξεκολλήσεις εύκολα, εξαιρετική χρήση της αγγλικής γλώσσας με καλογραμμένες και επεξηγηματικές περιγραφές και πολλά hints για το τι πρέπει να κάνεις ώστε να προχωρήσεις, αλλά και έναν parser σωστά φτιαγμένο, που καταλαβαίνει σχεδόν κάθε input του παίκτη - τουλάχιστον κάθε input που έχει κάποιο νόημα και κάποια λογική!


Αν και το The Curse of Rabenstein ήρθε σε δισκέτα 5 1/4" με δύο εκδόσεις του, μία για Commodore 64 και μία για Commodore Plus/4, αυτό που για μένα ήταν "όλα τα λεφτά" ήταν η microSD καρτούλα των 64ΜΒ που φαίνεται και στις φωτογραφίες. Αυτή η καρτούλα λοιπόν έχει όλο το υλικό (manuals, guides, image files κλπ.) για όλα τα formats στα οποία είναι διαθέσιμο το παιχνίδι. Ήτοι, αγοράζοντάς το για Commodore 64 ας πούμε, σου παρέχονται και οι εκδόσεις για ZX Spectrum +3, Amstrad CPC, Commodore Plus/4, Commodore Amiga, Atari ST, DOS μηχανάκια, σύγχρονα PCs (παίζει μέσω web browser) αλλά και... ZX Spectrum Next! Δοκίμασα μερικές από όλες αυτές τις εκδόσεις και μπορώ να πω ότι πραγματικά, δεν μπορώ να βρω τα κατάλληλα λόγια για να περιγράψω και να σας δώσω να καταλάβετε το πόσο προσεγμένη και υποδειγματική δουλειά έχει κάνει οι Stefan Vogt στη δημιουργία του τίτλου του. Φυσικά χρησιμοποιεί κάποιες συγκεκριμένες engines για να φτιάχνει τα παιχνίδια του με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να μπορούν να τρέξουν σχεδόν οπουδήποτε, αλλά αυτό ουδόλως ενδιαφέρει τον αγοραστή/παίκτη: αυτό που είναι χειροπιαστό και αυτό που μένει είναι ότι πληρώνεις για ένα παιχνίδι παραλαμβάνεις τα αρχεία για να το τρέξεις σε 9 (!) διαφορετικές πλατφόρμες! Τι μπορεί κανείς να πει γι' αυτό πέρα από ένα τεράστιο "μπράβο" στον Stefan;




Επιφυλάσσομαι να πούμε περισσότερα για το The Curse of Rabenstein αυτό καθεαυτό ως παιχνίδι σύντομα - είτε από εδώ, είτε μέσα από τις σελίδες του Retro Planet...


Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Raid Over Moscow: ο Ψυχρός Πόλεμος έφτασε στην Amiga!

Δεν είναι μία και δύο οι φορές που έχω ξεχάσει παλιές αναρτήσεις μου στο blog. Πλέον βαδίζω προς την ολοκλήρωση της πρώτης χιλιάδας, οπότε θεωρώ ότι είναι μάλλον ανθρώπινο κάποια posts να μην τα θυμάμαι μέχρι να τα ξαναδώ μπροστά μου. Αυτό ακριβώς συνέβη και με την μεταφορά του Raid Over Moscow στην Amiga η κυκλοφορία της οποίας μας γνωστοποιήθηκε την εβδομάδα που διανύουμε: είχα γράψει όλες τις λεπτομέρειες γι' αυτήν και τους συντελεστές της τον Νοέμβριο του 2016! Μπράβο μου, δεν μου τό 'χα!

Από την άλλη, αυτού που του το είχα είναι του Γιάννη Τσακίρη, τον οποίο η διεθνής Αμιγκο-κοινότητα έχει μάθει ως tsak: γνωρίζοντας τον Γιάννη, το μεράκι, το πάθος του και την ποιότητα της δουλειάς του, θα μπορούσα να ποντάρω στο ότι το Raid Over Moscow, η νέα κυκλοφορία της ReImagine games αξίζει και με το παραπάνω.


Προσωπικά, το Raid Over Moscow δεν το βλέπω ως "ένα ακόμα παιχνίδι". Βλέπετε, όταν αγόρασα τον πρώτο μου Commodore 64 back in the day, οι άνθρωποι του Cat Computers προσφέρθηκαν να μου δώσουν μαζί και 3 παιχνίδια της επιλογής μου (μη ρωτάτε αν ήταν σε κόπιες ανόητοι, φυσικά και ήταν!). Έτσι λοιπόν, και αφού και κάθε άλλο παρά άσχετος ήμουν με τον χώρο, επέλεξα με σχεδόν κλειστά μάτια τα Raid Over Moscow, The Way of the Exploding Fist και Spy Hunter από τους τίτλους που υπήρχαν διαθέσιμοι. Η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο ποτέ δεν με ενθουσίαζε, αλλά και η ποικιλία των αντιγραμμένων παιχνιδιών που υπήρχαν διαθέσιμα σε κασέτα δεν ήταν τεράστια, και εγώ βιαζόμουν να πάω σπίτι για να παίξω και... καταλαβαίνετε, τέλος πάντων.


Καθώς λοιπόν το Raid Over Moscow ήταν - ας πούμε - η παρθενική μου εμπειρία με τον 64άρη, είναι χαραγμένο ανεξίτηλα στη μνήμη μου, και, παρά τα χρόνια που πέρασαν, το θεωρώ ακόμα και σήμερα έναν από τους κορυφαίους και πλέον εμβληματικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στην πλατφόρμα. Τι να πρωτοπεί κανείς γι' αυτό; Ήταν μία δημιουργία του μακαρίτη Bruce Carver, του ανθρώπου που χάρισε 2 ακόμα κλασικά multistage διαμάντια στους χρήστες του C64, τα κλασικά Beach Head και Beach Head II. Το σενάριό του ήταν επηρεασμένο από το Ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής (1984) και, βέβαια, ως Αμερικάνικος τίτλος έβαζε τον παίκτη να σώσει την ανθρωπότητα (τις Η.Π.Α., δηλαδή!) από τον πυρηνικό όλεθρο που θα προκαλούσαν οι πύραυλοι που είχαν εκτοξεύσει οι αιμοσταγείς Σοβιετικοί!


