Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Paula. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Paula. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Amiga: όχι, δεν ήταν το preemptive multitasking που μας συγκίνησε πραγματικά!

Όταν κόλλησα για πρώτη φορά το μικρόβιο του computing, εκεί στις αρχές των 80s, ήταν φυσικό να εντυπωσιάζομαι από τα όμορφα, καλοσχεδιασμένα και υψηλής ευκρίνειας - με τα δεδομένα της εποχής, πάντα - γραφικά. Στην αρχή ήταν τα παιχνίδια που έβλεπα στην βιτρίνα του Athens Computer Center. Στη συνέχεια ακολούθησαν screenshots στο Computer Για Όλους, και αργότερα στο Pixel και στα αγγλικά περιοδικά: Your Computer, Popular Computing Weekly, Computer+Video Games. Ήταν απλά μικρές, θολές φωτογραφιούλες, κάποιες φορές ακόμα και ασπρόμαυρες, αλλά έφταναν για να γεμίσουν το εφηβικό μου μυαλό με προσμονή για τον νέο υπολογιστή, το νέο παιχνίδι, ήταν αρκετές και με το παραπάνω ώστε να τροφοδοτήσουν τη φαντασία μου να ταξιδέψει σε νέους, ανεξερεύνητους, ψηφιακούς κόσμους.

Ξεκίνησα με τον TRS-80 Color Computer της Radio Shack και περίπου ένα χρόνο αργότερα προστέθηκε στην παρέα και ο ZX Spectrum της Sinclair που, εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα ήταν η απόλυτη παιχνιδομηχανή, όχι μόνο λόγω δυνατοτήτων, αλλά και λόγω διάδοσης. Πραγματικά, πρέπει να υπήρξε μια εποχή κάπου εκεί στα μέσα του 1983 μέχρι τα τέλη του 1984 που το 90% των εν Ελλάδι home computers να ήταν Spectrum!


Με τη συντροφιά του αγαπημένου γομολάστιχα λοιπόν, τα πήγαμε καλά. Και παιχνίδια χάρηκα, και ωραία γραφικά κάποιες φορές, και εύκολη BASIC, και σχετικά απροβλημάτιστες αντιγραφές, όλα καλά. Αλλά κάπου εκεί, με το που μπήκε το 1985 αν θυμάμαι καλά, ένας κολλητός μου απέκτησε Commodore 64 με πράσινο monitor και disk drive 1541. Εντάξει, έπαθα πλάκα: τα γραφικά του 64άρη φάνταζαν καλύτερα στην πράσινη οθόνη απ' ότι πραγματικά ήταν, ο ήχος των παιχνιδιών ήταν εντυπωσιακός και η ταχύτητα (η ποια;) του disk drive - OK, με turbo loaders - και η αξιοπιστία του συγκριτικά με τις κασέτες μοναδική. Έτσι λοιπόν μάζεψα το κομπόδεμά μου και πήρα τον άμοιρο Spectrumάκο μαζί με το Interface-1 και το Microdrive (σοβαρός χρήστης φίλοι μου, όχι, παίζουμε!) και κίνησα για το Cat Computers όπου και τον αντάλλαξα (με την (δυσ)ανάλογη οικονομική επιβάρυνση, φυσικά) με έναν ολοκαίνουριο Commodore 64 με κασετόφωνο C2N και τρία παιχνίδια - σε κόπιες, εννοείται -, τα Spy Hunter, Raid Over Moscow και Way of the Exploding Fist. Όταν λοιπόν έφερα τον νέο υπολογιστή σπίτι και συνέδεσα τα πάντα στην έγχρωμη τηλεόραση του σαλονιού, έπαθα το πρώτο μεγάλο σοκ φορτώνοντας το πρώτο παιχνίδι: ο 64άρης έπαιζε μουσική την ώρα που φόρτωνε! Όχι η βουβαμάρα του CoCo, ούτε το τιρ-τιρ-μπρρρρ του Spectrum, καθαρότατες μελωδίες που φάνταζαν σα να έβγαιναν από ένα επαγγελματικό synthesizer! Κι εκεί ακριβώς ήταν που ξεκίνησα να λατρεύω το SID και τα tunes του. Λίγο καιρό αργότερα φόρτωνα παιχνίδια μονάχα για να απολαμβάνω τα loading tunes τους και διαπίστωσα με μεγάλη ικανοποίηση ότι να, κι εμείς οι πτωχοί πλην τίμιοι κάτοχοι κασετοφώνου είχαμε ένα σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους ιδιοκτήτες disk drives: εμείς είχαμε μουσικάρες την ώρα του φορτώματος. Κι ευτυχώς, αυτό διαρκούσε αρκετά!


