Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Τα καλύτερα tunes του Commodore 64. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Τα καλύτερα tunes του Commodore 64. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

In SID we trust!

Όποιοι τυχόν είναι θιασώτες του blog μου από τον πρώτο καιρό που το ξεκίνησα, ίσως να θυμούνται μία σειρά αναρτήσεων με τίτλο "Τα καλύτερα tunes του Commodore 64". Μέσα από αυτά τα κείμενα παρουσίαζα κάποια από τα (κατ' εμέ) πλέον εμβληματικά tunes του 64άρη και, κατ' επέκταση της ιστορίας των home computers. Δυστυχώς, ενώ το πήγαινα για (άτυπο) TOP-20, σταμάτησα στις 17 αναρτήσεις καθώς - τότε - δεν μου έρχονταν στο μυαλό tunes άλλα, ικανά να σηκώσουν τον τίτλο "καλύτερα" και κατά συνέπεια προτίμησα να διακόψω τα άρθρα παρά να τα συμπληρώσω με κομμάτια τα οποία - πάντα σύμφωνα με το προσωπικό μου γούστο - θα ήταν απλά "fillers". Υπόσχομαι όμως να επανέλθω λίαν συντόμως, καθώς βρήκα μερικά νέα (για μένα) tunes τα οποία, σε απλά ελληνικά, "τα σπάνε"!


Που τα βρήκα, θα ρωτήσετε. Λοιπόν, καλοί μου φίλοι, σας ανακοινώνω πανευτυχής ότι επιτέλους "έπεσα" πάνω σε μια συλλογή από SID tunes η οποία όχι απλώς ταιριάζει με τα προσωπικά μου γούστα και ακούσματα, αλλά τα συμπληρώνει κιόλας! Κι αυτό, πιστέψτε με, είναι ιδιαιτέρως σπάνιο, καθώς οι περισσότερες λίστες ή videos με τα "top" μουσικά κομμάτια του 64άρη που κυκλοφορούν εκεί έξω με αφήνουν παγερά αδιάφορο ή με εκνευρίζουν κιόλας ενίοτε με την κακογουστιά ή την έλλειψη ορθών ακουσμάτων των δημιουργών τους...

Η συλλογή στην οποία αναφέρομαι ονομάζεται "SID effects", οφείλει την ύπαρξή της στον Chris Whillock, και θα σας δώσει την ευκαιρία να απολαύσετε σε εξαίσια ποιότητα κομμάτια-ύμνους της χρυσής εποχής του Commodore 64. Στην ουσία αποτελείται από 2 CDs, τα κομμάτια των οποίων μπορείτε να κατεβάσετε είτε σε flac είτε σε mp3, αν και, κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη, το πρώτο είναι μάλλον υπερβολή για την περίσταση. Μπορείτε να κατεβάσετε το SID Effects από εδώ.


Φυσικά, κλείνοντας δεν θα παραλείψω να ευλογήσω τα γένια μου και να φουσκώσω σαν (φαλακρό) παγόνι, καθώς αρκετές από τις συνθέσεις που σας είχα παρουσιάσει στα "καλύτερα tunes του Commodore 64" συμπεριλαμβάνονται στο SID Effects - έτσι, για να μη λέτε! Πέραν της πλάκας και της όποιας υπερβολής, με πάσα ειλικρίνεια θεωρώ ότι αυτά εδώ είναι πραγματικά κάποια από τα καλύτερα synth tunes που δημιουργήθηκαν ποτέ, και αντιπροσωπεύουν στο 100% το πλέον αγαπημένο sound chip όλων των εποχών, το Sound Interface Device του Bob Yannes.


Α, ναι, και κάτι τελευταίο: το track listing...

Disk 1
 Ocean Loader IV - Jonathan Dunn
 Cobra/Skyline - Ben Daglish/Sylvester Levay
 Spellbound - Rob Hubbard
 Gordian Tomb - Thomas Detert
 Ghosts 'n Goblins - Mark Cooksey
 Delta - Rob Hubbard
 Panther - David Whittaker
 Clystron - Thomas Detert
 Arkanoid - Martin Galway
 Commando - Rob Hubbard
 LN Wastelands - Ben Daglish
 Monty on the Run - Rob Hubbard
 Elektra Glide - David Whittaker
 One Man and his Droid - Rob Hubbard
 EON - Thomas Detert
 Dragon's Lair Part II Suite

Disk 2
 Sanxion Loader - Rob Hubbard
 Cybernoid - Jeroen Tel
 Auf Wiedersehen Monty - Rob Hubbard and Ben Daglish
 Starforce - Thomas Detert
 Biggles - Ben Daglish/Jon Anderson
 Crazy Comets - Rob Hubbard
 LN2 - Central Park - Matt Gray
 Red Max - David Whittaker
 Lightforce - Rob Hubbard
 Gordian Tomb In-Game - Thomas Detert

(Πηγή: Indie Retro News)

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #20: Warhawk

Εντάξει, τι να λέμε τώρα: ο άνθρωπος είναι για την μουσική του Commodore 64 ό,τι οι Beatles, οι Rolling Stones και οι Led Zeppelin μαζί για τη μουσική γενικότερα. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με ποιότητα, αλλά και με ποσότητα. Πολλοί υπέροχοι μουσικοί μας χάρισαν θεσπέσια chiptunes στον 64άρη ξεζουμίζοντας το SID (Martin Galway, Ben Daglish, Tony Crowther κ.ά.) αλλά αυτό το πράγμα που συμβαίνει με τον Rob Hubbard είναι ασύλληπτο: να ξέρεις ότι είναι ο καλύτερος, ο The Man, ο God amongst humans, και να συνεχίζει να σε εκπλήσσει ακόμα και σήμερα, όταν ανακαλύπτεις μία ακόμα δουλειά του που δεν γνώριζες ή που δεν της είχες δώσει την πρέπουσα σημασία.

Αυτό ακριβώς μου συνέβη με το tune του Warhawk στον Commodore 64, αλλά και στα 8μπιτα μηχανήματα της Atari. Το παιχνίδι της Firebird ήταν επιεικώς μέτριο, ένα shoot 'em up με κάποια καλά στοιχεία και πολύ περισσότερα κουσούρια, όπως άλλωστε ήταν (σχεδόν) ο κανόνας στα παιχνίδια του είδους στον 64άρη μέχρι που εμφανίστηκε η Sarah Jane Avory και... μας πήρε και μας σήκωσε!

Αλλά το θέμα μας εδώ δεν είναι το παιχνίδι αυτό καθαυτό, αλλά η μουσική του. Το tune του Warhawk είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό δείγμα του αστείρευτου ταλέντου του Rob Hubbard, συνεπικουρούμενου από τις... εξωφρενικές δυνατότητες του SID. Καθαρότητα, μελωδία, ρυθμός, πολυφωνίες, όλα είναι εδώ στις κατάλληλες δόσεις για να δώσουν μαθήματα σε όσους μπορούν να κατανοήσουν (ίσως να θυμάστε την γκρίνια μου τις προάλλες για τα soundtracks των σύγχρονων demos). Θα μπορούσα λοιπόν να σταματήσω εδώ, και να σας αφήσω να απολαύσετε αυτό:

Όμως όχι, έχουμε κι άλλο. Βλέπετε, σα να μην έφτανε το γεγονός ότι ο Rob έπαιζε το SID στα... δάχτυλα, ο άνθρωπος, ως μέγιστος composer/coder είχε την ικανότητα να κάνει παπάδες και με άλλα soundchips. Έτσι λοιπόν επιμελήθηκε την μουσική του Warhawk και στην έκδοση για τα 8μπιτα μηχανάκια της Atari, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που όχι μονάχα κάνει το περίφημο POKEY να δείχνει τα δόντια του στο SID, αλλά και το οποίο σε κάποια σημεία θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι ανώτερο αυτού του Commodore 64! Τι, δεν με πιστεύετε; Ιδού:

Αυτά προς το παρόν. Δεν ξέρω ποια έκδοση από τις 2 εκδόσεις προτιμάτε εσείς, αλλά το σίγουρο είναι πως όποια κι αν επιλέξετε αποκλείεται να κάνετε λάθος! Εν τω μεταξύ εγώ μάλλον θα αρχίσω να μελετάω ενδελεχώς τις δουλειές του Rob, γιατί κάτι μου λέει ότι τα αριστουργηματικά chiptunes του ξεχωριστού αυτού καλλιτέχνη είναι πολλά περισσότερα από αυτά που (ορθώς) ανέδειξα μέσα από τη σειρά αναρτήσεων για τα καλύτερα tunes του Commodore 64...

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #17 - Commando

Ε, εντάξει: πλησιάζουμε πια προς την ολοκλήρωση αυτού του άτυπου TOP-20 με τα καλύτερα tunes του Commodore 64 και θα ήταν απίθανο και ταυτόχρονα... ανήθικο (!) να αφήσω εκτός αυτού ένα από τα πλέον κλασικά, αυτό του Commando.


Η μουσική του Commando είναι προϊόν των κόπων και του ταλέντου του ενός και μοναδικού Rob Hubbard, του πολυγραφότατου αυτού (στη σύνθεση SID tunes) μουσικού/προγραμματιστή που μεγαλούργησε (κυρίως) στη δεκαετία του '80. Α, μια και έγραψα για "κόπους" να διευκρινίσω ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό μάλλον δεν ισχύει, καθώς ο εκ γηραιάς Αλβιώνος ορμώμενος συνθέτης δημιούργησε τη μουσική του Commando σε ένα και μόνο βράδυ!