Πραγματικά δεν γνωρίζω αν και κατά πόσο τα παιχνίδια του Bruce - και εν προκειμένω, η μεταφορά του Raid Over Moscow στην Amiga - μπορούν εν έτει 2020 να δελεάσουν κάποιον gamer με το gameplay τους, καθώς αποτελούνται από αρκετά arcade stages σε καθένα εκ των οποίων ο παίκτης καλείται να παίξει ένα εντελώς διαφορετικό subgame προκειμένου να το ολοκληρώσει. Για όσους φυσικά έζησαν την υπέρτατη gaming Ψυχροπολεμική εμπειρία που ονομάζεται Raid Over Moscow στον καιρό της, δεν τίθεται καν θέμα: προσωπικά λάτρεψα τον νέο τίτλο της ReImagine προτού καν αυτός κυκλοφορήσει, τι να λέμε τώρα;


Για την ιστορία, το παιχνίδι γράφτηκε σε Blitz BASIC από τον Erik Hogan (earok), χρησιμοποιώντας ως βάση γραφικά του Adrian Cummings από τα 80s τα οποία επεξεργάστηκε, συμπλήρωσε, ρετουσάρισε και ολοκλήρωσε ο tsak. Όμως η συμμετοχή του Έλληνα δημιουργού δεν ολοκληρώνεται εδώ, καθώς, μαζί με τον Simone Bernacchia δημιούργησε και το πρωτότυπο soundtrack της έκδοσης της Amiga.


Θα μπορούσα να γράφω ώρες για το Raid Over Moscow, αλλά προτιμάω να τις περάσω παίζοντας το παιχνίδι της ReImagine στην Amiga και να επανέλθω με αναλυτική παρουσίαση στο τεύχος του Ιουνίου του Retro Planet. Μέχρι τότε, μπορείτε να κατεβάσετε το παιχνίδι από την σελίδα του στο website της ReImagine και να το χαρείτε στην Amiga σας, καθώς παίζει σε όλα ανεξαιρέτως τα μοντέλα που διαθέτουν από 1ΜΒ RAM και πάνω (και πολλά μπράβο γι' αυτό στους δημιουργούς του).

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

The Spectrum Show επεισόδιο 93 (και μερικές σκέψεις...)

Οι μέρες καραντίνας συνεχίζονται και, εν μέσω πανδημίας, ο Paul Jenkinson συνεχίζει να σβήνει την Spectrum-ική δίψα του κοινού του με νέα επεισόδια του The Spectrum Show. Φυσικά, για μία σειρά videos που κοντεύει πλέον τα 100 επεισόδια είναι αναμενόμενο ότι ο δημιουργός της δεν θα επηρεαζόταν από τον πολυήμερο εγκλεισμό εντός των τειχών της οικίας του, αλλά ίσα-ίσα θα γινόταν ακόμα παραγωγικότερος φέρνοντάς μας νέα επεισόδια του show του.

Εντάξει, αυτός δεν είναι απλά κάποιος τυχαίος κυριούλης που θυμήθηκε τα παλιά και είπε να ρίξει μία γύρα στο Jetpac. Είναι ο Dr. Steven Vickers, υπεύθυνος για τις ROMs, τα manuals και τις διαλέκτους της Sinclair BASIC των ZX81 και ZX Spectrum. Not exactly a lightweight, θα έλεγε κάποιος! (μπροστά του βρίσκεται ένας Recreated ZX Spectrum, που επί της ουσίας είναι απλά ένα... πληκτρολόγιο!)

Δεν θα μπω αυτή τη φορά στην διαδικασία να σας πω τι πραγματεύεται νέο video του Paul - πάντως έχει σίγουρα σχέση με τον ZX Spectrum! Αυτό στο οποίο θα σταθώ είναι μία φράση του συμπαθούς Άγγλου δημιουργού, που μου έκανε εντύπωση και με έβαλε σε σκέψεις. Λέει λοιπόν ο Paul σε μία αποστροφή του λόγου του (και στα αγγλικά, εννοείται) "αν το σκεφτείς, από όλα τα πράγματα που είχα το 1982-'83 το μόνο που έχω ακόμα και το χρησιμοποιώ σε καθημερινή βάση, παίζω με αυτό, γράφω προγράμματα, φτιάχνω το Show, είναι ο Spectrum". Και, ναι ρε γαμώτο, αν κάτσει να το αναλογιστεί κανείς, αυτοί οι άτιμοι οι υπολογιστές των 80s, τουλάχιστον για εμάς τους retro computer lovers αποτελούν κομμάτι της ζωής και της καθημερινότητάς μας, ακόμα και τώρα, 30-40 χρόνια μετά. Όλα τα άλλα πράγματα που είχαμε τότε, ρούχα, στερεοφωνικά, τηλεοράσεις, τηλέφωνα, φωτιστικά, περιοδικά, βιβλία, παιχνίδια, δίσκοι, κασέτες κ.ά. ή έχουν προ πολλού εξαφανιστεί από τη ζωή μας, ή αποτελούν μια νοσταλγική νότα αυτής με την οποία μπορεί να ασχοληθούμε μία στο τόσο, περισσότερο για να δείξουμε στα παιδιά μας "πώς ζούσαμε τότε" ή για να ανεβάσουμε μερικές φωτογραφίες στα social media. Όχι όμως οι υπολογιστές των 80s: αυτοί παραμένουν εδώ, στις επάλξεις, και, διάολε, αν δεν τους είχαμε θα μας έλειπαν! Τι περισσότερο μπορεί να πει κανείς για να γίνει κατανοητό το μεγαλείο αυτών των - κατά τα άλλα - "απλών" εμπορικών προϊόντων/ηλεκτρονικών συσκευών; Μήπως αυτά τα άψυχα κουτιά με την εξεζητημένη - για τα σημερινά δεδομένα - αισθητική ήταν τελικά κάτι παραπάνω; Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους, για τους "γιαλαντζί" ρετροκομπιουτεράδες που ίσως και να μην πολυενδιαφέρονται πραγματικά, αλλά για εμάς, τους "άλλους", που αφού επί χρόνια ασχοληθήκαμε με ό,τι ηλεκτρονικό gadget και τεχνολογικό καλούδι υπήρχε τελικά κάναμε τον κύκλο μας και επιστρέψαμε στα ίδια, οι υπολογιστές των 80s είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια πρόσκαιρη μόδα μιας άλλης εποχής: είναι μηχανήματα που μιλάνε απευθείας με την ψυχή μας, χρησιμοποιώντας ένα δικό τους, ιδιαίτερο interface επικοινωνίας που, απ' ότι φαίνεται, είναι κοινό και ανεξάρτητο πλατφορμών και τεχνολογιών. Δεν πα να είναι είτε ZX Spectrum είτε Amiga, τα ίδια αισθητήρια μας διεγείρει, και τα αποτελέσματα είναι ακριβώς τα ίδια όπως και τότε. Όχι, δεν μπορείς να ισχυριστείς κάτι αντίστοιχο για άλλα πράγματα που μπορεί να είχες στην κατοχή σου στα 80s: το impact των 8μπιτων και των 16μπιτων είναι το κάτι άλλο και είμαι σίγουρος πως εσείς που διαβάζετε αυτή την ανάρτηση το γνωρίζετε και με το παραπάνω!

Α, ναι, μην ξεχάσουμε εντελώς και το θέμα της ανάρτησης, ε; Παρακάτω μπορείτε να παρακολουθήσετε το 93ο επεισόδιο του The Spectrum Show.


Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

Commodore 64 σε VGA, απλά και εύκολα!

Καλή σας μέρα φίλες και φίλοι, και Χρόνια Πολλά!