Όσο καιρό κράτησα τον Commodore 64, όλως τυχαίως έδειχνα σαφή προτίμηση στα παιχνίδια που είχαν ωραία μουσική: Exploding Fist, Rambo, Suicide Express, Sanxion, Hyper Sports, Loco, Monty on the Run. Ειδικά στο τελευταίο ήμουν παντελώς "κουλός" αλλά, θα το παραδεχτώ, δεκάρα δεν έδινα: το υπέροχο/μοναδικό/καταπληκτικό/ασύλληπτο - προσθέστε όποιο κοσμητικό επίθετο σας κάνει κέφι - tune του Rob Hubbard μεταμόρφωνε ένα αξιόλογο μα απλοϊκό platformer σε ένα σπάνιο έργο υπολογιστικής τέχνης. Κι έτσι, από τότε και στο εξής τα computer tunes κατείχαν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, καθώς κουβαλούσαν και το - ας το πούμε - μυστήριό τους: σε αντίθεση με τα γραφικά, την μουσική δεν μπορούσες να την ακούσεις έξω από τις βιτρίνες ή μέσα από τις σελίδες των περιοδικών. Έπρεπε να βρεθείς μπροστά στον υπολογιστή, να τρέξεις το παιχνίδι και να βυθιστείς στα υπέροχα άσματα του SID - ή να ξενερώσεις από μία αδιάφορη σύνθεση. Όπως και να 'χει, με αυτές τις εμπειρίες και αυτά τα ερεθίσματα ήταν αναπόφευκτο ακόμα και σήμερα να θεωρώ αναπόσπαστο στοιχείο ενός πραγματικά καλού 8/16bit video game την μουσική.

Fast forward στο φθινόπωρο του 1989: είμαι κάτοχος ενός Atari 520STFM, εργάζομαι σε computer shop στη Στουρνάρα (ΟΚ, Στουρνάρη για να είμαστε σωστοί) με κύριο αντικείμενο την αντιγραφή παιχνιδιών σε Amiga και Atari. Ναι, για ένα τουλάχιστον διάστημα ήταν η δουλειά των ονείρων μου!


Όπως καταλαβαίνει κανείς, όλα τα καινούρια παιχνίδια για τα δύο μηχανήματα περνούν από τα χέρια μου εκείνο τον καιρό. Βρισκόμαστε μάλιστα χρονικά στο κέντρο της μεγάλης διαμάχης Αταράδων-Αμιγκάδων και εγώ ο ίδιος, όντας κάτοχος ST από το 1986, εννοείται πως ανήκω στο στρατόπεδο των γκρίζων μηχανημάτων με τις διαγώνιες γρίλιες. Οι πρώτες επαφές μου με την Amiga, τα παιχνίδια της  και το λειτουργικό της σύστημα ενισχύουν την πίστη μου στον Atari: η πλειοψηφία των παιχνιδιών είναι ports του ST με παρόμοια γραφικά και ήχο. Το μηχάνημα έχει αρκετά αναξιόπιστα disk drives (η ίδια δισκέτα που το πρωί φόρτωνε το απόγευμα αρνείται πεισματικά και την επόμενη μέρα συμβαίνει το αντίστροφο) και, το κυριότερο, το λειτουργικό του σύστημα είναι ένα δράμα: εικονίδια χωρίς σταθερό μέγεθος, πάναργο filesystem, ελάχιστες πραγματικά χρήσιμες δυνατότητες από το Workbench και, το χειρότερο; Μέσω του GUI δεν μπορούμε καν να δούμε τα αρχεία που δεν έχουν εικονίδιο (το "Show All" ως δυνατότητα ήρθε το 1991-92, με το Workbench 2.x)! Ένα δράμα γενικώς η κατάσταση, και το περίφημο preemptive multitasking - την καραμέλα του οποίου τόσα χρόνια πιπιλάνε οι Αμιγκάδες - ούτε λειτουργούσε υποδειγματικά αλλά ούτε και χρησιμοποιούταν από κανέναν. Το αγαπημένο "Say" ναι μεν είχε την πλάκα του, αλλά δεν αρκούσε για να χρυσώσει το χάπι. Παρόλα όσα είχα διαβάσει τόσα χρόνια για τις τρομερές hardware δυνατότητές της, η Amiga δεν είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει. Και τότε κυκλοφόρησε το Xenon 2...


Ο εμβληματικός αυτός τίτλος των Bitmap Brothers ήταν το  - με διαφορά - εντυπωσιακότερο shoot 'em up της εποχής, και ένα παιχνίδι που ουσιαστικά εμείς οι κάτοχοι Atari ST περιμέναμε από την εποχή του... Goldrunner! Η έκδοση του Atari έφτασε στην Ελλάδα περίπου 2 εβδομάδες πριν από αυτήν της Amiga και, χωρίς υπερβολή, για εκείνες τις 2 εβδομάδες οι Αταράδες έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας: τι τα καταπληκτικά γραφικά, τι το εθιστικό gameplay, τι το ομαλότατο vertical scrolling, τι η sampled έκδοση του περίφημου Megablast των Bomb the Bass; Ο Atari ποια δεν είχε μονάδα το GEM, την εκπληκτική μονόχρωμη οθόνη, το PC-Ditto, το Degas Elite, το Dungeon Master και μια σωρεία επαγγελματικών εφαρμογών και αξιόλογων παιχνιδιών: είχε και το απόλυτο shooter! Για 2 μονάχα εβδομάδες...