Και, αν στην περίπτωση του κυρίως μουσικού θέματος ο Rob Hubbard χρωστάει την έμπνευσή του στο ίδιο το coin op Commando, στην περίπτωση της μουσικής της οθόνης των high scores - που κατά την ταπεινή άποψη του γράφωντος είναι και η αξιολογότερη εκ των δύο - όλα τα credits ανήκουν στον ίδιο, καθώς πρόκειται καθαρά για δική του σύνθεση.


Συνολικά η μουσική του Commando είναι ιδιαίτερα ευχάριστη και προσφέρει ένα μεγάλο "συν" στην εμπειρία που προσφέρει αυτό το - έτσι κι αλλιώς - εξαιρετικό shoot 'em up. Έχει τύχει δεκάδων remixes μέσα στα 30+ χρόνια που έχουν περάσει από την κυκλοφορία του παιχνιδιού και θεωρείται ως ένα από τα πλέον εμβληματικά και χαρακτηριστικά tunes του Commodore 64. Και - δεν μπορώ, θα το ξαναγράψω! - θυμίζω ότι πρόκειται για δουλειά μίας και μόνο νύχτας!


Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #19: Ghosts n' Goblins

Ίσως πολλοί δεν περιμένατε ότι η σειρά αυτή αναρτήσεων με τα καλύτερα tunes του 64άρη θα είχε συνέχεια. Κάποιοι άλλοι πιθανότατα δεν την προλάβατε καν, αφού η τελευταία καταχώρηση (Monty on the Run) χρονολογείται πίσω στον Αύγουστο του 2016! Η αλήθεια όμως είναι ότι δεκάδες (εκατοντάδες;) υπέροχα SID tunes επένδυσαν ιδανικά τα αντίστοιχα video games του κορυφαίου home computer όλων των εποχών, οπότε θα ήταν άδικο να σταματήσουμε στις 18 σχετικές αναρτήσεις, δεν νομίζετε;

Επιστρέφουμε λοιπόν στα καλύτερα tunes του Commodore 64 μετά από 32 μήνες (!), με μια κλασσική δημιουργία που αποτελεί έργο ενός καλλιτέχνη με τον οποίο δεν είχαμε ασχοληθεί στο παρελθόν. Αναφέρομαι στο tune του Ghosts n' Goblins και στον αξιότιμο κύριο Mark Cooksey.


Ο Mark Cooksey δεν είχε το ταλέντο του Martin Galway αλλά ούτε και υπέγραψε εκατοντάδες συνθέσεις όπως ο (κορυφαίος) Rob Hubbard. Παρόλα αυτά πρόλαβε να επενδύσει ηχητικά τα Bombjack, Space Harrier και Paperboy, με κορυφαία φυσικά δουλειά του το μοναδικό, out of this world, tune του Ghosts n' Goblins. Αν το έχετε ξεχάσει, ακούστε το άλλη μια φορά για να το θυμηθείτε. Αν δεν το γνωρίζετε, απολαύστε και δώστε βάση στο μεγαλείο και τη μοναδικότητά του. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα βγείτε χαμένοι!


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Η απογείωση των SID tunes από έναν Έλληνα metaller!

Από τότε που ξεκίνησα το blog, και για αρκετό καιρό στη συνέχεια, ανέβαζα κατά καιρούς μια σειρά από αναρτήσεις με τα καλύτερα SID tunes του Commodore 64. Έστω, τα καλύτερα κατά την ταπεινή, προσωπική μου άποψη (που στο συγκεκριμένο θέμα τυγχάνει να είναι και η πλέον έγκυρη και δεν σηκώνω κουβέντα!). Μιλάμε για κλασικές συνθέσεις που έμειναν στην ιστορία, από βιρτουόζους του SID όπως οι Rob Hubbard, Ben Daglish (RIP), Martin Galway και άλλους, που έντυσαν με καταπληκτικές, απίστευτες και μοναδικές μουσικές επενδύσεις τις πρώτες μας home computing εμπειρίες πίσω, πολύ πίσω, σε μια εποχή που προτροπές του τύπου "be a man!" δεν αντιμετωπίζονταν με χλεύη και γενική κατακραυγή.

Οι παραπάνω συνθέσεις - και πολλές ακόμη, φυσικά - αντιμετωπίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων με τον δέοντα θαυμασμό και την εκτίμηση που τους άξιζε, και έτυχαν εκατοντάδων διασκευών και επανεκτελέσεων. Για να σας πω όμως τον πόνο μου, οι περισσότερες από αυτές κάθε άλλο παρά με ενθουσίασαν, καθώς απέκλιναν, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, από τα πρωτόλεια tunes που αγαπήσαμε. Όπως όμως και σε κάθε περίπτωση στον μάταιο τούτο κόσμο, έτσι και εδώ, υπάρχει ένα μικρό γαλατικό χωριό που δεν ανήκει στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πείτε το "η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα", καθώς πρόκειται όντως για εξαίρεση.

"Μα τι μας τσαμπουνάει τώρα ο πειραγμένος;" σας σκέφτομαι να αναρωτιέστε. Θα σας πω. Αναφέρομαι σε έναν Έλληνα μουσικό, κιθαρίστα συγκεκριμένα, metaller και διαχρονικό fan του Commodore 64 και της μουσικής του. Το όνομα αυτού; Βαγγέλης Παπαδόπουλος.

Ο περί ου ο λόγος κύριος δημιούργησε μια σειρά από videos με ε-κ-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-έ-ς εκτελέσεις κάποιων κλασικών tunes του 64άρη, και τα ανέβασε στο YouTube. Και ο χαρακτηρισμός δεν αποτελεί επ' ουδενί υπερβολή, καθώς, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, στις εκτελέσεις του Βαγγέλη, πέραν της κιθαριστικής δεινότητας, ξεχωρίζει ο σεβασμός προς το πρωτότυπο, ένας σεβασμός που αποτυπώνεται σε κάθε νότα που θα απολαύσουν τα αυτιά σας ακούγοντας τις δημιουργίες του συμπαθέστατου κιθαρίστα.

Νομίζω πως όταν υπάρχει εικόνα και, κυρίως, ήχος, τα πολλά λόγια είναι απλά... πολλά λογία (!) και, ως εκ τούτου, περιττεύουν. Σας αφήνω με τις θεσπέσιες εκτελέσεις του Βαγγέλη σε κλασικά SID tunes του Commodore 64. Ξεκινήστε φυσικά από το Monty on the Run, έτσι πουλάκια μου;





Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #4 - Rambo First Blood Part II

Γεννημένος το 1966, ο Martin Galway ξεκίνησε από την ηλικία των 17 ετών να προσφέρει τα υπέροχα tunes του στο κοινό. Και, όσο κι αν το έκανε για δουλειά και πληρωνόταν γι' αυτό, θέλω να τονίσω ότι θεωρώ πως πρόκειται περί προσφοράς, γιατί ο άνθρωπος μας χάρισε κάποιες απ' τις καλύτερες μουσικές που έχουν βγει ποτέ από synthesizer υπολογιστή. Περιττό να αναφέρω ότι το κύριο όπλο του στις μουσικές του εξορμήσεις απετέλεσε ο ένας και μοναδικός Commodore 64, εξοπλισμένος με το ένα και μοναδικό Sound Interface Device.


Το 1985, σε ηλικία 19 ετών, ο Martin Galway συνέθεσε και προγραμμάτισε τη μουσική για ένα από τα πραγματικά αξιόλογα παιχνίδια του Commodore 64, το Rambo: First Blood Part II. Το Rambo: First Blood Part II αποτελεί μία από τις καλύτερες δουλειές του Galway καθώς συνέθεσε όχι μόνο το εξαιρετικό loading tune (στην έκδοση για κασέτα) αλλά και την μουσική των τίτλων του παιχνιδιού, η οποία ήταν εξίσου καλή! Η ingame μουσική είναι επίσης εξαιρετική, αλλά αυτή βασίζεται στο theme της ταινίας, και δεν αποτελεί σύνθεση του Galway - τουλάχιστον όχι στο 100% της.

Ο Martin Galway, ως πραγματικός Ιρλανδός με ένα pint στο χέρι (δεξιά). Στην φωτογραφία μπορείτε να δείτε στα αριστερά του δύο ζωντανούς θρύλους του Commodore 64 (και όχι μόνο), τους Jeff Minter και Rob Hubbard.


Στο video που ακολουθεί μπορείτε να απολαύσετε το loading tune (από το 1:44 μέχρι το 5:04) αλλά και το κυρίως μουσικό θέμα του Rambo: First Blood Part II, από το 6:16 μέχρι και το τέλος. "Τσιτώστε" το και ακούστε τα - μιλάμε για εκπληκτικά tunes!


Και για να μη νομίσετε ότι η ingame μουσική πήγαινε πίσω, ακούστε την και αυτήν στο παρακάτω video (ξεκινάει από το 0:40).



Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #18 - Monty On The Run

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το Monty On The Run για τον Commodore 64 ήταν ό,τι ήταν και το Manic Miner για τον ZX Spectrum. Ένα από τα πλέον κλασικά platformers του πρώτου μισού της δεκαετίας του '80, ίσως ο πλέον εμβληματικός τίτλος του είδους του για τον 64άρη. Αν όμως η κορυφαία δημιουργία του Matthew Smith ξεχώριζε για το playability της, το Monty On The Run είχε άλλον άσο στο μανίκι του: το tune του Rob Hubbard.


