Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι η πατρίδα των εύκολων συμπερασμάτων. Στην πολιτική, στα αθλητικά, στα καθημερινά συμβάντα, πάντα θα συναντήσετε έναν ή περισσότερους "εξυπνίδηδες" να βγάζουν βαρύγδουπα συμπεράσματα σε χρόνο dt, χωρίς (σχεδόν) ποτέ να μπαίνουν στον κόπο να εξετάσουν ή να αναλύσουν το συμβάν που έλαβε χώρα και την οδό που ακολούθησαν προκειμένου να οδηγηθούν εκεί που οδηγήθηκαν. Ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα είναι και αυτό της Amiga, του υπολογιστή με τους φανατικότερους φίλους στην βορειότερη (γεωγραφικά) ευρωπαϊκή χώρα του 3ου κόσμου. Μιλάμε για έναν υπολογιστή που αγαπήθηκε - και συνεχίζει να αγαπιέται - με πάθος, από ένα κοινό που, στην πλειοψηφία του, η τριβή του με τους υπολογιστές αρχίζει και τελειώνει στα video games. Θα μου πείτε "μα καλά, πώς γίνεται κάποιος που είναι πρακτικά άσχετος με το αντικείμενο να υποστηρίζει τόσο φανατικά την άποψη ότι η Amiga είναι ο καλύτερος υπολογιστής;". Η απάντηση κάθε άλλο παρά σύνθετη είναι: ο κάθε μορφής φανατισμός είναι αποτέλεσμα ανώριμης, σύντομης, μη δε και μηδενικής σκέψης!
"Άρα", θα αναρωτηθείτε, "δεν ήταν η Amiga ο καλύτερος υπολογιστής της γενιάς της;". Αν πρέπει να δώσουμε μονολεκτική απάντηση, αυτή είναι "ναι, ήταν". Αλλά όχι επειδή το 80% των χρηστών της τη χρησιμοποιούσε για να παίζει Sensible Soccer: ήταν η καλύτερη επειδή στα σπλάχνα της κρυβόταν hardware που ήταν τουλάχιστον 10 χρόνια μπροστά από την εποχή του. Και έδειξε τις πραγματικές της δυνατότητες όταν οι άνθρωποι της Commodore αξιώθηκαν να την εφοδιάσουν με ένα λειτουργικό σύστημα αντάξιο του hardware, με την έλευση του Amiga OS 2.x, που ήρθε το 1991 να διορθώσει μια για πάντα την ιστορική αδικία του ανέμπνευστου, κακοσχεδιασμένου, ελλειπέστατου και προβληματικού Wokbench 1.x που ήταν το μοναδικό ιστορικά GUI του οποίου το δυνατό του σημείο ήταν η... command line!
Ένα από τα μοντέλα της Amiga που κυκλοφόρησαν με το νέο (τότε) OS 2.x ήταν και η Amiga 3000, ένα πραγματικό θηρίο από την άποψη της επεξεργαστικής ισχύος και των δυνατοτήτων του hardware, που έκανε το μοντέλο που αντικατέστησε (Amiga 2000) να δείχνει σαν... εγκυμονούσα υπεραιωνόβια χελώνα (!) συγκρινόμενη μαζί της. Τι σήμαινε όμως ένας υπολογιστής με το "μαγικό" enhanced chipset της Amiga παντρεμένο με τον 68030 της Motorola και με ένα ενσωματωμένο κύκλωμα για scandoubling εν έτει 1991; Τι "πραγματικές" δουλειές μπορούσαν να γίνουν εκείνα τα χρόνια με ένα τέτοιο μηχάνημα; Για να πάρετε μια ιδέα σας παραθέτω μια ανάρτηση από το blog του Steve Greenfield, που περιγράφει τη δουλειά που είχε στήσει στα 90s, γύρω από - τι άλλο; - μια Amiga 3000. Και, επειδή σας έχω καλομάθει, το μετέφρασα και αυτό το κείμενο προκειμένου να μπορέσετε απρόσκοπτα να βουτήξετε στην ουσία του, που δεν είναι άλλη από το τι ήταν δυνατό να γίνει πραγματικότητα με τη χρήση μίας Amiga στον επαγγελματικό τομέα. Ναι, ξεχάστε τα παιχνίδια, το κακό που έγινε αφήνοντας την Amiga στην ιστορία ως παιχνιδομηχανή και υποβιβάζοντάς την στα επίπεδα ενός... Nintendo (!) ήταν αρκετό...