Ανήμερα μίας πολύ ιδιαίτερης Κυριακής του Πάσχα αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από την τελευταία, την πιο φρέσκια δημιουργία του καλού μου φίλου Δημήτρη (MasterGR) που μας έπιασε... αδιάβαστους, καθώς δεν μας είχε πληροφορήσει ότι θα κυκλοφορούσε κάτι καινούριο - και μάλιστα για τον Commodore 64.

What's wrong with this picture?

Όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι, ο Commodore 64 μοιραζόταν την ίδια video έξοδο (ίδιο βύσμα, ίδιο pinout) με τον προκάτοχό του VIC-20, αλλά και τους διαδόχους του Commodore 16, Commodore Plus/4, Commodore 128 και Commodore 128D. Για καλή τύχη όλων μας, αυτή η έξοδος, με το κατάλληλο καλώδιο "έβγαζε" composite video και audio, καθιστώντας πανεύκολη την σύνδεση όλων αυτών των μηχανημάτων σε - σχεδόν - οποιουδήποτε τύπου monitor ή τηλεόραση.

A-ha!

"Οποιουδήποτε τύπου" έγραψα; Χμμμ... γράψτε λάθος: τα PC monitors έμεναν στην απέξω. Εντάξει, μικρό το κακό θα μπορούσε να πει κάποιος - και προσωπικά θα συμφωνούσα -, αλλά εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, δεν νομίζετε;

Έτσι λοιπόν, με την αυγή του 2020, προλαβαίνοντας οριακά... τον Covid-19 (!), ο MasterGR αποφάσισε να εφοδιάσει οποιονδήποτε τυχόν ενδιαφερόταν ή είχε ανάγκη κάτι τέτοιο με ένα ολοκαίνουριο μαραφέτι, ένα θαυματουργό κουτάκι που δίνει στον κάτοχό του τη δυνατότητα να συνδέσει τον 64άρη του (και όλους τους υπόλοιπους 8μπιτους Commodore που ανέφερα παραπάνω, φυσικά) σε οποιαδήποτε οθόνη έχει είσοδο VGA, είτε αυτή έχει αναλογίες 4:3 είτε 16:9, είτε είναι καθοδικής λυχνίας είτε κάποιου πιο σύγχρονου - και ευκολότερα μεταφερόμενου - τύπου όπως LCD, LED, Plasma και οτιδήποτε σχετικό...

So, MasterGR strikes again!

Το C64 to VGA λοιπόν (κάποιες φορές το όνομα λέει όντως τα πάντα) έρχεται σε ένα κομψό κουτάκι στο χρώμα που θα επιλέξει ο αγοραστής, και έχει καλώδιο για σύνδεση με την έξοδο audio/video του Commodore 64, καλώδιο με βύσμα τύπου RCA για την έξοδο ήχου και θηλυκές υποδοχές για VGA και τροφοδοσία. Το τροφοδοτικό περιλαμβάνεται στην συσκευασία και στην τιμή του μετατροπέα, οπότε το μόνο που θα χρειαστεί να βάλει όποιος αποκτήσει το C64 to VGA είναι ο 64άρης και η οθόνη.


"Απλά και εύκολα" αναφέρω στον τίτλο της ανάρτησης και πράγματι έτσι είναι: η όλη διαδικασία είναι πραγματικά plug and play, καθώς, με το που θα ανάψετε τα πάντα, απλά θα έχετε την εικόνα του Commodore 64 στην VGA οθόνη σας. Δεν μένουμε εδώ όμως: το C64 to VGA έχει και διάφορα ρυθμιστικά κουμπάκια, που δίνουν τη δυνατότητα να ρυθμίσουμε contrast, φωτεινότητα, κορεσμό, χρωματική θερμοκρασία και, το κυριότερο, ανάλυση. Για καλή μας τύχη υποστηρίζει σχεδόν όλες τις "κλασικές" αναλύσεις που μπορούμε να συναντήσουμε σε μία οθόνη (800x600, 1024x768, 1280x1024, 1280x720, 1366x768, 1680x1050 και 1920x1080 pixels) στα 60 και στα 75Hz, γεγονός που, λογικά, μας δίνει τη δυνατότητα να το συνδέσουμε... οπουδήποτε. Περαιτέρω ρυθμίσεις δεν υπάρχουν (π.χ. για scanlines), αλλά απ' όσα είδα και δοκίμασα θεωρώ ότι το C64 to VGA θα ικανοποιήσει την πλειοψηφία των χρηστών, που απλά επιθυμεί να νιώσει την εμπειρία του Commodore 64 στην οθόνη του υπολογιστή του (ή στην τηλεόρασή του).


Βάσει των παραπάνω, η εικόνα που μας δίνει το C64 to VGA είναι ικανοποιητική, χωρίς από τη μία να παρουσιάζει την ψηφιακή αρτιότητα του output του TheC64 και χωρίς από την άλλη να ταλαιπωρεί με τα ελαττώματα της composite. It is what it is, and what it is is sufficient κατά την προσωπική μου άποψη (μπορείτε να το επιβεβαιώσετε από τις φωτογραφίες).


Συνολικά θεωρώ ότι το C64 to VGA είναι μία πάρα πολύ καλή επιλογή, ειδικά αν λάβουμε υπόψη και την τιμή του (42€), το ότι έρχεται μαζί με το τροφοδοτικό του και το ότι υποστηρίζει πολλές αναλύσεις, πράγμα που σημαίνει ότι είναι μάλλον (ιδιαιτέρως) απίθανο το να μην συνεργάζεται με την οθόνη σας. Για περαιτέρω πληροφορίες δείτε εδώ ή στείλτε email στον Δημήτρη. Καλό Πάσχα και μείνετε υγιείς!



Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Chillobits για Amiga

Παρόλο που έχω την 1200άρα μου συνδεδεμένη και ετοιμοπόλεμη, γεμάτη με παιχνίδια και demos, και παρόλο που βρίσκεται στο ίδιο γραφείο με το PC στο οποίο εργάζομαι, δεν την ανάβω σχεδόν ποτέ. Την άλλη, την πιο αγαπημένη, την 500άρα μου, την έχω σε μία ντουλάπα. Τις δισκέτες της, στο πατάρι. Όσο πια μακριά είναι ο πειρασμός, τόσο καλύτερα.