Έχω γράψει επανειλημμένα στο blog για τον Rob Hubbard, καθώς πρόκειται ίσως για τον καλύτερο από μία ελίτ κορυφαίων συνθετών chiptunes για τον Commodore 64. Ο συμπαθής Rob έχει να επιδείξει ένα παλμαρέ με δεκάδες (εκατοντάδες;) tunes για τον πλέον επιτυχημένο home computer όλων των εποχών, αλλά, κατά την ταπεινή μου άποψη, η δουλειά του στο Monty On The Run είναι η απολύτως κορυφαία. Αν και γενικώς είμαι κατά πομπωδών δηλώσεων του τύπου "το καλύτερο παιχνίδι", "το καλύτερο τραγούδι" κλπ και προτιμώ λίστες με "τα καλύτερα" για να μην μένουν έξω κορυφαίες δημιουργίες, πιστεύω ότι αν κάποιος με έβαζε να επιλέξω ένα και μόνο tune ως το πλέον αντιπροσωπευτικό του Commodore 64, του SID, των chiptunes, θα έλεγα χωρίς πολλή σκέψη το Monty On The Run.


Τι να πρωτοπεί και τι να πρωτογράψει κανείς για αυτή την καταπληκτική σύνθεση; Είναι πρακτικά αδύνατο τα λόγια να αποδώσουν το μεγαλείο ενός tune που ίσως να είναι το κορυφαίο μιας ολόκληρης δεκαετίας. Τι μπορεί να περιγράψει με επιτυχία αυτή τη δημιουργία με τις απίστευτες μελωδίες που σε ορισμένα σημεία κάνει το SID να σολάρει σε φρενήρεις ρυθμούς αφήνοντας τον ακροατή άναυδο; Ουσιαστικά τίποτα. Γι' αυτό και σας αφήνω απλά να το ακούσετε και να το θαυμάσετε...


Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Amiga: όχι, δεν ήταν το preemptive multitasking που μας συγκίνησε πραγματικά!

Όταν κόλλησα για πρώτη φορά το μικρόβιο του computing, εκεί στις αρχές των 80s, ήταν φυσικό να εντυπωσιάζομαι από τα όμορφα, καλοσχεδιασμένα και υψηλής ευκρίνειας - με τα δεδομένα της εποχής, πάντα - γραφικά. Στην αρχή ήταν τα παιχνίδια που έβλεπα στην βιτρίνα του Athens Computer Center. Στη συνέχεια ακολούθησαν screenshots στο Computer Για Όλους, και αργότερα στο Pixel και στα αγγλικά περιοδικά: Your Computer, Popular Computing Weekly, Computer+Video Games. Ήταν απλά μικρές, θολές φωτογραφιούλες, κάποιες φορές ακόμα και ασπρόμαυρες, αλλά έφταναν για να γεμίσουν το εφηβικό μου μυαλό με προσμονή για τον νέο υπολογιστή, το νέο παιχνίδι, ήταν αρκετές και με το παραπάνω ώστε να τροφοδοτήσουν τη φαντασία μου να ταξιδέψει σε νέους, ανεξερεύνητους, ψηφιακούς κόσμους.

Ξεκίνησα με τον TRS-80 Color Computer της Radio Shack και περίπου ένα χρόνο αργότερα προστέθηκε στην παρέα και ο ZX Spectrum της Sinclair που, εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα ήταν η απόλυτη παιχνιδομηχανή, όχι μόνο λόγω δυνατοτήτων, αλλά και λόγω διάδοσης. Πραγματικά, πρέπει να υπήρξε μια εποχή κάπου εκεί στα μέσα του 1983 μέχρι τα τέλη του 1984 που το 90% των εν Ελλάδι home computers να ήταν Spectrum!


Με τη συντροφιά του αγαπημένου γομολάστιχα λοιπόν, τα πήγαμε καλά. Και παιχνίδια χάρηκα, και ωραία γραφικά κάποιες φορές, και εύκολη BASIC, και σχετικά απροβλημάτιστες αντιγραφές, όλα καλά. Αλλά κάπου εκεί, με το που μπήκε το 1985 αν θυμάμαι καλά, ένας κολλητός μου απέκτησε Commodore 64 με πράσινο monitor και disk drive 1541. Εντάξει, έπαθα πλάκα: τα γραφικά του 64άρη φάνταζαν καλύτερα στην πράσινη οθόνη απ' ότι πραγματικά ήταν, ο ήχος των παιχνιδιών ήταν εντυπωσιακός και η ταχύτητα (η ποια;) του disk drive - OK, με turbo loaders - και η αξιοπιστία του συγκριτικά με τις κασέτες μοναδική. Έτσι λοιπόν μάζεψα το κομπόδεμά μου και πήρα τον άμοιρο Spectrumάκο μαζί με το Interface-1 και το Microdrive (σοβαρός χρήστης φίλοι μου, όχι, παίζουμε!) και κίνησα για το Cat Computers όπου και τον αντάλλαξα (με την (δυσ)ανάλογη οικονομική επιβάρυνση, φυσικά) με έναν ολοκαίνουριο Commodore 64 με κασετόφωνο C2N και τρία παιχνίδια - σε κόπιες, εννοείται -, τα Spy Hunter, Raid Over Moscow και Way of the Exploding Fist. Όταν λοιπόν έφερα τον νέο υπολογιστή σπίτι και συνέδεσα τα πάντα στην έγχρωμη τηλεόραση του σαλονιού, έπαθα το πρώτο μεγάλο σοκ φορτώνοντας το πρώτο παιχνίδι: ο 64άρης έπαιζε μουσική την ώρα που φόρτωνε! Όχι η βουβαμάρα του CoCo, ούτε το τιρ-τιρ-μπρρρρ του Spectrum, καθαρότατες μελωδίες που φάνταζαν σα να έβγαιναν από ένα επαγγελματικό synthesizer! Κι εκεί ακριβώς ήταν που ξεκίνησα να λατρεύω το SID και τα tunes του. Λίγο καιρό αργότερα φόρτωνα παιχνίδια μονάχα για να απολαμβάνω τα loading tunes τους και διαπίστωσα με μεγάλη ικανοποίηση ότι να, κι εμείς οι πτωχοί πλην τίμιοι κάτοχοι κασετοφώνου είχαμε ένα σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους ιδιοκτήτες disk drives: εμείς είχαμε μουσικάρες την ώρα του φορτώματος. Κι ευτυχώς, αυτό διαρκούσε αρκετά!


Όσο καιρό κράτησα τον Commodore 64, όλως τυχαίως έδειχνα σαφή προτίμηση στα παιχνίδια που είχαν ωραία μουσική: Exploding Fist, Rambo, Suicide Express, Sanxion, Hyper Sports, Loco, Monty on the Run. Ειδικά στο τελευταίο ήμουν παντελώς "κουλός" αλλά, θα το παραδεχτώ, δεκάρα δεν έδινα: το υπέροχο/μοναδικό/καταπληκτικό/ασύλληπτο - προσθέστε όποιο κοσμητικό επίθετο σας κάνει κέφι - tune του Rob Hubbard μεταμόρφωνε ένα αξιόλογο μα απλοϊκό platformer σε ένα σπάνιο έργο υπολογιστικής τέχνης. Κι έτσι, από τότε και στο εξής τα computer tunes κατείχαν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, καθώς κουβαλούσαν και το - ας το πούμε - μυστήριό τους: σε αντίθεση με τα γραφικά, την μουσική δεν μπορούσες να την ακούσεις έξω από τις βιτρίνες ή μέσα από τις σελίδες των περιοδικών. Έπρεπε να βρεθείς μπροστά στον υπολογιστή, να τρέξεις το παιχνίδι και να βυθιστείς στα υπέροχα άσματα του SID - ή να ξενερώσεις από μία αδιάφορη σύνθεση. Όπως και να 'χει, με αυτές τις εμπειρίες και αυτά τα ερεθίσματα ήταν αναπόφευκτο ακόμα και σήμερα να θεωρώ αναπόσπαστο στοιχείο ενός πραγματικά καλού 8/16bit video game την μουσική.

Fast forward στο φθινόπωρο του 1989: είμαι κάτοχος ενός Atari 520STFM, εργάζομαι σε computer shop στη Στουρνάρα (ΟΚ, Στουρνάρη για να είμαστε σωστοί) με κύριο αντικείμενο την αντιγραφή παιχνιδιών σε Amiga και Atari. Ναι, για ένα τουλάχιστον διάστημα ήταν η δουλειά των ονείρων μου!


Όπως καταλαβαίνει κανείς, όλα τα καινούρια παιχνίδια για τα δύο μηχανήματα περνούν από τα χέρια μου εκείνο τον καιρό. Βρισκόμαστε μάλιστα χρονικά στο κέντρο της μεγάλης διαμάχης Αταράδων-Αμιγκάδων και εγώ ο ίδιος, όντας κάτοχος ST από το 1986, εννοείται πως ανήκω στο στρατόπεδο των γκρίζων μηχανημάτων με τις διαγώνιες γρίλιες. Οι πρώτες επαφές μου με την Amiga, τα παιχνίδια της  και το λειτουργικό της σύστημα ενισχύουν την πίστη μου στον Atari: η πλειοψηφία των παιχνιδιών είναι ports του ST με παρόμοια γραφικά και ήχο. Το μηχάνημα έχει αρκετά αναξιόπιστα disk drives (η ίδια δισκέτα που το πρωί φόρτωνε το απόγευμα αρνείται πεισματικά και την επόμενη μέρα συμβαίνει το αντίστροφο) και, το κυριότερο, το λειτουργικό του σύστημα είναι ένα δράμα: εικονίδια χωρίς σταθερό μέγεθος, πάναργο filesystem, ελάχιστες πραγματικά χρήσιμες δυνατότητες από το Workbench και, το χειρότερο; Μέσω του GUI δεν μπορούμε καν να δούμε τα αρχεία που δεν έχουν εικονίδιο (το "Show All" ως δυνατότητα ήρθε το 1991-92, με το Workbench 2.x)! Ένα δράμα γενικώς η κατάσταση, και το περίφημο preemptive multitasking - την καραμέλα του οποίου τόσα χρόνια πιπιλάνε οι Αμιγκάδες - ούτε λειτουργούσε υποδειγματικά αλλά ούτε και χρησιμοποιούταν από κανέναν. Το αγαπημένο "Say" ναι μεν είχε την πλάκα του, αλλά δεν αρκούσε για να χρυσώσει το χάπι. Παρόλα όσα είχα διαβάσει τόσα χρόνια για τις τρομερές hardware δυνατότητές της, η Amiga δεν είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει. Και τότε κυκλοφόρησε το Xenon 2...