Ψηφιακή
φωτογραφία και συνθέσεις με έναν υπολογιστή Amiga
Πίσω στα
μέσα της δεκαετίας του '90, είχα φτιάξει μια επιχείρηση ψηφιακής
φωτογραφίας/σύνθεσης γύρω από μια Amiga 3000. Μου είχαν πάρει μάλιστα
και συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Amiga Format.
Η Amiga 3000 ήταν ένα
καταπληκτικό μηχάνημα. Χρησιμοποιούσα μια Amiga 3000 που είχα τοποθετήσει σε ένα
case της Micronik που μου έδινε πολύ περισσότερες
υποδοχές Zorro III και ISA. Στην αρχή, χρησιμοποιούσα μια
βιντεοκάμερα για να τραβάω φωτογραφίες, αλλά απλά η ανάλυση ήταν ανεπαρκής για
να κάνω εκτύπωση στη συνέχεια. Έτσι, και
καθώς η δουλειά μου άρχισε να επεκτείνεται, κατέληξα με έναν επιταχυντή 68060 της
Phase 5 και μια
κάρτα γραφικών Cybervision 64 καθώς και μία ψηφιακή κάμερα της Polaroid η οποία
έκανε capture σε ανάλυση 1600x1200 pixels και ήταν συνδεδεμένη μέσω του SCSI bus. Είχα βάλει
επίσης την χαώδη ποσότητα των 128ΜΒ μνήμης RAM, έναν δίσκο SCSI Seagate 1GB, έναν δίσκο
4GB Fast SCSI 2 Micropolis AV στο SCSI bus της Amiga, καθώς και έναν δίσκο 4GB Wide SCSI 3 Micropolis AV στο SCSI bus του επιταχυντή.
Δεν υπήρχαν drivers για Amiga για την ψηφιακή κάμερα που
χρησιμοποιούσα (Polaroid PDC-2000), κι έτσι ήμουν
αναγκασμένος να τρέχω τον Shapeshifter (σ.σ. εξομοιωτής Macintosh) και έκανα
το capture με το Mac OS της Apple, συγκεκριμένα με το System 6 (ή το 7,
δεν θυμάμαι πια). Καθώς κανένας Mac δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ με
επεξεργαστή της σειράς 680x0 καλύτερο του 68040 και τα PowerPC Macs της εποχής απλά εξομοίωναν το chip 68K, η Amiga μου ήταν ταχύτερη σαν Mac από οποιοδήποτε πραγματικό Mac! Πόσο
ταχύτερη; Όταν ήμουν στο Seattle και μου έκαναν επίδειξη της κάμερας
σε ένα Mac με PowerPC, χρειάζονταν περί τα 10 λεπτά
προκειμένου να μεταφερθεί μια εικόνα από την κάμερα στον υπολογιστή. Αλλά η Amiga 3000 μου με
τον 68060 έκανε την ίδια δουλειά σε 15 δευτερόλεπτα!
Πηγαίναμε σε
συνέδρια επιστημονικής φαντασίας και φτιάχναμε συνθέσεις με ανθρώπους μέσα σε
στολές σε ειδικά για την περίσταση φόντα. Είχα έναν inkjet εκτυπωτή που τύπωνε φωτογραφίες
υψηλής ανάλυσης σε γυαλιστερό χαρτί, κάτι που ήθελε 15 λεπτά τότε, ενώ
ταυτόχρονα έβαζα το Real 3D (μία εφαρμογή 3D modeling/rendering) να κάνει render αρκετές σκηνές ή στοιχεία στο background, ενώ
δούλευα σε γραφικά ανάλυσης 2400x3000 pixels με πολλαπλά layers με το ImageFX και μετά γυρνούσα στον Shapeshifter για να
φωτογραφίσω κάποιον στη στολή του ενώ η γυναίκα μου τους έβαζε να ποζάρουν. Η
εκτύπωση και το rendering συνεχίζονταν απρόσκοπτα, και όλα κυλούσαν
απαλά σαν μετάξι.