Όταν έφτασε στο μαγαζί η έκδοση του Xenon 2 για την Amiga, άρπαξα την δισκέτα με τρεμάμενα χέρια και την έχωσα με δύναμη στο disk drive της 500άρας: ήταν η ώρα της κρίσης, the judgement day, η στιγμή που θα αποδεικνυόταν μια και καλή αν η Amiga μπορούσε να κάνει όσα ο Atari (στα παιχνίδια, τουλάχιστον). Τα γραφικά ήταν τα ίδια. Η παρουσίαση η ίδια. Το gameplay ίδιο και απαράλλαχτο. Ο ήχος όμως...

"Γαμώ το κέρατό μου" ξεφώνησα. "Όχι, δεν είναι δυνατόν!". Κι όμως, ήταν: αν μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι ο ήχος του Xenon 2 στον ST έπαιρνε ένα ολοκάθαρο δεκάρι, τότε στην Amiga τι θα έπρεπε να βάλουμε; 15; Ακόμα και το sampled κομμάτι στην εισαγωγή ήταν η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με αυτό του ST - τόσο, που ακόμα και κουφός θα μπορούσε να εντοπίσει τις διαφορές! Και μετά το tune του παιχνιδιού, οι εκρήξεις, το βάθος, η ποιότητα, η καθαρότητα και η χροιά του ήχου της Amiga ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο συγκριτικά με αυτόν του ST. Αν περίμενα το Xenon 2 να αναδείξει τον νικητή στην μάχη των 16bits, το είχε κάνει. Όχι όμως με τον τρόπο που επιθυμούσα...


Και μετά, εντελώς ξαφνικά, σε διάστημα 2-3 μηνών κυκλοφόρησαν κάποια παιχνίδια-ορόσημα, παιχνίδια που είχαν φτιαχτεί σε Amiga και δεν ήταν ports του Atari και, μάλιστα, παιχνίδια που εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τις δυνατότητες του δημιουργήματος του Jay Miner και της ομάδας του: μέσα σε λίγες μέρες κατέφτασαν το Shadow of the Beast και το Battle Squadron. Όσο κι αν εντυπωσίαζαν τα πολύχρωμα γραφικά και το parallax scrolling του πρώτου, πάντα θα μένει χαραγμένη στη μνήμη μου η στιγμή που άκουσα τις πρώτες νότες του μοναδικού του soundtrack να βγαίνουν από τα ηχειάκια του 1084S. Και, όσο κι αν ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να συλλάβω πώς επιτεύχθηκε η σεμιναριακού επιπέδου αυξανόμενη δυσκολία και η απόλυτη ισορροπία μεταξύ αυτής και του playability στο Battle Squadron, αυτό που μου έχει μείνει είναι το μελαγχολικό tune που ακούγεται όταν χάσουμε, στο high score table. Γιατί μέσα μου ήξερα ήδη από τότε, ότι ακόμα κι αν τα παιχνίδια αυτά κυκλοφορούσαν κάποτε και στον ST κι ότι ακόμα κι αν ήταν τέλεια, ποτέ δεν θα πλησίαζαν στον ηχητικό τομέα την Amiga: όπως, λίγα χρόνια πιο πριν οι ανταγωνιστές του Commodore 64 δεν είχαν SID, έτσι και αυτοί της Amiga δεν είχαν Paula. Τα εντυπωσιακά γραφικά, την κίνηση, ακόμα και το scrolling της Amiga μπορεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να τα έφτανε κουτσά-στραβά ο Atari, τον ήχο της ποτέ (δείτε τις εκδόσεις του ST στα Wings of Death, Jim Power και Rubicon για να καταλάβετε ότι δεν υπερβάλλω: πλησίαζαν... ανησυχητικά πολύ το "Amiga level").

Μια και πλησιάζει η St. Patrick's Day, την αφορμή για το παραπάνω κομμάτι μου το έδωσε το Celtic Heart, ένα καινούριο παιχνίδι για Amiga το οποίο ξεχωρίζει για - τι άλλο; - το soundtrack του! Όχι, ακούστε την ingame μουσική και πείτε μου μετά ότι αυτό που έκανε την Amiga να ξεχωρίζει και να κερδίσει τελικά την μάχη των 16bits ήταν το preemptive multitasking!