Ο εμβληματικός αυτός τίτλος των Bitmap Brothers ήταν το  - με διαφορά - εντυπωσιακότερο shoot 'em up της εποχής, και ένα παιχνίδι που ουσιαστικά εμείς οι κάτοχοι Atari ST περιμέναμε από την εποχή του... Goldrunner! Η έκδοση του Atari έφτασε στην Ελλάδα περίπου 2 εβδομάδες πριν από αυτήν της Amiga και, χωρίς υπερβολή, για εκείνες τις 2 εβδομάδες οι Αταράδες έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας: τι τα καταπληκτικά γραφικά, τι το εθιστικό gameplay, τι το ομαλότατο vertical scrolling, τι η sampled έκδοση του περίφημου Megablast των Bomb the Bass; Ο Atari ποια δεν είχε μονάδα το GEM, την εκπληκτική μονόχρωμη οθόνη, το PC-Ditto, το Degas Elite, το Dungeon Master και μια σωρεία επαγγελματικών εφαρμογών και αξιόλογων παιχνιδιών: είχε και το απόλυτο shooter! Για 2 μονάχα εβδομάδες...

Όταν έφτασε στο μαγαζί η έκδοση του Xenon 2 για την Amiga, άρπαξα την δισκέτα με τρεμάμενα χέρια και την έχωσα με δύναμη στο disk drive της 500άρας: ήταν η ώρα της κρίσης, the judgement day, η στιγμή που θα αποδεικνυόταν μια και καλή αν η Amiga μπορούσε να κάνει όσα ο Atari (στα παιχνίδια, τουλάχιστον). Τα γραφικά ήταν τα ίδια. Η παρουσίαση η ίδια. Το gameplay ίδιο και απαράλλαχτο. Ο ήχος όμως...

"Γαμώ το κέρατό μου" ξεφώνησα. "Όχι, δεν είναι δυνατόν!". Κι όμως, ήταν: αν μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι ο ήχος του Xenon 2 στον ST έπαιρνε ένα ολοκάθαρο δεκάρι, τότε στην Amiga τι θα έπρεπε να βάλουμε; 15; Ακόμα και το sampled κομμάτι στην εισαγωγή ήταν η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με αυτό του ST - τόσο, που ακόμα και κουφός θα μπορούσε να εντοπίσει τις διαφορές! Και μετά το tune του παιχνιδιού, οι εκρήξεις, το βάθος, η ποιότητα, η καθαρότητα και η χροιά του ήχου της Amiga ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο συγκριτικά με αυτόν του ST. Αν περίμενα το Xenon 2 να αναδείξει τον νικητή στην μάχη των 16bits, το είχε κάνει. Όχι όμως με τον τρόπο που επιθυμούσα...


Και μετά, εντελώς ξαφνικά, σε διάστημα 2-3 μηνών κυκλοφόρησαν κάποια παιχνίδια-ορόσημα, παιχνίδια που είχαν φτιαχτεί σε Amiga και δεν ήταν ports του Atari και, μάλιστα, παιχνίδια που εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τις δυνατότητες του δημιουργήματος του Jay Miner και της ομάδας του: μέσα σε λίγες μέρες κατέφτασαν το Shadow of the Beast και το Battle Squadron. Όσο κι αν εντυπωσίαζαν τα πολύχρωμα γραφικά και το parallax scrolling του πρώτου, πάντα θα μένει χαραγμένη στη μνήμη μου η στιγμή που άκουσα τις πρώτες νότες του μοναδικού του soundtrack να βγαίνουν από τα ηχειάκια του 1084S. Και, όσο κι αν ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να συλλάβω πώς επιτεύχθηκε η σεμιναριακού επιπέδου αυξανόμενη δυσκολία και η απόλυτη ισορροπία μεταξύ αυτής και του playability στο Battle Squadron, αυτό που μου έχει μείνει είναι το μελαγχολικό tune που ακούγεται όταν χάσουμε, στο high score table. Γιατί μέσα μου ήξερα ήδη από τότε, ότι ακόμα κι αν τα παιχνίδια αυτά κυκλοφορούσαν κάποτε και στον ST κι ότι ακόμα κι αν ήταν τέλεια, ποτέ δεν θα πλησίαζαν στον ηχητικό τομέα την Amiga: όπως, λίγα χρόνια πιο πριν οι ανταγωνιστές του Commodore 64 δεν είχαν SID, έτσι και αυτοί της Amiga δεν είχαν Paula. Τα εντυπωσιακά γραφικά, την κίνηση, ακόμα και το scrolling της Amiga μπορεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να τα έφτανε κουτσά-στραβά ο Atari, τον ήχο της ποτέ (δείτε τις εκδόσεις του ST στα Wings of Death, Jim Power και Rubicon για να καταλάβετε ότι δεν υπερβάλλω: πλησίαζαν... ανησυχητικά πολύ το "Amiga level").

Μια και πλησιάζει η St. Patrick's Day, την αφορμή για το παραπάνω κομμάτι μου το έδωσε το Celtic Heart, ένα καινούριο παιχνίδι για Amiga το οποίο ξεχωρίζει για - τι άλλο; - το soundtrack του! Όχι, ακούστε την ingame μουσική και πείτε μου μετά ότι αυτό που έκανε την Amiga να ξεχωρίζει και να κερδίσει τελικά την μάχη των 16bits ήταν το preemptive multitasking!


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 - Druid II

Είναι εντυπωσιακό: ενώ όλοι (σχεδόν) παραδέχονται ότι τα tunes του Commodore 64 ήταν τα πλέον καθοριστικά από όλων των υπόλοιπων υπολογιστών των "καλών" εποχών, επίσης (σχεδόν) όλοι διαφωνούν στο ποια είναι τα καλύτερα tunes του 64άρη!

Ελπίζαμε κι εμείς οι πτωχοί πλην τίμιοι retro lovers ότι οι Amibeat θα μας βοηθούσαν να βρούμε αυτά τα defining tunes αλλά, δυστυχώς, η προτίμησή τους για remixes και Amiga tunes τους οδήγησε σε άλλα, σκοτεινά μονοπάτια μέχρι που εσχάτως... παραστράτησαν εντελώς!

Νομίζω λοιπόν ότι ήρθε η ώρα να μπουν τα πράγματα στη θέση τους: από το παρόν θα σας ξεναγήσω στα απόλυτα tunes του C64, αυτές τις υπέροχες μουσικές που σε έκαναν να θέλεις να παίξεις το παιχνίδι ακόμα κι αν αυτό ήταν... φλόμπα!

Ξεκινάμε λοιπόν, με Druid II (συνθέτης ο David M. Hanlon):


Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #16 - Vallation

Ναι, το γνωρίζω, το Vallation δεν είναι από τα "κλασσικά" tunes του Commodore 64, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να βρίσκεται στην λίστα των (πολύ) αγαπημένων μου tunes, σε ένα άτυπο TOP-20 το οποίο προσπαθώ να βγει όσο πιο αντικειμενικό είναι εφικτό.


Η αλήθεια είναι ότι το tune του Vallation μου αρέσει πολύ γιατί μου αρέσει και το ίδιο το παιχνίδι, αλλά και το αντίστροφο! Το Vallation είναι βρεφικής ηλικίας συγκρινόμενο με οτιδήποτε άλλο κόσμησε με την παρουσία του αυτή τη λίστα, αφού δεν είναι προϊόν της χρυσής (για τον Commodore 64) δεκαετίας των 80s, ούτε καν των 90s, αλλά του 2013! Ναι, καλά διαβάσατε, το Vallation ήταν η συμμετοχή του group Cosine στο διαγωνισμό του RGCD για τα παιχνίδια που θα κυκλοφορούσαν σε cartridge των 16ΚΒ.


Με δεδομένο το γεγονός ότι όλο το παιχνίδι είναι μόνο 16ΚΒ, αποτελεί ένα μικρό θαύμα το ότι συνοδεύεται από αυτό το ωραιότατο tune, που είναι δημιουργία του Sean 'Odie' Connolly, ο οποίος έχει βάλει την υπογραφή του σε δεκάδες συνθέσεις σε demos και παιχνίδια των δύο τελευταίων δεκαετιών σε Commodore 64 και Amiga. Το tune είναι ιδιαίτερα "πιασάρικο", όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και από το παρακάτω video και, όπως προανέφερα, είναι από τα προσωπικά (πολύ) αγαπημένα. Ακούστε το, αξίζει!




Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

The Union Demo: when ST was king. Προσωπικά βιώματα από τα 80s.