Αλλά σας έγραφα για την 1200άρα. Ναι, το λοιπόν, η έρμη είναι σαν καινούρια, την έχω τοποθετήσει και σε ένα πανέμορφο, διάφανο case, όλα τα λεφτά μιλάμε. Αλλά το κουμπάκι στο τροφοδοτικό της δεν θα είναι υπερβολή ότι μπορεί και να περάσει ολόκληρο εξάμηνο χωρίς να το πατήσω. Γιατί, τι συμβαίνει; Χρησιμοποιώ εξομοιωτές;


Please, τη μηχάνημα είναι στο γραφείο μου, δεν είναι στο εξοχικό μου! Γιατί να χρησιμοποιήσω εξομοιωτή; Όχι, δεν είναι αυτό. Είναι μάλλον αυτό που (ξανα)διαπίστωσα βλέποντας το Chillobits, το ολοκαίνουριο demo του group Offence, που μάλιστα τρέχει και σε απλή Amiga 500. Χωρίς λοιπόν το Chillobits να είναι κάποιο μοναδικό στα χρονικά αριστούργημα, το βλέπεις να τρέχει και σου θυμίζει ότι πράγματα που είναι από δύσκολα μέχρι αδύνατα για άλλους υπολογιστές της εποχής, για την Μεγάλη Κυρία του home computing είναι παιχνιδάκι. Να είναι ο κρυστάλλινος ήχος; Να είναι τα υπέροχα γραφικά με τον ένα σκασμό χρώματα; Να είναι αυτή η άτιμη η ομαλότητα στην κίνηση, αυτή η smooth as silk εντύπωση που σου δίνει, λες και ό,τι βλέπεις ανανεώνεται ένα εκατομμύριο φορές το δευτερόλεπτο; Να είναι που όλα αυτά μαζί της δίνουν της άτιμης έναν αέρα αρχοντιάς και υπεροχής απέναντι σε οτιδήποτε άλλο εμφανίστηκε στις βιτρίνες των computer shops την χρυσή δεκαετία του '80;

Όπως έγραψα παραπάνω, το Chillobits δεν είναι κανένα αριστούργημα. Το όνομά του, μάλιστα, "Τσιλομπίτς", είναι σαν κακό αστείο, του τύπου "πώς λένε το kilobits στα κρητικά;". Αλλά τρέχει σε οποιαδήποτε Amiga κι αν το βάλετε, και θυμίζει αυτό που κι εγώ δεν θέλω να θυμάμαι: ότι, αν ανάβω την Amiga συχνότερα, μπορεί η σαγήνη της να με κάνει να σταματήσω να ασχολούμαι με τα άλλα μηχανάκια - και αυτό είναι κάτι που δεν σκοπεύω να επιτρέψω να συμβεί. Άστο, μια φορά το χρόνο, σε κάθε Amicamp, φτάνει. Είναι πολύ καλή για πιο συχνά.

Α, ναι, το Chillobits:


Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Gnork!: ο VIC-20 γίνεται Amiga!

Από την Wikipedia: Overachievers are individuals who "perform better or achieve more success than expected." The implicit presumption is that the "overachiever" is achieving superior results through excessive effort.

Δεν ξέρω από πότε ακριβώς μου κόλλησε αυτή η λόξα με τα overachievements και τους overachievers: ήταν όταν είδα τους Boston Celtics του '84 που "δεν έτρεχαν, δεν πηδούσαν" να κατακτούν τον τίλο στο NBA απέναντι στους φαντεζί Los Angeles Lakers του Magic Johnson και του showtime basketball; Ήταν όταν πρωτοαντίκρισα το Knight Lore της Ultimate στον ταπεινό ZX Spectrum; Όταν η Εθνική μας κατέκτησε το Ευρωμπάσκετ του '87 κόντρα στα θηρία της Σοβιετικής Ένωσης και τους βιρτουόζους αστέρες της Γιουγκοσλαβίας; Ή, μήπως, κάθε φορά που χωμένος στο αναπαυτικό κάθισμα του σινεμά βυθιζόμουν στον φανταστικό - και όχι και τόσο πολυδιάστατο, είναι η αλήθεια - κόσμο του Rocky Balboa που βασιζόμενος σε μία απαράμιλλη θέληση (και ένα γρανιτένιο σαγόνι) και ένα μοναδικό work ethic επικρατούσε αντιμετωπίζοντας νεότερους και πιο προικισμένους αντιπάλους (που όμως δεν είχαν το βλέμμα του τίγρη, μην το ξεχνάμε αυτό!);


Όπως έγραψα και παραπάνω, δεν ξέρω πότε ακριβώς μου κόλλησε αυτή η λόξα. Το θέμα είναι ότι μου κόλλησε. Και το αποτέλεσμα αυτής είναι ότι με "φτιάχνει" πολύ περισσότερο ένα Peugeot 106 Rallye από μία φανταχτερή Porsche GT3, ένα netbook με επεξεργαστή Atom που κουτσοπαίζει το πρώτο Call of Duty από έναν Ryzen που τρέχει την τελευταία κυκλοφορία της σειράς, ένας "πινέζας" μπασκετμπολίστας από κάποιο θαύμα της φύσης με ύψος 2,16m, ένα ομαλό μονόχρωμο text scroller στον ZX81 απ' ότι μία αντίστοιχη χρωματική πανδαισία με εντυπωσιακά εφέ στην Amiga. Και πάει λέγοντας, θέλω να πιστεύω ότι το πιάσατε το νόημα...

Έτσι λοιπόν, στον κόσμο του retro computing, όσο πιο παλιό είναι το μηχάνημα, όσο πιο ταπεινά τεχνικά χαρακτηριστικά διαθέτει, τόσο περισσότερο εντυπωσιάζομαι όταν κάποιος ή κάποιοι το προγραμματίζουν έτσι ώστε να "κάνει παπάδες" (η όχι και τόσο επίσημη αλλά ευστοχότατη μετάφραση του overachievement). Φυσικά, και επειδή ακριβώς μιλάμε για retro computers με μηδαμινές δυνατότητες συγκριτικά με τα σημερινά τεχνολογικά θηρία, σχεδόν οτιδήποτε βλέπουμε να κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια αποτελεί overachievement: και μόνο το γεγονός ότι κάποιοι απαρνήθηκαν τις σύγχρονες γλώσσες προγραμματισμού και έβγαλαν τα μάτια τους προγραμματίζοντας σε assembly προκειμένου να επιτύχουν ικανοποιητικές ταχύτητες, σε κάνει να τους βγάζεις το καπέλο...

Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι σήμερα αποφάσισα να σταθώ και να μοιραστώ μαζί σας το Gnork!. Πρόκειται για ένα demo για τον VIC-20, τον τόσο όμοιο αλλά ταυτόχρονα και τόσο διαφορετικό πρόγονο του Commodore 64. Το Gnork! χρειάζεται επέκταση μνήμης 16ΚΒ για να τρέξει, ανεβάζοντας έτσι τη συνολικά ποσότητα της διαθέσιμης RAM του μηχανήματος στο ιλιγγιώδες νούμερο των... 21ΚΒ!


Τι έκαναν λοιπόν οι coders του group Desire με αυτά τα 21ΚΒ; "Παπάδες", είναι η εύκολη και μονολεκτική απάντηση. Γιατί, πώς αλλιώς να το πεις όταν βλέπεις εντυπωσιακά εφέ που έχεις συνηθίσει στην Amiga και στον 64άρη σε ένα μηχάνημα που κυκλοφόρησε για να αντιμετωπίσει το... Atari 2600; Και μια και ανέφερα την Amiga, το Gnork! ολοκληρώνεται με την bouncing ball της Μεγάλης Κυρίας έτσι, για να βοηθήσει η εικόνα να καταλάβουν την έννοια του overacievement όσους δεν την κατανόησαν μέσα από το κείμενο. Το Gnork! μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ για να το χαρείτε σε έναν πραγματικό VIC-20, έναν TheC64 ή, απλά, σε έναν εξομοιωτή.


Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

The Spectrum Show επεισόδιο 92

Έτσι είμαστε εμείς οι μαθουσάλες, δεν μασάμε. "Είμαστε 8μπιτοι εμείς, μην ανησυχείς" που μου έγραψε και ένα φιλαράκι τις προάλλες. Τι να πω; Μακάρι. Αν έχουμε κάτι από την αντοχή του ZX Spectrum για παράδειγμα, τότε δεν ανησυχώ. Μιλάμε άλλωστε για ένα μηχάνημα που ήταν φτηνό, κατασκευαζόταν με τα φθηνότερα (βλ. χειρότερα) υλικά που μπορούσε να προμηθευτεί ο "θείος", και όμως, σχεδόν 40 χρόνια μετά αρκετοί από δαύτους συνεχίζουν να δουλεύουν απροβλημάτιστα, την ίδια ώρα που PCs 12ετίας βγαίνουν off λόγω πυκνωτών! Βρε, μπας και τελικά είναι αλήθεια το περίφημο "they don't make them anymore like they used to"; Μπας και πιάνει και εμάς, τους δεινόσαυρους, τα κατσιασμένα, ζαρωμένα, ξεδοντιάρικα μα και πεισματάρικα απομεινάρια μίας άλλης εποχής;

Ξέρω πάντως ότι τον Paul Jenkinson τον πιάνει σίγουρα. Ποιες πανδημίες, προχωρημένες ηλικίες και πράσινα άλογα; Ο Paul εκεί, αγέρωχος, αειθαλής και στοχοπροσηλωμένος όσο κανένας άλλος. Ή, πιο σωστά, όσο μερικοί ακόμα της γενιάς του (μας). ZX Spectrum; Ναι, εκεί, εμπλοκή, ZX Spectrum μέχρι να σβήσει ο ήλιος. Μέχρι να βγει η Ελλάδα από τα μνημόνια. Μέχρι να παραδεχτούν οι Αγγελόπουλοι τον μπασκετικό Παναθηναϊκό. Μέχρι να σκουριάσει ο Robocop. Μέχρι να... ΟΚ, καταλαβαίνετε πώς πάει αυτό...

Μιας και ο κορονοϊός λοιπόν μπορεί να είναι από αρκετά έως πολύ επικίνδυνος για τους ανθρώπους αλλά καθόλου για τον σκληροτράχηλο ZX Spectrum, τα τέλη Μαρτίου σημαδεύτηκαν από την κυκλοφορία ενός ακόμα επεισοδίου του The Spectrum Show, αλλά και ενός νέου τεύχους του ομώνυμου περιοδικού, με θέμα εξωφύλλου τον ZX Spectrum Next. Το video μπορείτε να το δείτε παρακάτω, και το περιοδικό να το κατεβάσετε από εδώ.

Άντε, αν γουστάρετε ZX Spectrum σας φτιάξαμε και πάλι. Προς τι ο πληθυντικός, όμως; Διόρθωση: ο Paul Jenkinson σας έφτιαξε και πάλι. Καλή διασκέδαση!


Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Καλοκαιράκι με Amicamp. Λέτε;

Όπως θα γνωρίζετε όσοι ασχολείστε με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Amiga ή όσοι διαβάζετε τακτικά αυτό εδώ το blog, τα τελευταία χρόνια διοργανώνεται σε ετήσια βάση ένα event με κεντρικό θέμα την "Μεγάλη Κυρία" του home computing, με ιδιαίτερο βάρος στις σύγχρονες υλοποιήσεις της και τις εκδόσεις του λειτουργικού της στον 21ο αιώνα (AmigaOS 4.x, MorphOS, AROS). Η διοργάνωση αυτή ονομάζεται Amicamp, και ήδη έχουν διεξαχθεί 7 (να τα εκατοστήσουμε!).

Για την φετινή χρονιά το Amicamp είχε προγραμματιστεί να λάβει χώρα το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, ήτοι στις 28-29 Μαρτίου. Όπως καταλαβαίνετε κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό λόγω της τρέχουσας κατάστασης με την πανδημία του κορονοϊού, καθώς μία διοργάνωση σαν το Amicamp με αρκετό κόσμο σε έναν κλειστό χώρο θα ήταν αφενός... αυτοκτονία για όσους θα συμμετείχαν και αφετέρου θα ήταν εγγυημένη η αποτυχία της.

Με τα παραπάνω στο μυαλό και ορθά σκεπτόμενοι οι διοργανωτές του Amicamp αποφάσισαν εγκαίρως να αναβάλλουν το όλο gathering για το καλοκαίρι που θα μας έρθει, και πιο συγκεκριμένα για το παρθενικό Σαββατοκύριακο του Ιουλίου (4-5/7). Φυσικά, την ώρα που γράφω αυτές τις λέξεις κανείς δεν γνωρίζει τι θα έχει συμβεί μέχρι τότε και εάν το διάστημα των τριών μηνών που θα μεσολαβήσει θα αποδειχτεί επαρκές προκειμένου να ησυχάσουμε από τον κορονοϊό, να ξαναβγούμε από τα σπίτια μας και να αρχίσουμε σιγά-σιγά να επιστρέφουμε στους κανονικούς ρυθμούς της ζωής μας και στην καθημερινή ρουτίνα μας που εσχάτως αρχίσαμε να νοσταλγούμε!

Ελπίζοντας πρώτα απ' όλα λοιπόν να έχουμε άπαντες την υγεία μας και να τελειώσουν οι περιπέτειές μας με την αποτελεσματική αντιμετώπιση και τον περιορισμό του ιού, φαίνεται εξαιρετική προοπτική το να μπούμε στον Ιούλιο ξεκινώντας με ένα Αμιγκικό Σαββατοκύριακο ξενοιασιάς και διασκέδασης, για να μπορέσουμε να καθαρίσουμε μια και καλή το μυαλό μας από το (πρωτόγνωρο για τη γενιά μας) διάστημα του κατ' οίκον εγκλεισμού και του φόβου για τα χειρότερα.

Μετά από όλα αυτά άλλωστε το Amicamp φαίνεται σαν μια εξαιρετική ιδέα για το καλοκαίρι, δεν συμφωνείτε;


Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

The speed of BASIC: η παράξενη περίπτωση του Commodore 128 και η τελική κατάταξη (μέρος 5ο)

Να 'μαστε και πάλι με το τελευταίο μέρος του θέματος για την ταχύτητα της γλώσσας BASIC στα δημοφιλέστερα 8/16bit μηχανήματα (τα προηγούμενα μέρη μπορεί να τα βρείτε εδώ: 1ο, 2ο, 3ο και 4ο).