Στην πρώτη
έκθεση Norwescon που πήρα
μαζί το setup μου, είχα 6 προγραμματιστές της Microsoft να με
παρακολουθούν και να μου μιλούν καθώς δούλευα, και ξαφνικά είπαν "ο Bill Gates κατέστρεψε το software!" όταν
διαπίστωσαν ότι όλα όσα έκανα τα έκανα χρησιμοποιώντας έναν υπολογιστή που
έτρεχε στα 60MHz!
Στο διάστημα
που μεσολαβούσε μεταξύ των συνεδρίων, δουλεύαμε από το σπίτι. Επίσης,
επισκεύαζα υπολογιστές, ειδικά Amiga, καθώς και άλλες ηλεκτρονικές
συσκευές. Για μερικά χρόνια είχαμε και ένα μαγαζί με αναμνηστικά από ταινίες,
βιβλία και σειρές επιστημονικής φαντασίας.
Είχα έναν
εκτυπωτή βαφής Primera Pro ο οποίος απαιτούσε ροή δεδομένων
από τον υπολογιστή χωρίς την παραμικρή - έστω και στιγμιαία - διακοπή, γιατί
αλλιώς η εκτύπωση καταστρεφόταν. Εάν έτρεχες Windows, καλά θα έκανες να είσαι
σίγουρος ότι δεν τρέχει τίποτα πέραν του driver του εκτυπωτή, και ότι δεν θα
άγγιζες καν το ποντίκι ή το πληκτρολόγιο. Είχα κάνει κουβέντες με ανθρώπους που
χρησιμοποιούσαν αυτόν τον εκτυπωτή με Windows 95 σε Pentium στα 100MHz και πάνω και τους καταστρέφονταν
οι εκτυπώσεις επειδή είχαν κουνήσει το ποντίκι, ενώ και η επεξεργασία του προς εκτύπωση
αρχείου έπαιρνε από 20 λεπτά μέχρι και μια ώρα.
Στην Amiga 3000 μου
έπαιρνε ακριβώς 60 δευτερόλεπτα μεταξύ της στιγμής που πατούσα το κουμπί της εκτύπωσης
και της στιγμής που αυτή ξεκινούσε. Μια μέρα αποφάσισα να κάνω ένα ιδιαίτερα
σκληρό τεστ: πάτησα το κουμπί της εκτύπωσης και μετά, πολύ γρήγορα, έτρεξα το Real 3D και έβαλα 3 διαφορετικές εικόνες
υψηλής ανάλυσης 2400x3000 pixels να κάνουν rendering, κάλεσα τον
ISP μου (σ.σ. Internet Service Provider - Παροχέας Internet), έτρεξα
τον web browser και άνοιξα μια ντουζίνα tabs με διαφορετικά sites. Το
αποτέλεσμα όλων αυτών; Μεσολάβησαν 2 λεπτά μέχρι να ξεκινήσει η εκτύπωση, και η
εκτύπωση αυτή καθαυτή ήταν άψογη. Και, μάλιστα, σε κανένα σημείο δεν είχα
"σπασίματα" στην κίνηση του ποντικιού ή στην πληκτρολόγηση!
Αυτά λοιπόν από τον Steve Greenfield και την εμπειρία του με την Amiga 3000 όχι ως πλατφόρμα εκτέλεσης του Pang (!), αλλά ως αξιόπιστου και ακούραστου (συν)εργάτη στη δουλειά. Μακάρι να εντοπίσω κι άλλες τέτοιες ιστοριούλες που θεωρώ ότι έχουν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον η καθεμιά τους από διηγήσεις του τύπου "μαζευόμασταν και παίζαμε Sensible". Θέλω ολοκληρώνοντας να ευχαριστήσω τον φίλο μου Γιώργο Χαμπέρη που μου υπέδειξε το link.