Άντε να τα εξηγήσεις τώρα σε κάποιον που δεν είχε την τύχη να τα ζήσει. Ας προσπαθήσω όμως, έστω και ένας να καταλάβει, κάτι θα έχω πετύχει. Για πάμε...

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80 η "φάση" με τα home computers στην Ελλαδίτσα ήταν όπως ίσως να φαντάζεστε, να έχετε ακούσει ή να έχετε διαβάσει: πολλοί χομπίστες, πολλά διαφορετικά μοντέλα, ειδικός - ελληνικός και μη - τύπος προσανατολισμένος περισσότερο σε αυτό που λέμε σήμερα hacking παρά στο gaming. Ο ZX Spectrum ξεχώριζε όχι μονάχα λόγω της χαμηλής τιμής του, αλλά και επειδή κουτσά-στραβά με λίγες ή πολλές παραχωρήσεις εδώ κι εκεί, έκανε το πάντα. Φυσικά, οι κάτοχοι Commodore 64 κοιτούσαν κάπως αφ' υψηλού όλους τους υπόλοιπους, καθώς το μηχάνημά τους ό,τι έχανε στην BASIC και στην ταχύτητα ανάγνωσης/εγγραφής από κασέτα ή δισκέτα το κέρδιζε και με το παραπάνω σε γραφικά, animation, δυνατότητες επέκτασης, "επαγγελματικό" πληκτρολόγιο και, φυσικά, ήχο. Εκεί ο 64άρης απλά δεν παιζόταν: ακόμα και αν σε κάποιον άλλο τομέα υπήρχε debate, στις ηχητικές και μουσικές δυνατότητες ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μοιραία λοιπόν και εγώ, αν και πραγματικά δεν είχα το παραμικρό παράπονο από τον πιστό μου Spectrum τον οποίο και είχα προικίσει με πολύ software αλλά και αρκετά περιφερειακά, δελεάστηκα από τις οπτικοακουστικές αρετές του "ψωμιέρα" και ενέδωσα κάπου στις αρχές του '85, αν δεν κάνω λάθος. Βλέπετε, είχα δει - και ακούσει - τα πρώτα cracktros (που σημειωτέον τότε δεν υπήρχαν σε άλλους υπολογιστές) και είχα πάθει την πλάκα μου με την ομαλότητα της κίνησης, τη μουσική, τα sprites, το scrolling text και τα χρώματα σε raster bars κ.ά. που σου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν πολύ περισσότερα από 16. Έτσι λοιπόν έδωσα πακέτο τον Spectrum με όλη του την προίκα για έναν ολοκαίνουριο, κουτάτο 64άρη με το original κασετόφωνό του και 3 παιχνίδια (Spy Hunter, Raid Over Moscow και The Way of the Exploding Fist).

Ο Commodore 64 έμεινε μαζί μου για ενάμιση χρόνο περίπου. Η αλήθεια είναι ότι είχα προλάβει να απολαύσω την όλη εμπειρία και πριν αποκτήσω τον δικό μου 64άρη, αφού ο τότε κολλητός μου είχε ήδη έναν τουλάχιστον 12-15 μήνες νωρίτερα και συχνά-πυκνά ξημεροβραδιαζόμασταν σπίτι του, παίζοντας, αντιγράφοντας ό,τι πρόγραμμα βρίσκαμε, πληκτρολογώντας ατέλειωτα listings (που στο τέλος δεν "έπαιζαν") και προσπαθώντας να χακάρουμε παιχνίδια και να βάλουμε στο menu τους τα ονόματά μας. Γενικώς τον είχα χαρεί τον "ψωμιέρα" αρκετά λοιπόν, ακόμα και πριν αποκτήσω τον δικό μου.

Κάπου στο 2ο εξάμηνο του '86, αποφασίσαμε με τον πατέρα μου να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα και να δοκιμάσουμε την εμπειρία των 16bits. Εκείνος είχε πολύ περισσότερο από μένα το μικρόβιο του computing, αλλά επικεντρωνόταν αποκλειστικά στον προγραμματισμό, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί περισσότερο τον παρθενικό υπολογιστή που αποκτήσαμε ποτέ, τον TRS-80 CoCo με την εξαιρετική Extended Color BASIC, παρά τον Commodore 64. Συμφωνήσαμε λοιπόν να συγκεντρώσουμε και να πουλήσουμε τους υπολογιστές, τα περιφερειακά και το software που είχαμε, προκειμένου να μαζέψουμε ένα μέρος του ποσού που χρειαζόταν ώστε να αποκτήσουμε τον ένα και μοναδικό Atari 520ST με το ασπρόμαυρο high resolution monitor που το είχαμε δει και είχαμε χαζέψει. Έτσι λοιπόν και έγινε, και μετά από 15-18 μήνες περίπου αποχωρίστηκα τον Commodore 64 με (πολύ) βαριά καρδιά. Αλλά τι στο καλό, ο ST υποτίθεται ότι ήταν χρόνια μπροστά, δεν ήταν;

Η αλήθεια είναι ότι όντως ήταν. Μετά τους TRS-80 CoCo, ZX Spectrum και Commodore 64, το να χρησιμοποιείς ένα "διαστημικό" GUI όπως το GEM σε οθόνη ανάλυσης 640x400 pixels ήταν εμπειρία out of this world. Το περιβάλλον των "σοβαρών" προγραμμάτων (σχεδιαστικά, επεξεργαστές κειμένου) και των γλωσσών προγραμματισμού ήταν τόσο προχωρημένο συγκριτικά με ό,τι είχα δει μέχρι τότε, που χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 10 χρόνια και να μεταβώ σε PC με 17άρα οθόνη για να βιώσω κάτι που έστω πλησίαζε αυτά που βίωνα στον ST. Αφήστε που μετά την εμπειρία του 1541 (το disk drive του C64) και των εντολών τύπου LOAD "*",8,1 το να δουλεύεις με τις 3,5" δισκέτες του Atari σε ένα περιβάλλον που έκανε αντιγραφή, μετακίνηση, δημιουργία φακέλων κλπ παιχνιδάκι ήταν κάτι που σε έκανε να νιώθεις ότι είχες πάρει μετάθεση από το Κακοσάλεσι στο USS Enterprise!

Όλα αυτά λοιπόν ήταν υπέροχα, εξαιρετικά, εξαίσια. Ένα προβληματάκι υπήρχε μονάχα: δεν είχα παιχνίδια στον ST. Πέρα από μία έκδοση του Missile Command, ένα Pac-Man, το Brataccas και το Starglider υπήρχε το απόλυτο χάος, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των ST games έτρεχε σε low resolution (320x200 pixels) και έγχρωμη οθόνη που εγώ απλά δεν διέθετα! Ούτε μπορούσα φυσικά να συνδέσω τον Atari στην τηλεόραση του σαλονιού, αφού η μόνη διαθέσιμη συνδεσμολογία (SCART) φυσικά και δεν υποστηριζόταν από την γερασμένη Grundig μας. Έτσι, από τον χρωματικό οργασμό, τα rasterbars, τα cracktros, το animation που ήταν πιο απαλό κι από μετάξι του 64άρη έμεινα με μία συνολική υπολογιστική εμπειρία της επόμενης ίσως δεκαετίας, αλλά χωρίς παιχνίδια! Το λες και βαρβάτη αλλαγή αυτό, έτσι δεν είναι;

Ευτυχώς για μένα, η βιντεοπαικτική αγρανάπαυση διήρκεσε μετά βίας ένα χρόνο, όσο χρειάστηκε δηλαδή για να μαζέψω τα χρήματα και να αγοράσω μία έγχρωμη οθόνη για τον ST. Δυστυχώς όχι εκείνη την υπέροχη τη δική του - SC1224 πρέπει να λεγόταν, αν δεν με απατά η μνήμη μου - αλλά μία Sanyo η οποία ήταν αξιοπρεπέστατη και οπτικά θύμιζε monitor της Commodore. Ε, και πλέον, άντε μαζέψτε με!

Την εποχή εκείνη είχε ανοίξει και το Atari Club, το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, στεγαζόταν στο πατάρι (μην κάνετε ηλίθιους συνειρμούς, σας εκλιπαρώ) του Computer Market, γωνία Σολωμού με Μπόταση. Atari Club σήμαινε βασικά ότι με μία ελάχιστη συνδρομή μπορούσες να αντιγράψεις οτιδήποτε λαχταρούσε η ψυχή σου. And then some. Η πειρατεία λογισμικού στο ζενίθ της, να αντιγράφουμε απλά για να αντιγράψουμε φάση, ακόμα και παιχνίδια ή προγράμματα που δεν σκοπεύαμε να ασχοληθούμε πραγματικά ποτέ μαζί τους. Τολμώ να πω ότι αυτό που ενδόμυχα ανέμενα, ότι δηλαδή τα παιχνίδια του ST θα ήταν... εκατό φορές καλύτερα από αυτά του 64άρη, δεν το διαπίστωσα. Ναι μεν είχαν καλύτερα γραφικά υψηλότερης ανάλυσης (συνήθως) και υπήρχαν και κάποια που διέθεταν και αντίστοιχα καλή μουσική, αλλά αυτό που είχα στο μυαλό μου, κάτι σε στυλ "arcade perfect" αποδείχτηκε εντελώς ουτοπικό. Και νομίζω ότι ήταν αυτό ακριβώς το αγαπημένο μου από τα coin ops, το Bubble Bobble, που όταν το έπαιξα στον ST με απογοήτευσε. Γιατί σε επίπεδο γραφικών και ήχου ήταν μια χαρά, και σίγουρα ένας αδαής θα ξεγελιόταν, αλλά για hardcore Bubble Bobblers ήταν... Αφήστε το, μην ανοίγουμε πληγές τώρα...