Τα όσα θα διαβάσετε στη συνέχεια δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να αλλάξουν ριζικά ό,τι αποκομίσατε από την ανάγνωση των προηγούμενων μερών και, για να λέμε και την αλήθεια, έχουν περισσότερο εγκυκλοπαιδική σημασία παρά ουσιαστική. Θα ασχοληθούμε λοιπόν κάπως εκτενέστερα με την περίπτωση του Commodore 128, ενός υπολογιστή που είχε πάμπολλες ιδιαιτερότητες, μία εκ των οποίων θα μας απασχολήσει και στη συνέχεια.

Αν θυμάστε τα αποτελέσματα των benchmarks στα 3 πρώτα μέρη, ο Commodore 128, αν και εφοδιασμένος ουσιαστικά με τον ίδιο επεξεργαστή με τα υπόλοιπα 8bit μοντέλα της Commodore, ήταν ο πιο αργός μεταξύ των ομόσταυλών του. Προφανώς έπαιζε ρόλο η πολυπλοκότητα (;) της Commodore BASIC 7.0, αλλά τι συνέβαινε με την ταχύτητα του 8502; Αυτή δεν γινόταν πουθενά αντιληπτή;


Ο Commodore 128 διέθετε 2 chip γραφικών: το VIC-II, το ίδιο δηλαδή με αυτό του Commodore 64 για συμβατότητα με τον πρόγονό του, αλλά και το VDC, που του παρείχε 80στηλο text mode και γραφικά υψηλής ανάλυσης. Όταν ο 128άρης λειτουργούσε σε C64 mode τότε επιστρατευόταν το VIC-II, το οποίο λειτουργούσε στο 1MHz όπως και ο 8502. Θα περίμενε κανείς όταν λειτουργούσε σε C128 mode λοιπόν να επιστρατεύεται το VDC, έτσι δεν είναι; Ε, και ναι, και όχι. Βλέπετε, το VDC είχε άλλη έξοδο από το VIC-II - μιλάμε για chips στον ίδιο υπολογιστή, μην ξεχνιόμαστε - οπότε, για να μπορούν να χρησιμοποιούσουν το μηχάνημα όσοι δεν διέθεταν RGB monitor, όταν ο 128άρης "έπαιζε" σε 40στηλο mode απεικόνισης χρησιμοποιούσε το VIC-II. Έλα όμως που το τελευταίο δεν είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει στα 2MHz! Το αποτέλεσμα των αλλοπρόσαλλων αυτών επιλογών ήταν το εξής: όταν ο υπολογιστής λειτουργούσε σαν Commodore 128 αλλά με composite monitor ή τηλεόραση να απεικονίζει 40 στήλες κειμένου και ο επεξεργαστής του να τρέχει στο 1MHz και όταν κάποιος χρησιμοποιούσε RGB οθόνη με 80στηλη απεικόνιση ο επεξεργαστής (και το VDC) να τρέχει στα 2MHz! Αλλά - και εδώ είναι το καλύτερο - υπήρχε η δυνατότητα, ακόμα και στο 40στηλο να "γυρίσουμε" τον επεξεργαστή στα 2MHz. Πώς; Μα, απλούστατα, χρησιμοποιώντας τις εντολές FAST και SLOW και κόβοντας την απεικόνιση στην οθόνη, ακριβώς όπως συνέβαινε δηλαδή και με τον ZX81 μερικά χρόνια νωρίτερα! Και, αν με τον ZX81 αυτό μπορούσε να γίνει εν μέρει αποδεκτό λόγω της πολύ χαμηλής τιμής του και της εποχής που κυκλοφόρησε, τι μπορεί κανείς να πει για τον Commodore 128; Αστεία και απαράδεκτα πράγματα θα έλεγα αν με ρωτούσατε για ένα μηχάνημα που ούτε φτηνό ήταν και αποτελούσε και τον διάδοχο του πλέον επιτυχημένου home computer παγκοσμίως...

Με όλα τα παραπάνω ως δεδομένα, θα επαναλάβουμε λοιπόν τα benchmarks 1-8 σε FAST mode λειτουργίας, κλείνοντας την απεικόνιση στην οθόνη μέχρι την ολοκλήρωση των υπολογισμών. Τα αποτελέσματα, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε, διαφοροποιούνται αρκετά:

Benchmark #1

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 1,2 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 2,2 sec


Benchmark #2

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 5,7 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 11,7 sec


Benchmark #3

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 10,7 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 22,2 sec


Benchmark #4

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 11,2 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 23,7 sec


Benchmark #5

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 12,5 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 26,4 sec


Benchmark #6

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 20 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 42,75 sec


Benchmark #7

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 32,50 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 68 sec


Benchmark #8

Commodore 128 (8502/2MHz) --> 61 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 128,5 sec



Βλέπουμε από τα παραπάνω ότι στα 2MHz ο υπολογιστής λειτουργεί στην διπλάσια ταχύτητα (ποιος θα το περίμενε;) και κάνει πάνω-κάτω τον μισό χρόνο σε όλες τις δοκιμές. Τον κατατάσσει όμως αυτό στην κορυφή των 8μπιτων; Όχι, όπως θα δούμε αν συγκρίνουμε τους χρόνους του με αυτούς των Acorn BBC model B & Electron και Amstrad CPC 464:


Benchmark #1

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 0,8 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 1,11 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 1,13 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 1,2 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 2,2 sec


Benchmark #2

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 3,1 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 3,4 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 4,01 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 5,7 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 11,7 sec


Benchmark #3

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 8,1 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 9,4 sec  
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 10,7 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 11,12 sec 
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 22,2 sec


Benchmark #4

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 8,7 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 9,8 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 11,2 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 11,76 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 23,7 sec


Benchmark #5

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 9,0 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 10,39 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 12,4 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 12,5 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 26,4 sec 


Benchmark #6

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 13,9 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 18,72 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 19,33 sec 
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 20 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 42,75 sec


Benchmark #7

Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 21,2 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 28,71 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 30,81 sec 
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 32,50 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 68 sec  


Benchmark #8

Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 34,48 sec 
Acorn BBC Micro model B (6502/2MHz) --> 49,9 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 61 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 72,53 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 128,5 sec 


Όσοι περίμεναν θριάμβους, προφανώς θα απογοητεύτηκαν: ο Commodore 128 μόλις 3 στις 8 φορές κατόρθωσε να "χωθεί" μέσα στην πρώτη τριάδα των 8μπιτων, και αυτό στην 3η θέση και χωρίς απεικόνιση στον οθόνη! Δεν το λες και μεγαλειώδες όπως και να το κάνουμε...


Στο σημείο αυτό, και μετά την - απολύτως λογική - παραίνεση του φίλου μου Δημήτρη Φ. (dimfil) δοκιμάσαμε και κάποιες πιο εξελιγμένες διαλέκτους της BASIC στους Atari XL και Commodore 64, ήτοι τις Turbo BASIC XL και Simon's BASIC. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η Turbo BASIC XL λίγο-πολύ επιβεβαιώνει το πρώτο συνθετικό της ονομασίας της, ενώ, από την άλλη, η Simon's BASIC, η οποία ποτέ δεν διαφήμισε την ταχύτητά της, αποδείχτηκε ότι... καλώς έπραξε! Για να δούμε τι αποτελέσματα μας έδωσαν λοιπόν οι δύο εξ' Αμερικής 8μπιτοι:


Benchmark #1

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 0,85 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 1,2 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 1,5 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 2,2 sec


Benchmark #2

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 3,27 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 7,3 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 9,3 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 10,5 sec


Benchmark #3

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 7,94 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 17,6 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 19,5 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 19,7 sec


Benchmark #4

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 8,74 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 18,8 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 21 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 24,1 sec


Benchmark #5

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 9,58 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 21 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 22,3 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 26,3 sec


Benchmark #6

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 14,74 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 29,5 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 34 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 40,3 sec


Benchmark #7

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 24,71 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 54 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 55,4 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 60,1 sec

Benchmark #8

Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 56,53 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 118 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 119,3 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> - sec



Μάλιστα. Αφού λοιπόν διαπιστώσαμε ότι με την κατάλληλη γλώσσα οι 8μπιτοι Atari είναι, speed-wise, άλλα μηχανήματα, και πριν πάμε στην συνολική κατάταξη, θα εξετάσουμε και μια νέα, ολόφρεσκια προσθήκη: αναφέρομαι στον ZX Spectrum Next, ο οποίος θα μας δείξει πόσα απίδια πιάνει ένας Z80A (σε FPGA) στα 28MHz απέναντι στον παλιό, καλό ZX Spectrum.

Benchmark #1

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 0,8 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 4,4 sec


Benchmark #2

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 1,45 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 8,2 sec


Benchmark #3

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,2 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 20 sec


Benchmark #4

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,1 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 19,2 sec


Benchmark #5

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,55 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 23,1 sec


Benchmark #6

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 8,45 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 53,4 sec


Benchmark #7

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 12,32 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 77,6 sec


Benchmark #8

ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 36,8 sec
ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 239 sec


Όπως αναμενόταν, ο ZX Spectrum Next, παρά το γεγονός ότι η Next BASIC είναι υπερσύνολο της Sinclair BASIC που βασίζεται στην τελευταία (με ό,τι κακό αυτό συνεπάγεται από άποψη ταχύτητας) είναι κατά πολύ πιο σβέλτος από τον original 48άρη Spectrum και, συνολικά, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, βρίσκεται στην κορυφή των 8μπιτων, χωρίς όμως να μπορεί να πλησιάσει τις κορυφαίες επιδόσεις των 16μπιτων με πολύ πιο χαμηλά χρονισμένους επεξεργαστές...


Τώρα λοιπόν που έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα από όλα τα μηχανήματα, θα σας αραδιάσω όλα τα αποτελέσματα με οτιδήποτε  ήταν δυνατόν να δοκιμαστεί συν μερικά μηχανήματα-έκπληξη, των οποίων τα αποτελέσματα συνέλεξα από το internet. Πάρτε βαθειά ανάσα και πάμε λοιπόν!

Benchmark #1

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,007 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,04 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 0,40 sec
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 0,8 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 0,40 sec
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 0,5 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 0,60 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 0,85 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 0,85 sec 
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 1,10 sec
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 1,11 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 1,13 sec
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 1,2 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 1,2 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 1,2 sec
Apple II (6502/1,022MHz) --> 1,3 sec
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 1,5 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 1,5 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 1,6 sec
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 1,6 sec
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 1,6 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 1,8 sec
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 1,9 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 2,2 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 2,2 sec
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 2,9 sec
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 4,4 sec
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 4,5 sec


Benchmark #2

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,011 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,15 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 0,80 sec 
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 0,95 sec
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 1,45 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 2,10 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 3,1 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 3,2 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 3,27 sec 
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 3,4 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 4,01 sec
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 5,1 sec 
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 5,2 sec 
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 5,4 sec
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 5,7 sec
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 6,9 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 7,2 sec
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 8,3 sec
Apple II (6502/1,022MHz) --> 8,5 sec 
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 8,7 sec
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 8,8 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 9,3 sec
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 9,3 sec
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 10,2 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 10,5 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 11,7 sec
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 15,2 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 17,1 sec


Benchmark #3

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,024 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,37 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,2 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 1,45 sec  
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,2 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 4,1 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 6,1 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 7,94 sec 
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 8,1 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 9,2 sec 
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 9,5 sec  
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 10,7 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 11,12 sec
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 12,1 sec 
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 15,5 sec
Apple II (6502/1,022MHz) --> 16 sec  
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 16,4 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 17,6 sec
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 17,9 sec 
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 18,1 sec 
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 19,1 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 19,5 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 19,7 sec
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 21,1 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 22,2 sec 
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 22,8 sec 
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 25,4 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 29 sec


Benchmark #4

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,024 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,33 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,25 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 1,35 sec  
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,1 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 5,1 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 6,8 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 8,7 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 8,74 sec 
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 9,7 sec 
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 10,8 sec  
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 11,2 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 11,76 sec
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 12,6 sec 
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 15,8 sec 
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 17,1 sec
Apple II (6502/1,022MHz) --> 17,8 sec  
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 18,8 sec 
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 19,5 sec
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 19,6 sec
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 20,4 sec 
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 21 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 21,6 sec 
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 22,8 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 23,7 sec 
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 24,5 sec 
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 27,4 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 31,4 sec


Benchmark #5

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,025 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,35 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,35 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 1,5 sec  
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 3,55 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 5,75 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 7,6 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 9 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 9,58 sec 
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 10,3 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 12,4 sec 
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 12,5 sec  
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 13,6 sec  
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 13,9 sec  
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 18,3 sec
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 18,6 sec 
Apple II (6502/1,022MHz) --> 19,1 sec  
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 20,6 sec 
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 20,8 sec 
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 21 sec
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 22,3 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 23,3 sec 
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 24 sec 
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 25,8 sec
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 26,1 sec  
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 26,4 sec 
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 33 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 38 sec


Benchmark #6

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,072 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,66 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,30 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 2,2 sec  
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 8,45 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 9,7 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 13,9 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 14 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 14,74 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 18,72 sec 
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 19,1 sec   
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 19,2 sec 
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 20 sec  
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 23,5 sec  
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 27,2 sec
Apple II (6502/1,022MHz) --> 28,6 sec   
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 29,5 sec 
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 30,7 sec  
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 34 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 34,3 sec  
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 34,4 sec  
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 37,6 sec 
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 42,75 sec  
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 45,6 sec
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 49,7 sec 
Oric-1 (6502/1MHz) --> 51,8 sec
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 55,3 sec 
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 61,6 sec  