Αν όμως τα παιχνίδια του ST δεν με ενθουσίασαν, βρήκα κάτι άλλο που πραγματικά με εντυπωσίασε. Και αυτά ήταν τα demos. Βλέπετε, μέχρι τότε, ακόμα και στον Commodore 64, demos δεν υπήρχαν (κι αν υπήρχαν, σίγουρα εμείς δεν είχαμε δει κάποιο). Μόνο τα cracktros επεδείκνυαν τις δυνατότητες του μηχανήματος, και με τρόπο μάλιστα που συνήθως ούτε τα games δεν κατάφερναν. Σκεφτείτε λοιπόν όταν πέτυχα το πρώτο demo, στον ST, πώς θα πρέπει να ένιωσα με γραφικά και χρώματα που ήταν κατά πολύ ανώτερα αυτών των cracktros του 64άρη! Μιλάμε για πρωτόγνωρη εμπειρία - και ταυτόχρονα για ένα demo που με τα σημερινά standards θα το αντιμετωπίζαμε με ατάκες του τύπου "μα είναι να γελάει κανείς". Και όμως τότε, το '88, ένα demo που στην ουσία ήταν περίπου σαν standalone polished cracktro, όχι απλά εντυπωσίαζε, αλλά το έβαζες να το δουν και οι φίλοι σου για να καταλάβουν γιατί είχες παρατήσει των πακτωλό των 8bit games για να μετακινηθείς στα 16bits. Να γιατί!

Μέχρι τότε κυριαρχούσε η εντύπωση πως ο Commodore 64 ηχητικά ήταν ό,τι καλύτερο είχε εμφανιστεί στον χώρο του home computing, καθώς συνδύαζε το εμβληματικό SID με εκατοντάδες μουσικές συνθέσεις απείρου ηχητικού κάλους, ποιότητα και ποσότητα δηλαδή που καμία άλλη πλατφόρμα δεν μπορούσε καν να ονειρευτεί ότι θα μπορούσε να πλησιάσει. Και, ξαφνικά, εμφανίζεται το The B.I.G. Demo των Exceptions (όπου B.I.G. σημαίνει - τι άλλο; - Best In Galaxy). Και τι έχουν κάνει οι μάγκες εκεί; Πέρα από κάτι εντυπωσιακούς textscrollers και έναν πακτωλό χρωμάτων έχουν μεταφέρει οι αθεόφοβοι δεκάδες από τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις του Μπετόβεν της ηλεκτρονικής μουσικής, του ενός και μοναδικού Rob Hubbard, από τον 64άρη στον ST! Κι εκεί που θεωρούσαμε ότι το Yamaha YM2149F (για τους φίλους AY-3-8910 για να καταλαβαινόμαστε) ήταν πάνω-κάτω ό,τι είχαμε ακούσει στον Amstrad CPC, ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απόλυτη ηχητική πανδαισία! Η αίσθηση είναι ότι ο ST ήρθε για να μείνει, το μηχάνημα τα σπάει! Αλλά είχε κι άλλο επεισόδιο η ιστορία...


Και κάπου εκεί, τέλη '88 με αρχές '89, ήρθε το The Union Demo. Μία παραγωγή-σταθμός στην ιστορία του ST, ένα megademo όπως θα το χαρακτηρίζαμε τότε, αποτελούμενο από parts που σε άφηναν με ανοιχτό το στόμα. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι τα demos τότε δεν ήταν όπως τώρα, δεν είχαν δηλαδή μία κεντρική ιδέα ή ένα θέμα ή μία ιστορία την οποία να ντύνουν με διάφορα εφέ. Τότε τα demos έμοιαζαν με εξελιγμένα cracktros που απλά προσπαθούσαν να καταρρίψουν κάποιο ρεκόρ (σε χρώματα on screen, κάποια undocumented ανάλυση οθόνης, πλήθος BOBs και πάει λέγοντας). Ακόμα - και αυτό κι αν είναι ανήκουστο για τις σημερινές παραγωγές - τότε τα περισσότερα demos απαιτούσαν να υπάρχει interaction με τον χρήστη. Τι λέτε γι' αυτό;

Έτσι λοιπόν στο The Union Demo ο χρήστης ελέγχει έναν... δίποδο μυρμηγκοφάγο (!), τον Charly, ο οποίος συναντάει διάφορες πόρτες. Σε κάθε μία που επιλέγει να μπει ανταμειβόμαστε με κάποιο part του The Union Demo. Και εδώ, πραγματικά, αυτά που βλέπουμε και ακούμε, για την εποχή είναι πρωτόγνωρα και ανεπανάληπτα. Είναι δύσκολο να διαλέξω τι με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο: το sampled Beat 'dis των Bomb the Bass λίγο καιρό πριν κάνει το ίδιο το Xenon 2 με το Megablast; Τα 512 χρώματα που στα μάτια που είχαν συνηθίσει το πολύ σε 16 έδειχναν, απλά, άπειρα; Το - δεν ξέρω κι εγώ πόσων επιπέδων - ταχύτατο και ομαλότατο parallax scrolling; Οι τεράστιοι, πολύχρωμοι και χοροπηδηχτοί textscrollers; Τα υπέροχα tunes; Τι απ' όλα;



Ίσως, αν κάποιος τα δει και τα ακούσει όλα αυτά σήμερα έχοντας την εμπειρία, τη θέαση και τα ακούσματα όλων αυτών των ετών να πει "έλα μωρέ, και σίγα το πράγμα". Αλλά δεν είναι έτσι: προσπαθήστε να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση εκείνη στο χρόνο που ακόμα δεν έχετε δει τίποτα σχετικό με demoscene πέρα από κάποια cracktros στον Commodore 64. Και μετά ακούτε τον ST στο The B.I.G. Demo να παίζει το μουσικό the very best of... του ρεπερτορίου του τελευταίου σε μία δισκέτα, και, πριν προλάβετε να συνέλθετε, τρακάρετε με το... θωρηκτό που λέγεται The Union Demo. Και με ανοιχτό το στόμα βλέπετε έναν πακτωλό χρωμάτων, υψηλή ανάλυση γραφικών, ταχύτατη και ασύλληπτα ομαλή κίνηση, πράγματα που κανένας έως τότε δεν είχε ξαναδεί. Πιστέψτε με, το The Union Demo ήταν η απτή απόδειξη ότι πέρα από το λιτό αλλά λειτουργικότατο GUI, πέρα από την... ατέλειωτη RAM, πέρα από την "άνετη" software συμβατότητα με PC και Macintosh, ο ST ήταν το μηχάνημα των υγρών ονείρων οποιουδήποτε εντυπωσιαζόταν από γραφικά, animation και synthesized μουσική. Ναι, ήταν γεγονός, ο Jack Tramiel, από το μετερίζι της Atari αυτή τη φορά, μας είχε φιλέψει με τον άξιο και αδιαμφισβήτητο διάδοχο του 64άρη. Ο τίτλος του βιβλίου του Jamie Lendino για τον ST, το "FaSTer Than Light" είναι απολύτως αντιπροσωπευτικός αυτού που εισπράτταμε εκείνα τα χρόνια ως χρήστες του ST. Δεν κοιτούσαμε κανέναν, δεν υπήρχε καν υποψία ανταγωνισμού. Φυσικά, όπως άπαντες γνωρίζουμε, αυτό σύντομα άλλαξε...

Εδώ όμως δεν θα αναφερθώ στην άσπονδη φίλη του ST που τελικά μάλιστα κέρδισε τη μεταξύ τους κόντρα και μάχη. Δεν είναι ανάγκη, άλλωστε: η "κυρία" αυτή έχει εισπράξει άπειρη αγάπη από τους ανά τον κόσμο ρετροκομπιουτεράδες και συνεχίζει να το κάνει. Και καλώς συμβαίνει αυτό, δεν θα πω το αντίθετο. Αλλά είναι mind blowing (δε μου έρχεται στα ελληνικά τώρα) το γεγονός ότι αυτό το υπέροχο μηχάνημα, αυτός ο γαμάτος 16μπιτος που αποτελούσε για κάποια χρόνια by far την πιο "τίμια" και ολοκληρωμένη υπολογιστική πρόταση, τώρα πια είναι σα να έχει χαθεί στη λήθη. Αν ακούσετε κουβέντες ή διαβάσετε απόψεις, όλοι οι "ψαγμένοι" λένε τι δεν μπορεί να κάνει ο ST - έχοντας πάντα ως μέτρο σύγκρισης το αντίπαλο στρατόπεδο και το gaming και demo πεδίο. Αλλά εδώ είναι το θέμα: τόση ώρα σας γράφω τι μπορούσε να κάνει αυτό το καταπληκτικό μηχάνημα, όχι τι ΔΕΝ μπορούσε να κάνει! Πώς και πότε βρεθήκαμε από τη μία πλευρά της κουβέντας στην απέναντι; 

Διάβασα κάποτε την άποψη ότι τα τελευταία χρόνια οι (όποιες) παραγωγές της ST scene τρέχουν αποκλειστικά σε Atari STE γιατί έχουμε δει τα όρια του ST, δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε. Διαφωνώ. Διότι όταν οι coders είχαν πραγματικά φτάσει στο σημείο να μπορούν να κάνουν παπάδες με το αρχικό hardware του '85, πλέον η μεγάλη μάζα των χρηστών είχε μεταφερθεί στο απέναντι στρατόπεδο. Και η ίδια η Atari έδωσε την χαριστική βολή, αντικαθιστώντας τον ST με τον STE. Καληνύχτα σας. Ποιος θα ασχολούνταν πια να φτιάξει κάτι στο επίπεδο του Vroom, του Lethal Xcess, του Enchanted Land, του Xenon 2, ακόμη και του Lotus, που έδειξαν ότι ο ST ήταν κατάλληλος για πολύ περισσότερα από το Flying Shark, το OutRun ή την άθλια μεταφορά του Shadow of the Beast. Στο τέλος της μέρας, τα πράγματα είναι απλά. Το μηχάνημα απλά δεν πήρε την αγάπη που του άξιζε. Ούτε από τους χρήστες, ούτε από τους developers, αλλά ούτε και από τους coders της demoscene πέρα από τα πρώτα 5-6 χρόνια της ύπαρξής του. Και είναι πραγματικά κρίμα, γιατί όποιος βίωσε την πραγματικότητα εκείνων των πρώτων χρόνων, ξέρει ότι ο ST άξιζε πολλά περισσότερα...