Benchmark #7

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,096 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 1,04 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,76 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 3,85 sec  
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 12,32 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 13,2 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 20,65 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 21,2 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 24,71 sec 
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 28,71 sec  
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 29 sec 
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 31,1 sec  
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 32,5 sec  
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 37,4 sec  
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 42,2 sec  
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 42,7 sec 
Apple II (6502/1,022MHz) --> 44,8 sec  
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 47,5 sec
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 50 sec  
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 54 sec
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 55,4 sec  
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 58,3 sec 
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 68 sec  
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 68,5 sec 
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 68,5 sec
Oric-1 (6502/1MHz) --> 77,8 sec 
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 80,7 sec 
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 84,4 sec  


Benchmark #8

PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,12 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,85 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,4 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 9,4 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 9,65 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 34 sec  
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 35 sec   
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 36,8 sec
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 49,9 sec
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 56,53 sec 
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 61 sec   
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 72,53 sec  
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 78,85 sec   
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 92 sec  
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 99 sec 
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 106,3 sec   
Apple II (6502/1,022MHz) --> 107 sec  
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 118 sec 
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 119,3 sec
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 128,5 sec  
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 129 sec  
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 136 sec
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 229 sec  
Oric-1 (6502/1MHz) --> 230 sec 
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 236 sec   
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 253 sec 
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 382 sec   
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 412 sec   


Και επειδή με όλα τα μηχανήματα μαζεμένα και όλα τα benchmarks να... χάσατε τη μπάλα (δεν σας αδικώ καθόλου, πιστέψτε με), αν σας κούρασαν όλα τα υπόλοιπα δώστε βάση στην παρακάτω και τελευταία κατάταξη, που βασίζεται στους μέσους χρόνους του κάθε μηχανήματος:

Μέσος χρόνος-Τελική κατάταξη


PC (Celeron/2400MHz) (QBASIC) --> 0,047 sec
Acorn Archimedes A3010 (ARM250/12MHz) --> 0,117 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (AMOS) --> 1,2 sec
Amiga (68000/7,14MHz) (ABasic) --> 6,24 sec
Atari ST (68000/8MHz) (Atari BASIC) --> 8,64 sec
ZX Spectrum Next (Z80A/28MHz) (Next BASIC) --> 8,71 sec
Atari ST (68000/8MHz) (STOS) --> 11,3 sec    
Acorn BBC micro model B (6502/2MHz) --> 14,3 sec
Amstrad CPC 464 (Z80A/4MHz) --> 14,5 sec  
Atari 800XL (6502/2MHz) (Turbo BASIC XL) --> 15,85 sec  
IBM PC (8088/4,77MHz) --> 17,6 sec   
Commodore 128 (8502/2MHz) --> 19,35 sec   
Acorn Electron (6502/2MHz) --> 20,05 sec  
Acorn Atom (6502/1MHz) --> 22,8 sec  
Commodore VIC-20 (6502/1MHz) --> 28,7 sec 
Apple II (6502/1,022MHz) --> 30,4 sec   
Commodore 64 (6510/1MHz) --> 33,1 sec
Commodore Plus/4 (8501/1,76MHz) --> 33,13 sec   
Commodore 64 (6510/1MHz) (Simon's BASIC) --> 35,1 sec 
Dragon 32 (6809/0,89MHz) --> 36,2 sec  
Commodore 128 (8502/1MHz) --> 40,68 sec  
Oric Atmos (6502/1MHz) --> 44,1 sec
Spectravideo SVI-328 (Z80A/3,6MHz) --> 46,7 sec    
Sinclair ZX81 (Z80A/3,5MHz) (Fast mode) --> 51,2 sec  
Sinclair ZX Spectrum (Z80A/3,5MHz) --> 58,5 sec  
Oric-1 (6502/1MHz) --> 59,6 sec 
Atari 800XL (6502/2MHz) --> 73,1 sec  
Texas Instruments TI-99/4A (TMS9900/3MHz) --> 76,6 sec

Ουφ, τέλος. Επιτέλους!

Τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε από την παραπάνω (τελική) κατάταξη; Λοιπόν, το πρώτο και προφανέστερο όλων είναι ότι το πού βρέθηκε τελικά το κάθε μηχάνημα στην παραπάνω λίστα οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο 8ο benchmark: αν την "πάλεψε" σε αυτό θα τα πήγε γενικώς καλά. Αν όχι, θα την έπαθε σαν τον Atari ST (STOS) που ενώ κανονικά θα τερμάτιζε στην 3η θέση, το 8ο benchmark τον... καταβαράθρωσε στην 6η! Επίσης συμπεραίνουμε ότι όλα τα μηχανήματα της Acorn, ανεξαρτήτως εποχής και αρχιτεκτονικής ήταν εξαιρετικά γρήγορα (στην BASIC, πάντα). Ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ 8bit και 16bit μηχανημάτων. Ότι ο IBM PC μάλλον τελικά δεν επικράτησε για την ταχύτητά του (λες και δεν το ξέραμε!). Ότι ο VIC-20 ήταν ο πλέον "τίμιος" 8μπιτος Commodore σε ό,τι είχε να κάνει με την σβελτάδα της BASIC. Ότι ο Apple II, παρά τα χρονάκια του (μιλάμε για υπολογιστή του 1977, αν θυμάστε) τα πήγαινε γενικώς καλά. Ότι αν είχαμε μετρήσει τον ZX81 σε SLOW mode ακόμα θα χρονομετρούσαμε! Ότι ο Oric Atmos με τον Oric-1 είχαν αρκετά μεγάλη διαφορά στην ταχύτητα μόνο και μόνο χάρη στην επιδιόρθωση κάποιων bugs στην ROM (κατά τα άλλα σαν hardware ήταν ίδιοι). Ότι τα μηχανάκια της Sinclair καθώς και οι 8bit Atari γενικώς... σερνόντουσαν. Ότι η Turbo BASIC XL έδινε πραγματικά φτερά στα 8μπιτα Atari, μετατρέποντάς τα από ουραγούς σε ισάξιους ανταγωνιστές των κορυφαίων 8bit micros. Ότι ο ZX Spectrum Next, όπως ήταν αναμενόμενο για ένα τόσο σύγχρονο μηχάνημα, παίζει σε μια δική του κατηγορία, μεταξύ 8μπιτων και 16μπιτων. Και, τέλος, ότι το πλέον αργό μηχάνημα του συγκριτικού είχε 16μπιτο επεξεργαστή (TI-99/4A)!

 Φυσικά, το ένα και απόλυτο συμπέρασμα ως απόρροια όλων των παραπάνω αλλά και όλων των προηγούμενων είναι ότι, τελικά, για την ταχύτητα που μπορεί να πετύχει η BASIC κάποιου υπολογιστή παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο η ίδια η διάλεκτος της γλώσσας, παρά τα MHz, ο επεξεργαστής, τα custom chipsets και οτιδήποτε άλλο...

Αυτά. Ελπίζω να το χαρήκατε κι εσείς όσο και εγώ (λάθος κατακλείδα, έτσι; Κάτι κατάλαβα...).