Α, και ολοκληρώνοντας να σας πω ότι έκανα την ευχάριστη διαπίστωση ότι τελικά αυτό που μόλις διαβάσατε είναι το 1.000στό post στο blog, και όχι το προηγούμενο όπως λανθασμένα σας είχα γράψει στην προηγούμενη ανάρτηση. Βλέπετε, το Blogger είχε μετρήσει στα posts και το τρέχον που ήταν σε μορφή προχείρου και δεν είχε "ανέβει" ακόμα. Οπότε ναι, για εμένα προσωπικά είναι πολύ περισσότερο appropriate να φτάνω το milestone των 1.000 αναρτήσεων με ένα post-σεντόνι για τον αγαπημένο μου Atari ST. Το αξίζει ο καημένος γιατί όλοι σχεδόν στο φτύσιμο τον έχουν τα τελευταία χρόνια... 

Και κάτι τελευταίο: όσοι έχετε την περιέργεια να δείτε (σε εξομοίωση) όλα σχεδόν τα demos που κυκλοφόρησαν για τον ST, μπορείτε να το κάνετε μέσω αυτού εδώ του καταπληκτικού website. Ο Hatari τρέχει από τον browser, τα demos φορτώνονται ακαριαία, δεν χρειάζεται ούτε να κατεβάσετε ούτε να σετάρετε το παραμικρό. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να σας αφήσω χωρίς το The Union Demo, έτσι δεν είναι;

 

Για όσους ακόμα αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες του stock Atari ST, να υποδείξω αυτό εδώ, ακόμα και αν οι ίδιοι οι developers του δεν (δείχνουν να) καίγονται να το ολοκληρώσουν και να το κυκλοφορήσουν. Όχι ρε φίλε, πείτε ό,τι θέλετε, αλλά το μηχάνημα στα κατάλληλα χέρια μπορούσε - και μπορεί - να κάνει παπάδες!

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #14 - The Last Ninja

Μπορεί το 1987 να είναι ως έτος σημαδιακό για εμάς τους Έλληνες λόγω της κατάκτησης του τίτλου του Ευρωμπάσκετ από την εθνική μας ομάδα, αλλά, για όλο τον υπόλοιπο πλανήτη ήταν μια χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας κυκλοφόρησε ένα από τα πλέον πλήρη, προσεγμένα, ώριμα και ολοκληρωμένα παιχνίδια για τον Commodore 64, το The Last Ninja.


Το The Last Ninja ήταν ένα ισομετρικό action adventure παιχνίδι που χωριζόταν σε 6 μεγάλα levels. Το εξαιρετικό και πολυποίκιλο soundtrack που επιμελήθηκαν ως αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής συνεργασίας οι Ben Daglish και Anthony Lees περιλάμβανε διαφορετικά tunes για κάθε επίπεδο, αλλά και διαφορετικά tunes που ακούγονταν όση ώρα φόρτωνε το κάθε επίπεδο!


Το όλο μουσικό στυλ του The Last Ninja θυμίζει σε κάποια σημεία δουλειές του Martin Galway, γεγονός που μάλλον δεν ξέφυγε από τους δημιουργούς του παιχνιδιού: στη θέση 0xBD9D της μνήμης του Commodore 64 κατά τη διάρκεια του φορτώματος του τελευταίου επιπέδου υπάρχει το μήνυμα "DONE BY ANTHONY LEES FOR SYSTEM 3 ON 5/4/87...EAT YER HEART OUT GALWAY"!


Το soundtrack του The Last Ninja θεωρείται από τα πλέον κλασικά του Commodore 64 και αποτελεί απτή απόδειξη των σπάνιων δυνατοτήτων του SID chip. Όπως και το ίδιο το παιχνίδι είναι ιδιαίτερα μεγάλο σε διάρκεια (πάνω από 48 λεπτά, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο video που παραθέτω) και, πιστέψτε με, κάθε λεπτό του αξίζει! Αφήστε το να παίζει και μεταφερθείτε νοερά στη μακρινή Ιαπωνία μερικούς αιώνες πίσω στο χρόνο...


Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Willy & Monty: συνάντηση κορυφής

 ή, αλλιώς,

Miner Willy & Monty: πως οι δύο πιο αναγνωρίσιμοι ήρωες των παιχνιδιών των ZX Spectrum και Commodore 64 συναντιόνται στο εύφορο έδαφος των 8bit υπολογιστών της Atari


Μάλιστα, αυτά είναι. Τίτλος-σιδηρόδρομος. Σαν κάτι αναρτήσεις σε websites "γενικού ενδιαφέροντος" που είναι τόσο πολύ ψαγμένες, που ο (clickbait) τίτλος είναι μεγαλύτερος από το θέμα του ανεπτυγμένο. Μην φοβάστε, εδώ δεν θα συμβεί αυτό, καθώς, αν μη τι άλλο, φημίζομαι για την (γραπτή) πολυλογία μου!

Πριν από 2-3 εβδομάδες περίπου απέκτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν κλασικό εκπρόσωπο του 8bit computing των 80s, ένα από τα πολλά μηχανήματα που "χτίστηκαν" πάνω στον 6502 της MOS Technology, και, τέλος, έναν υπολογιστή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια "μικρή Amiga", καθώς κουβαλάει την κληρονομιά - και το chipset - του (μεγάλου) Jay Miner.

Αναφέρομαι στον Atari 800XL που πήρα από τον καλό φίλο Δημήτρη (dimfil). Ένα μηχάνημα σε άριστη κατάσταση - όπως και οτιδήποτε έχει περάσει από τα τακτικά χέρια και την στοργική αγκαλιά του dimfil, εδώ που τα λέμε - εξοπλισμένο με ένα Ultimate cartridge, ώστε να μπορέσω να χαρώ την πλούσια software library της πλατφόρμας χωρίς να μπλέξω με κασέτες, δισκέτες, και όλα αυτά τα οποία λατρέψαμε στα 80s και μας έγιναν δεύτερη φύση, αλλά πλέον χρησιμεύουν μονάχα στο να μας ξοδεύουν άνευ ουσίας τον πολύτιμο - και μάλλον λιγοστό - χρόνο που μας έχει απομείνει.

Χαμένος λοιπόν μέσα σε μια συλλογή από εκατοντάδες (ή, και χιλιάδες ίσως) τίτλους που εμπεριείχε η SD καρτούλα που βρισκόταν μέσα στο Ultimate cartridge, δεν ήξερα τι να πρωτοφορτώσω προκειμένου να βιώσω από πρώτο χέρι - έστω και με 40ετή καθυστέρηση - τι σημαίνει "8μπιτο Atari". Έτσι, έπεσε το βλέμμα μου σε τίτλους που γνώριζα κυρίως. Θα σας γράψω λοιπόν για 2 εξ' αυτών, που μου έκαναν - ο καθένας για τους δικούς του λόγους - ιδιαίτερη εντύπωση.

Θα ξεκινήσω από το Monty on the Run, που πρωτοκυκλοφόρησε από την Gremlin Graphics, το 1985. Το παιχνίδι αυτό είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και κλασικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στον Commodore 64, και ο οποίος, αν και αξιόλογος ως gameplay, μάλλον έγινε περισσότερο γνωστός για το soundtrack του, την συλλογή αυτή από υπέροχα, μοναδικά και αξεπέραστα tunes του ανεπανάληπτου Rob Hubbard, στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Εδώ, θα πρέπει να τονίσω το εξής: αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα μία, την καλύτερη κατά τη γνώμη μου μουσική επένδυση παιχνιδιού από τις αρχές των 80s μέχρι και την εποχή των τελευταίων "μεγάλων" midi tunes των PCs (1993, Doom), θα διάλεγα το κυρίως θέμα του Monty on the Run. Θεωρώ ότι το λεξιλόγιό μου είναι πολύ φτωχό to do justice σε αυτό το μουσικό θέμα, το κορυφαίο των κορυφαίων, την μελωδία που, αν ήταν στο χέρι μου, θα επέλεγα ως την πλέον αντιπροσωπευτική της χρυσής εποχής του home computing.


Το Monty on the Run λοιπόν κυκλοφόρησε και σε άλλες δημοφιλείς πλατφόρμες της εποχής (όχι σε όλες, πάντως), αλλά σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν τα 8μπιτα μηχανήματα της Atari (400/800/600XL/800XL/1200XL, 65XE & 130XE) καθώς, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων, ποτέ δεν δικαιολόγησε η εμπορική τους πορεία στην Γηραιά Ήπειρο το βαρύ όνομα που κουβαλούσαν, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν δημοφιλή πλατφόρμα για την ανάπτυξη software στην "από δω" πλευρά του Ατλαντικού. Όπου πάντως και αν μεταφέρθηκε το Monty on the Run, δεν μεταφέρθηκε η μουσική του: ο 64άρης παρέμεινε ο μοναδικός home computer που, μέσω του SID, μπορούσε να χαρίσει στους κατόχους του την δυνατότητα της απόλαυσης του μουσικού αριστουργήματος του Rob Hubbard. Ποιος θα περίμενε λοιπόν, εν έτει 2019, 34 ολόκληρα χρόνια αργότερα δηλαδή, ένα group Πολωνών coders να αποφασίσει να μεταφέρει το παιχνίδι της Gremlin Graphics στα 8bit μηχανήματα της Atari και, μάλιστα, για πρώτη και μοναδική φορά, μαζί με το πλήρες soundtrack του Commodore 64; Κανείς, είναι η αλήθεια.

Αυτό ευτυχώς δεν πτόησε ποσώς τους Marek Konopka (κώδικας), Krzysztof Wróbel (γραφικά) και Michał Szpilowski (ήχος), οι οποίοι παρουσίασαν το διαχρονικό platformer του Jason Perkins στα - κάθε άλλο παρά υποψιασμένα - μάτια αλλά και (κυρίως) αυτιά των Atari lovers. Και, για να μην ξεφεύγω από την ουσία του θέματος, αυτό που παρουσίασαν, είναι καθόλα αξιόλογο από κάθε άποψη, αλλά ηχητικά - εδώ δηλαδή που θέλω να σταθώ - είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Δεν θα σας πω ότι το POKEY ξεπερνάει το SID, αλλά βρίσκεται εντυπωσιακά κοντά του, χάρη στην απίστευτη δουλειά που έκανε ο Michał Szpilowski. Φυσικά, όλα αυτά που σας γράφω δεν θα είχαν την παραμικρή σημασία αν δεν μπορούσατε να ακούσετε και οι ίδιοι την δημιουργία του Πολωνού μουσικού, οπότε ορίστε και το video για του λόγου το αληθές:


Για σκοπούς σύγκρισης μάλιστα, σας παραθέτω και μια μεταφορά του tune στον Atari ST, ο οποίος, αν και 16μπιτος, έχει χειρότερο soundchip (το tune μονάχα είχε μεταφερθεί στο μηχάνημα, όχι το παιχνίδι):


Και, εννοείται, δεν θα μπορούσα να μην βάλω και το κομμάτι από την original εκτέλεσή του, την κορυφαία όλων δηλαδή, αυτήν του Commodore 64 από τα ίδια τα χεράκια του Rob Hubbard:


Όμως, το Monty on the Run αποτελεί ένα μονάχα κομμάτι της 8bit platforming ιστορίας: αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον πλέον εμβληματικό τίτλο του είδους, για το παιχνίδι που έβαλε τα θεμέλια για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν, για τον Big Daddy, ρε παιδάκι μου, αυτός δεν είναι άλλος από το κορυφαίο δημιούργημα του πάλαι ποτέ ιδιοφυούς Matthew Smith, το πιο διάσημο προϊόν του bedroom coding, το Manic Miner (Bug Byte, 1983). Ό,τι και να γράψω θεωρώ ότι αδυνατώ να περιγράψω με λέξεις το πόσο καλό παιχνίδι είναι το Manic Miner, το πόσο άρτιο προγραμματιστικά ήταν αλλά και το πόσο εθιστικό ως gameplay. Για κάποια χρόνια μάλιστα απετέλεσε και το απόλυτο showcase για το τι μπορεί να κάνει ο ZX Spectrum, και για το τι αποτελέσματα μπορεί να δώσει η υποδειγματική αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων μίας υπολογιστικής πλατφόρμας.

 
Το Manic Miner, σε αντίθεση με το Monty on the Run για το οποίο έγραψα παραπάνω, μεταφέρθηκε πρακτικά... παντού! Σε αυτό το "παντού" πάντως (sic) δεν συμπεριλαμβάνονται οι 8bit υπολογιστές της Atari, που απετέλεσαν την εξαίρεση στον κανόνα σε ό,τι είχε να κάνει με το παιχνίδι του Matthew Smith (μαζί με τον VIC-20). Εδώ όμως, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς, όπου κι αν παίξει κάποιος το Manic Miner, το gameplay του δεν είναι ίδιο με αυτό του Spectrum! Μπορεί στο ένα μηχάνημα να είχε καλύτερο ήχο, στο άλλο καλύτερα γραφικά, στο τρίτο διαφορετικές αναλογίες στην οθόνη, στο τέταρτο να μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και joystick, η ουσία όμως είναι ότι όταν σε ένα παιχνίδι του οποίου το ασύλληπτο playability βασίζεται σε pixel-perfect άλματα πας και πειράξεις το οτιδήποτε, όσο ελάχιστο και αμελητέο και αν φαίνεται αυτό, η... μανέστρα χαλάει. Έτσι λοιπόν, το Manic Miner κυκλοφόρησε (σχεδόν) παντού, αλλά πουθενά δεν ήταν τόσο καλό όσο στον ZX Spectrum (και φυσικά κανένα άλλο port δεν είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου και ο ίδιος ο Matthew Smith, αν αυτό λέει κάτι...).

Fast forward 37 χρόνια και φτάνουμε στο 2020, όταν και ο γράφων δοκιμάζει το Manic Miner στον Atari 800XL, το οποίο μετέφερε στην πλατφόρμα ο Terrence Derby το 2016, συνεπικουρούμενος, στον ηχητικό τομέα, από τον Michał Szpilowski (ναι, πάλι αυτός!). Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα, ήταν τα γραφικά και τα χρώματα: είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την έκδοση του Spectrum. Ούτε στα fonts είχαν γίνει "εκπτώσεις", ούτε πουθενά. Όλα ίδια. Το δεύτερο θετικό, ήταν η μουσική: τα Blue Danube και In the Hall of the Mountain King από την original έκδοση έχουν μεταφερθεί στον Atari, αλλά ο κύριος Szpilowski έχει κάνει και πάλι τα μικρά του θαύματα, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του POKEY, και αποδίδοντας σε πολύ καλύτερες εκτελέσεις τα μουσικά θέματα του πρωτότυπου. Το τρίτο που προσέχει κανείς, είναι ο χειρισμός: μονάχα joystick; Τι σκατά; Πώς γίνεται να επιτευχθούν τα pixel-perfect jumps με την ασάφεια ενός joystick; Κι όμως, από την πρώτη κιόλας οθόνη κατάλαβα ότι γίνεται. Δεν ξέρω τι έκανε ο Terrence Derby, αλλά ο τύπος αποδείχτηκε πολύ μάγκας: ο χειρισμός μέσω (καλού) joystick είναι εξίσου ακριβής με τον χειρισμό μέσω keyboard. Θαύμα!

Το θαύμα όμως αυτό καθαυτό, έχει να κάνει με το ίδιο το παιχνίδι: το Manic Miner του Atari είναι το Manic Miner του Spectrum. Δεν ξέρω πόσο πιο απλά μπορώ να το γράψω. Το πώς πήρε όλα τα assets ενός παιχνιδιού για ένα μηχάνημα με Z80A και τα μετέφερε... αυτούσια (!) σε ένα μηχάνημα παρομοίων δυνατοτήτων με 6502 ο κύριος Derby, απλά με ξεπερνάει. Το μοναδικό, υπερ-εθιστικό, οργασμικό playability που μας χάρισε το 1983 ο Matt Smith από το υπνοδωμάτιό του, έφτασε, 33 χρόνια μετά, ίδιο και απαράλλαχτο, καθαρό και ανόθευτο, στους Atari. Respect και chapeau (που λένε και οι φίλοι μας (;) οι Γάλλοι) στους δημιουργούς.

 
Με αυτά και μ' αυτά λοιπόν, ολοκληρώθηκε μπροστά στα μάτια μου (και στ' αυτιά μου, να μην το ξεχνάμε αυτό), μια συνάντηση platforming γιγάντων μιας άλλης εποχής, από δύο άλλα μηχανήματα, στον Atari 800XL (και γενικότερα στα 8bit Atari). Οι εμβληματικοί Miner Willy και Monty αντάμωσαν στα φιλόξενα κυκλώματα του home computer της Atari, για να απαντήσουν στο ερώτημα που με βασάνιζε: "τι λέει αυτό το μηχάνημα; Πόσο καλό είναι, άραγε;". Τι να σας πω, κατά την ταπεινή μου άποψη αν μπορεί να παίζει το Manic Miner όπως ο ZX Spectrum και να κάνει το Monty on the Run να ακούγεται (σχεδόν) όπως στον Commodore 64, εμένα μου φαίνεται πολύ καλό! Ανυπομονώ να το ψάξω περισσότερο, να δω τι άλλες εκπλήξεις κρύβει. Μέχρι τώρα πάντως, τα έχει πάει αναπάντεχα καλά!



Ενημέρωση: λοιπόν, φίλες και φίλοι, έκανα ένα λάθος παραπάνω, όταν έγραψα ότι το Monty on the Run μεταφέρθηκε άνευ μουσικής στον Amstrad CPC. Το διαπίστωσα βλέποντας - και ακούγοντας - videos από το συγκεκριμένο παιχνίδι στο YouTube πρόσφατα. Τώρα, το πώς μου ξέφυγε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια, θα σας γελάσω. Μάλιστα, παρά το "αδύναμο" soundchip, το μουσικό θέμα είναι καθόλα αξιόλογο, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο παρακάτω video: