Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Review: Sub Hunter (Amstrad CPC)

Sub Hunter (Amstrad CPC) - Richard Bayliss & Frank Gasking (Original C64 version)/Paul Kooistra (CPC Conversion)

    
Το Sub Hunter είναι ένα commercial παιχνίδι της Psytronik, που κυκλοφόρησε αρχικά (2008) για τον Commodore 64 σε μορφή cartridge, ενώ υπήρχε και η δυνατότητα της (δωρεάν) downloadable έκδοσης. Το Sub Hunter αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους χρήστες του Commodore 64, καθώς ήταν από τα πρώτα παιχνίδια της "νέας γενιάς" που κυκλοφόρησαν μετά το 2000 που δεν θύμιζε ερασιτεχνική προσπάθεια, αλλά έναν καθόλα αξιόλογο commercial τίτλο. Διέθετε πολύχρωμα και λεπτομερή γραφικά, πρωτότυπα SID tunes και χαρακτηριζόταν από την εκτεταμένη χρήση parallax scrolling. Τρία χρόνια αργότερα, ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε και το conversion για Amstrad CPC, από τον Paul Kooistra και πάλι κάτω από το label της Psytronik.

Πώς είναι λοιπόν η έκδοση για Amstrad; Μεταφέρθηκαν αυτούσια όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έκαναν δημοφιλές το παιχνίδι στους κατόχους του Commodore 64; Γενικώς, ναι. Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι εστί Sub Hunter…


Ένα μυστικό πείραμα του στρατού που πήγε στραβά έχει ως αποτέλεσμα τη ρίψη εκατοντάδων βαρελιών με τοξικά απόβλητα στη θάλασσα. Επειδή όμως το περιβάλλον έχει πάψει εδώ και χρόνια να συγχωρεί τις ανθρώπινες ατασθαλίες και η μόλυνση έχει φτάσει σε οριακό σημείο, τα τοξικά αυτά απόβλητα έχουν ως αποτέλεσμα τη μετάλλαξη (προς το πιο… τερατώδες!) αρκετών θαλάσσιων πλασμάτων. Έτσι, μετά από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, αρχίζουν να πυκνώνουν οι αναφορές για κολυμβητές που εξαφανίστηκαν. Ο κλήρος λοιπόν πέφτει σε εσάς (ξανά;), τον ατρόμητο κυβερνήτη ενός πολεμικού υποβρυχίου, που ξεκινά την εξερεύνηση των ωκεανών με σκοπό την αναζήτηση και την εξεύρεση/σωτηρία των αγνοούμενων κολυμβητών (αν εντοπίσατε σεναριακά κενά μην ανησυχείτε, δεν είστε οι μόνοι).


Το Sub Hunter είναι ένα καθαρόαιμο arcade παιχνίδι με αρκετά, διαφορετικά μεταξύ τους, επίπεδα. Ενώ ας πούμε το πρώτο επίπεδο είναι ένα οριζόντιο shoot 'em up όπου περισυλλέγετε κολυμβητές αποφεύγοντας ή σκοτώνοντας μεταλλαγμένα θαλάσσια πλάσματα, στο δεύτερο επίπεδο βρίσκεστε στο επάνω μέρος της οθόνης ρίχνοντας βλήματα (νάρκες;) προς τα ψάρια που περνάνε από κάτω σας. Στο τρίτο επίπεδο τώρα, το σκηνικό αλλάζει ριζικά, αφού πλέον δεν μπορείτε να καταστρέψετε την πανίδα του βυθού αλλά μόνο να την αποφύγετε στην προσπάθειά σας να σώσετε τους κολυμβητές, σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι τύπου Frogger! Στη συνέχεια έχουμε παραλλαγές του πρώτου επιπέδου με διαφορετικούς εχθρούς (ναι, θα αντιμετωπίσετε όλων των ειδών τα ψάρια, μέδουσες, καβούρια και ό,τι άλλο τραβάει ο νους σας και η… όρεξή σας (!) μιας και - στο παιχνίδι - προφανώς βρισκόμαστε στην περίοδο της Σαρακοστής) και διαφορετικά γραφικά. Επίσης, υπάρχουν bonus stages όπου μαζεύετε αντικείμενα κινούμενοι ανάμεσα σε νάρκες και, γενικά, το Sub Hunter παρουσιάζει μια ποικιλία διαφορετικών επιπέδων έτσι ώστε, μετά την ολοκλήρωση του κάθε level, να μην ξέρετε τι θα συναντήσετε - εκτός φυσικά εάν το έχετε ξαναπαίξει.


Στον τομέα των γραφικών το Sub Hunter τα πάει αρκετά καλά - όχι τόσο λόγω της λεπτομέρειας, αλλά κυρίως λόγω των πολλών χρωμάτων που χρησιμοποιούνται (περισσότερα απ' ότι στον Commodore 64) και του ταχύτατου parallax scrolling. Τα γραφικά και η κίνηση είναι κάπως κατώτερα αυτών της έκδοσης του Commodore, αλλά η συνολική αίσθηση είναι ότι η μεταφορά στον Amstrad μπορεί να χαρακτηριστεί μονάχα ως πετυχημένη. Ο ήχος (μουσική, εφέ) είναι αρκετά καλός, με μόνο μελανό σημείο ότι τα tunes, ως μουσικές συνθέσεις, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα αξιόλογο ή "πιασάρικο".


Στο gameplay τώρα, που αποτελεί αναμφίβολα και το πλέον σημαντικό χαρακτηριστικό του κάθε παιχνιδιού, το Sub Hunter τα πάει καλά∙ καλά, αλλά όχι καταπληκτικά: ενώ είναι διασκεδαστικό, με φυσιολογική καμπύλη εκμάθησης και αρκετή πρωτοτυπία, δεν έχει αυτό το "κάτι" που θα σε κάνει να… αργήσεις στο ραντεβού σου (!) προκειμένου να παίξεις μια ακόμα φορά. Το γεγονός αυτό δεν το καθιστά κακό, απλώς δεν είναι τόσο εθιστικό όσο θα θέλαμε. Σε αυτόν τον τομέα χάνει λίγο σε σχέση με την έκδοση για τον Commodore 64 στην οποία η ομαλότατη κίνηση και τα πιο λεπτομερή γραφικά χαρίζουν έξτρα πόντους.


Πέρα από τα παραπάνω, το Sub Hunter είναι ένα αξιόλογο παιχνίδι που θεωρώ ότι σίγουρα αξίζει τον κόπο να δοκιμάσετε αν είστε κάτοχοι Amstrad CPC (ή Commodore 64, εννοείται). Το ταχύτατο parallax scrolling και η ποικιλία στο gameplay δεν θα σας απογοητεύσουν…

Βαθμολογία 7/10

Το παραπάνω review δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 11ο τεύχος του περιοδικού Retro Planet, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2016.

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

Τελικά το θέμα ήταν το soundchip;

Πάνε πολλά χρόνια τώρα που έχει χτιστεί - και όχι αδίκως - ο "μύθος" του περίφημου SID, του soundchip του Commodore 64. Πραγματικά το chip αυτό ήταν μπροστά από την εποχή του, και χάριζε στον 64άρη ηχητικές δυνατότητες που έκαναν τους ανταγωνιστές του να κρύβονται ντροπιασμένοι όποτε η κουβέντα πήγαινε στο κομμάτι του ήχου.

Με δεδομένο το ότι από τον πρώτο καιρό της κυκλοφορίας του Commodore 64, το μακρινό 1982, έγινε γνωστό ότι το μηχάνημα έκρυβε μέσα του ένα πανίσχυρο ηχητικό chip, πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να το εκμεταλλευτούν, δημιουργώντας από συμπαθητικά tunes μέχρι και σπάνια αριστουργήματα τα χρόνια που ακολούθησαν. Δεν είναι τυχαίο ότι, ακόμα και σήμερα, τα tunes του 64άρη μνημονεύονται, συνεχίζουν να ακούγονται αλλά και διασκευάζονται από διάφορους μουσικούς, οι οποίοι τρέφουν αγάπη και σεβασμό για αυτό το μικρό και θαυματουργό κομμάτι από πυρίτιο που σχεδίασε και δημιούργησε ο Bob Yannes.

Από την άλλη όμως, υπήρξαν και οι ανταγωνιστές του Commodore 64: ο TRS-80 CoCo με τον TI-99/4A και τον Atari 800 από τη μία πλευρά του Ατλαντικού και ο ZX Spectrum με τον Amstrad CPC από την άλλη, καθώς και αρκετοί ακόμη μικρότεροι "παίκτες" στην αγορά των home computers. Τι κοινό έχουν όλοι οι παραπάνω υπολογιστές; Το ότι σχεδόν κανένας δεν μνημονεύει τα δικά τους tunes, είτε έχουμε να κάνουμε με υπολογιστές που είχαν soundchip είτε με άλλους που στερούνταν dedicated ηχητικό κύκλωμα. Έχετε δει πολλές φορές θέματα του τύπου "the best tunes of Sinclair ZX Spectrum" ή "The Very Best of Amstrad CPC"; Μπα, δεν νομίζω...


Βλέπετε, όλοι οι ταλαντούχοι composers έπεσαν με τα μούτρα στον 64άρη και, όποτε χρειαζόταν να φτιάξουν κάποιο tune για κάποιο άλλο μηχάνημα κατέφευγαν σε προχειροδουλειές και αποτελέσματα που στερούνταν ποιότητας, φαντασίας, δημιουργικότητας... γενικώς στερούνταν!

Ακούγοντας λοιπόν κανείς τα chiptunes σε υπολογιστές εφοδιασμένους με το δημοφιλές soundchip AY-3-8910 (Amstrad CPC, ZX Spectrum 128) θα μπορούσε κάλλιστα να σχηματίσει την εντύπωση ότι το chip της General Instrument δεν "το είχε": ήταν τέτοια η ακουστική διαφορά με το SID, που το AY-3-8910 έδειχνε παρακατιανό, κακόμοιρο, κουσουριασμένο... άθλιο, βασικά. Ήταν άραγε όμως αλήθεια αυτό;

Πλέον, τείνω να σχηματίσω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το έναυσμα γι' αυτή τη μεταστροφή στις απόψεις μου το έδωσε μια δισκέτα που έπεσε στα χέρια μου πριν από 6-7 χρόνια, που ήταν γεμάτη με chiptunes για τον Amstrad CPC. Αρκετά απ' αυτά αρχικά ήταν συμπαθέστατα και, όταν πήρα την απόφαση να συνδέσω το μηχάνημα σε στερεοφωνικό και να πάψω να εμπιστεύομαι το ενσωματωμένο ηχειάκι, τα μουσικά αυτά tracks απλά απογειώθηκαν! "Δεν είμαστε με τα καλά μας", σκέφτηκα. "Για δες ήχο ο Amstrad!". Από τότε και στο εξής άρχισα να δίνω περισσότερη σημασία και προσοχή στα tunes του CPC, ακούγοντάς τα με ακουστικά ή με εξωτερικό ενισχυτή, και διαπιστώνοντας ότι τελικά το AY-3-8910 δεν ήταν τόσο κακό, και, μπορεί να μην ήταν SID, αλλά και αυτό, στα κατάλληλα (ταλαντούχα) χέρια μπορούσε να εντυπωσιάσει.


Την αφορμή όμως για την ανάρτηση που διαβάζετε αυτή τη στιγμή μου την έδωσε ο φοβερός και τρομερός Cesar Nicolas Gonzales, πιο γνωστός ως CNGSOFT, ο μοναδικός δημιουργός του καταπληκτικού BB4CPC. Ο εν λόγω κύριος λοιπόν, πριν από λίγο καιρό έφτιαξε ένα απλό παιχνιδάκι, για τον διαγωνισμό CPC Retrodev 2019, το Epimetheus. Αυτό λοιπόν που με εντυπωσίασε στο Epimetheus δεν ήταν το ίδιο το παιχνίδι, αλλά η μουσική του, που δεν ήταν άλλη από το tune του Crazy Comets του Commodore 64, του μεγάλου αυτού συνθέτη που ακούει στο ονοματεπώνυμο Rob Hubbard. Το εντυπωσιακό στοιχείο λοιπόν ήταν ότι νόμιζα ότι άκουγα Commodore 64 να παίζει μουσική στον Amstrad! "Μα τι γίνεται, sampleαρισμένο είναι;" αναρωτήθηκα. Όχι, δεν ήταν sampleαρισμένο. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο Cesar Nicolas Gonzales έφτιαξε έναν tracker για μουσική (και ηχητικά εφέ) για τον τον CPC (και όχι μόνο), τπου ονομάζεται CHIPNSFX, και μετέτρεψε το original tune χρησιμοποιώντας αυτό το πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα όπως ήδη σας έγραψα είναι εντυπωσιακό, και για την δουλειά του κυρίου Gonzales αλλά και για τις δυνατότητες του AY-3-8910.
Για του λόγου το αληθές σας παραθέτω και τα δύο tunes στη συνέχεια: το πρώτο είναι αυτό του Commodore 64, και το δεύτερο η διασκευή του σε Amstrad CPC.

Ακούστε τα και τα 2 και πείτε μου: ήταν τελικά τόσο καλύτερο το SID; Το θέμα ήταν το soundchip;

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

CaRTeD: not just another racing game

Όταν ο Bil Herd και η ομάδα του ανέλαβαν τον σχεδιασμό του TED chip (graphics & sound processor) και των υπολογιστών που θα χτίζονταν γύρω από αυτό, η εντολή του Jack Tramiel ήταν σαφής: "θέλω έναν home computer που να πουλιέται για 49 δολάρια για να χτυπήσει το φτηνότερο κομμάτι της αγοράς". Τρέμε Spectrum, λοιπόν!

Όμως, όπως γνωρίζουμε, ο Jack εγκατέλειψε την Commodore προτού κυκλοφορήσουν οι υπολογιστές της σειράς TED, και στη συνέχεια το τμήμα marketing της εταιρίας αποφάσισε να βγάλει στην αγορά τον Commodore 16 στα 99 δολάρια και τον Commodore Plus/4 ως άμεσο ανταγωνιστή του... Commodore 64! Το αποτέλεσμα ήταν ο πρώτος να κάνει μια συμπαθητική πορεία σε κάποιες συγκεκριμένες ευρωπαϊκές αγορές, και δεύτερος να πάει άκλαυτος, με συνέπεια η σειρά TED να εγκαταλειφθεί σύντομα από την Commodore, παρόλο που τελικά οι υπολογιστές της ήταν πολύ πιο αξιόλογοι απ' όσο θα περίμενε κάποιος με βάση την εμπορική τους σταδιοδρομία...

Όσοι διαβάζουν τακτικά το blog μου σίγουρα θα έχουν πέσει πάνω σε αρκετές αναρτήσεις με θέμα τους Commodore 16 και Plus/4 και νέες κυκλοφορίες demos και παιχνιδιών γι' αυτούς, που αποδεικνύουν ότι οι δυνατότητες του TED κάθε άλλο παρά αμελητέες ήταν. Έτσι και σήμερα, έχουμε ένα ακόμα δείγμα του μέχρι πού μπορεί να φτάσει το TED, με ένα (ημιτελές) racing game για τον Plus/4 (ή και τον Commodore 16 με 64KB RAM). Το παιχνίδι αυτό ονομάζεται CaRTeD, από το CAr Racing TEch Demo.



Το CaRTeD είναι ένα κλασικό racing game στο στυλ των Lotus Esprit και Jaguar XJ220. Τι είπατε; Ότι αυτά τα παιχνίδια ήταν για 16μπιτους; Ε, εδώ που τα λέμε, και το CaRTeD δεν απέχει πολύ σαν αποτέλεσμα από τα προαναφερθέντα!

Ίσως θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το μόνο racing game σε 8μπιτο home computer που πλησιάζει σε γραφικά και συνολική αίσθηση είναι το Burnin' Rubber των CPC Plus της Amstrad αλλά και αυτό είναι επίσης μεγάλο επίτευγμα, καθώς μιλάμε για μηχανήματα με εξαιρετικές γραφικές δυνατότητες.



Το CaRTeD λοιπόν είναι ένα racing game το οποίο, κάπου λίγο μετά τα μέσα της εξέλιξής του έχει μείνει στάσιμο, καθώς οι δημιουργοί του έχουν κολλήσει σε κάποια σημεία, προσπαθώντας να φτιάξουν κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο στα χρονικά των TED machines (και όχι μόνο). Δεν γνωρίζουμε εάν κάποια στιγμή θα το ολοκληρώσουν, αλλά ήδη διέθεσαν δωρεάν ένα playable demo αυτού, που δείχνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι τα γραφικά του TED είναι ικανά να κάνουν τον 64άρη να κρυφτεί ντροπιασμένος στη γωνία του! Εντάξει, υπερβάλλω λίγο καθώς τον υπεραγαπώ τον Commodore 64, αλλά, από την άλλη, 64 χρώματα εναντίον 121 ε, η ζυγαριά δεν γέρνει προς το VIC-II αλλά προς το TED, τι να κάνουμε;



Αν ήδη είδατε τα screenshots και δεν πιστεύετε στα μάτια σας, μπορείτε να δοκιμάσετε και μόνοι σας το CaRTeD, είτε σε ένα πραγματικό Commodore Plus/4, είτε στον YAPE (εξομοιωτής για Windows) κατεβάζοντάς το από εδώ. Αν βαριέστε να κάνετε ακόμα και αυτό, απλά τσεκάρετε το παρακάτω video. Βάλτε και ήχο, γιατί το παιχνιδάκι εκτός των άλλων συνοδεύεται και από ένα συμπαθέστατο tune! Α, ρε φίλε τι σου είναι αυτό το TED... (Πηγή: Plus/4 World).


Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

Το βασίλειό μου για ένα καλώδιο!

Είναι γεγονός ότι όλοι εμείς που ασχολούμαστε με το ευγενές σπορ του retro computing μια-δυο βίδες τις έχουμε λασκαρισμένες. Να, ο ένας ας πούμε μαζεύει 10 ίδια μηχανάκια, έτσι, για να νιώθει σίγουρος. Ο άλλος έχει κατεβάσει ό,τι TOSEC υπάρχει και δεν υπάρχει, αλλά δεν παίζει τίποτα. Ο τρίτος όλο ρωτάει πώς θα κάνει αυτό ή εκείνο, αλλά στην πράξη το πιο παλιό μηχανάκι που έχει στημένο είναι το... Playstation 4! Και πάει λέγοντας, στο χώρο κινήστε, τα έχετε δει τα σημάδια...

Έτσι κι εγώ λοιπόν: έχω ένα Commodore 1084S στην κατοχή μου που, όπως και να το κάνουμε, είναι κορυφαία οθόνη για το είδος της. Και έχω και μερικές CRT τηλεοράσεις με SCART και Composite εισόδους, που είναι ιδανικές για παλιά μηχανήματα. Συν τοις άλλοις, έχω και ένα LCD TV/monitor της Samsung που δείχνει τέλεια χωρίς το παραμικρό τρεμοπαίξιμο όλες τις laced αναλύσεις της Amiga και, φυσικά, αυτές του Atari ST. Ε, δεν ξέρω λοιπόν τι με έπιασε και όταν πληροφορήθηκα από τον καλό μου MasterGR ότι έχει μια οθόνη BenQ για πούλημα, του είπα κατευθείαν "ούτε που να το σκέφτεσαι, θα την πάρω εγώ". Όπερ και εγένετο.

Μικρή παρένθεση εδώ, για να διευκρινίσω για ποια οθόνη μιλάμε. Όπως ίσως γνωρίζετε, η BenQ έχει κυκλοφορήσει δύο οθόνες LCD (βασικά περισσότερες, αλλά αυτές οι 2, οι BL912 και BL702A κυκλοφορούν ακόμα) με αναλογίες 5:4, στις 17 και 19 ίντσες, που, μέσω VGA, έχουν τη δυνατότητα να δείξουν αναλύσεις 15KHz, ήτοι Amiga και Atari ST. Για όσους λοιπόν έχουν θέμα χώρου, μισούν τις widescreen οθόνες και θέλουν κάτι σύγχρονο και μαζεμένο για τον ST και/ή την Amiga τους, οι οθόνες αυτές της BenQ αποτελούν μία εξαιρετική επιλογή. Κλείνει η παρένθεση.

Μου έστειλε λοιπόν ο Δημήτρης την οθόνη, τον πλήρωσα, όλα καλά κι όλα ωραία. Και εκεί που μια μέρα βολόδερνα στα γνωστά (αλλά και στα λιγότερο γνωστά) retro sites, μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό μου: αφού η BenQ συγχρονίζει στα 15KHz και αφού οι Amiga και ST που έχουν RGB έξοδο δείχνουν σε αυτήν μια χαρά, γιατί να μην παίζει και ο Amstrad CPC με τον ίδιο τρόπο; RGB βγάζει και αυτός και, όπως τα δύο προαναφερθέντα μηχανήματα, μέσω SCART δείχνει εικόνα κρύσταλλο. Οπότε, τι; Γιατί κανένας δεν έχει αναφέρει κάτι για σύνδεση του CPC με VGA οθόνη και δη με τις BenQ; Άρχισα λοιπόν να το ψάχνω, και κατέληξα σε ένα forum στο οποίο ένα μέλος υποστήριζε ότι, λίγο ή πολύ, είχε φτιάξει ένα καλώδιο το οποίο συνέδεε τον CPC 6128 του με την 17άρα BenQ που μόλις είχε αγοράσει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχε και schematics! Εντάξει, "εδώ είμαστε" είπα.


Προώθησα όλες τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει άμεσα στον MasterGR, και μετά το ψιλοξεχάσαμε και οι δύο το θέμα για 2-3 εβδομάδες. Ώσπου, ένα βραδάκι, μου ήρθε στο κινητό μια φωτογραφία από τον Δημήτρη: το boot screen του 6128 σε μια 19άρα BenQ! Ναι, το έφτιαξε το θηρίο!



Να μη σας τα πολυλογώ, σήμερα έλαβα ένα ωραίο πακετάκι από τον Δημήτρη με διάφορα καλούδια, μεταξύ αυτών και το περίφημο CPC to VGA καλώδιο. "My precious!", σκέφτηκα με το που το πήρα στα χέρια μου και, χωρίς πολλά-πολλά, συνέδεσα τον 6128, και έβαλα το καλώδιο μεταξύ αυτού και της BenQ. Άναψα την οθόνη, άναψα και τον Amstrad και... γουάου! Εικόνα κρύσταλλο, σωστές αναλογίες, ολοζώντανα χρώματα - what's not to like?


Δοκίμασα αρκετά παιχνίδια και demos, και διαπίστωσα τα εξής: γενικώς, στο 95% των περιπτώσεων, όποιος χρησιμοποιήσει την λύση BenQ + CPC to VGA καλώδιο + Amstrad CPC θα κάνει τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το μόνο που δεν θα παίξει είναι οι μη στάνταρ αναλύσεις, κοινώς κάποιες εισαγωγικές οθόνες σε σύγχρονα παιχνίδια και κάποιες παραγωγές του... Batman Group! Όχι ολόκληρες φυσικά, στην πλειοψηφία τους μια χαρά παίζουν, απλά, όταν χρησιμοποιούν αναλύσεις πέραν των κλασσικών Mode 0, 1 και 2, υπάρχουν καλές πιθανότητες να... φάτε μαύρο! Για παράδειγμα, στο Pinball Dreams, βλέπουμε τα πάντα από τη στιγμή που εμφανίζεται το logo της Digital Illusions και τα credits και μετά. Πιο πριν ακούμε μεν τον ήχο αλλά δεν βλέπουμε εικόνα, το ίδιο όμως συνέβαινε και σε LCD οθόνη με SCART σύνδεση, οπότε...




Για να μην σας τα πολυλογώ, και τα παιχνίδια μια χαρά θα τα δείτε, και όλα τα applications θα είναι καθαρά και σταθερότατα, αλλά και τα demos παίζουν, καθώς, πέρα από κάποια (λίγα) parts σε κάποια (ελάχιστα) demos, όλα τα υπόλοιπα φαίνονται κανονικά. Εν ολίγοις μιλάμε για μία εξαιρετική λύση, και δεν έχω παρά να δώσω τα συγχαρητήριά μου στον MasterGR που έφτιαξε αυτό τα καλώδιο που πραγματικά λύνει τα χέρια, αλλά και στον άγνωστο CPC lover που το σχεδίασε αρχικά και μοιράστηκε μαζί μας τα schematics.

Και κάτι τελευταίο: αν υπάρχει χώρος και δεν σας ενοχλεί η ακτινοβολία, εννοείται ότι μια CRT τηλεόραση 4:3 Sony Trinitron με SCART είσοδο είναι η απόλυτη λύση για μηχανήματα από τις αρχές του '80 μέχρι και το Playstation 2. Καμία σύγκριση. Όσο καλή και να είναι η σύγχρονη οθόνη σας, απλά δεν είναι φτιαγμένη για... παλιατζούρες! Συνεπώς, αν έχετε ήδη ψυλοτυφλωθεί από τη μακροχρόνια χρήση ασπρόμαυρων και έγχρωμων CRT οθονών και έχετε και χώρο, είπαμε, Sony Trinitron. Σε κάθε άλλη περίπτωση επενδύστε σε BenQ και στο καλώδιο του Δημήτρη και θα με θυμηθείτε!

Update: καλά που μου το θύμισε με ένα σχόλιό του ο Alex76GR, γιατί το είχα ξεχάσει τελείως: αν θέλετε να βρείτε το topic με την συζήτηση και τα schematics για το καλώδιο που συνδέει τους Amstrad CPC με VGA οθόνες (είπαμε, απαραίτητη η υποστήριξη 15KHz) δείτε εδώ. Αν θέλετε μια λίστα με όλες τις flat οθόνες που υποστηρίζουν 15KHz, πηγαίνετε εδώ.


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Faster than Light: The Atari ST and the 16bit Revolution

Το είχα πετύχει κατά τύχη στο Amazon πριν από μερικούς μήνες. Ο τίτλος του με είχε ιντριγκάρει, είναι η αλήθεια: Faster than Light - The Atari ST and the 16bit Revolution. Καλό, δεν μπορείτε να πείτε, ε; Ειδικά αν είσαι φίλα κείμενος προς την Atari side όπως ο γράφων, κάτι σου κάνει.


Από τότε είχα μονίμως ανοιχτό το tab του browser με τη σελίδα του βιβλίου στο Amazon. Ο συγγραφέας Jamie Lendino φαινόταν να είναι μέγιστος Atarάς, καθώς είχαν κυκλοφορήσει ήδη στο παρελθόν τα βιβλία του Breakout: How Atari 8bit Computers Defined a Generation και Adventure: The Atari 2600 at the Dawn of Console Gaming. Για τον ίδιο τον Jamie δεν γνώριζα κάτι περισσότερο, αλλά και ούτε είχα ξανακούσει το όνομά του στο παρελθόν. Η αλήθεια είναι ότι από τη μία ψηνόμουν, από την άλλη είχα τις επιφυλάξεις μου, καθώς στο πρόσφατο παρελθόν είχαν πέσει στα χέρια μου αρκετά βιβλία σχετικά με κάποιο κομμάτι της ιστορίας του home computing που έβριθαν ανακριβειών. Έτσι άφησα να περάσουν μέρες. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες, και το tab εκεί ανοιχτό, να το βλέπω κάθε τόσο και λιγάκι, μια εκκρεμότητα η οποία, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έπρεπε κάποτε να κλείσει. Δεν ήθελα να βάλω τη σελίδα στο pocket ή να την κάνω bookmark, καθώς ήμουν σίγουρος ότι έτσι απλά θα το ξεχνούσα εντελώς το θέμα: όχι, έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Στην τελική, όσο μάπα και να ήταν το βιβλίο, γύρω στα 25€ θα έχανα - με έχουν κοροϊδέψει και για πολύ περισσότερα στο παρελθόν, οπότε...

Οπότε αποφάσισα πριν 3 εβδομάδες να το αγοράσω επιτέλους, το ρημάδι. Και την προηγούμενη Πέμπτη το είχα στα χέρια μου. Το ξεφύλλισα βιαστικά επιστρέφοντας από το ταχυδρομείο, και οι μέτριες προς λιγοστές φωτογραφίες αλλά και το αρκετά σοβαρό font σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος γραμματοσειράς μου έδωσαν την εντύπωση ότι πρόκειται για "σοβαρό" βιβλίο, και όχι για μια κακογραμμένη συρραφή από αποσπάσματα από την Wikipedia και διάφορα (κάθε άλλο παρά αμερόληπτα) websites. Έτσι, με το που βρήκα ευκαιρία ξεκίνησα την ανάγνωση του Faster than Light, ελπίζοντας για το καλύτερο...


Δεν έχω τελειώσει ακόμα το βιβλίο, είμαι περίπου στα 2/3, και μπορώ με ασφάλεια πλέον να πω ότι το έχει το ενδιαφέρον του. Είναι αρκετά καλογραμμένο, δεν εντόπισα κάποια ανακρίβεια μέχρι τώρα και, το σημαντικότερο, ο Jamie Lendino, αν και μεγάλωσε με ό,τι κυκλοφορούσε η Atari σε 8 και 16bits, δεν είναι προκατειλημμένος, καθώς, εν ολίγοις αναφέρει ότι, σαν hardware, ο ST ήταν μια Amiga χωρίς τα custom chips (με όλα τα μειονεκτήματα που προκαλούσε αυτή η έλλειψη) και σαφώς ανώτερος του original Macintosh. Αναφέρει επίσης το αυτονόητο, ότι δηλαδή όταν κυκλοφόρησε ο Atari 1040STf στα 999 δολάρια Η.Π.Α., επρόκειτο για το απόλυτο bargain από άποψη απόδοσης προς τιμή. Αλλά φυσικά δεν γράφει πουθενά ότι ο ST είχε καλύτερο ήχο ή γραφικά από την Amiga, ή καλύτερο GUI από τον Macintosh, ή κάτι άλλο τέλος πάντων που θα ανέφερε κάποιος biased Atarάς.

Από εκεί και πέρα, το Faster than Light δεν είναι Masters of Doom, ήτοι δεν πρόκειται να ταράξει συθέμελα τον κόσμο του αναγνώστη με το ενδιαφέρον και τη λογοτεχνική αξία του. Στην ουσία πρόκειται για μια ιστορική αναδρομή από την δημιουργία του Atari ST μέχρι και το τέλος της εμπορικής του καριέρας, η οποία προχωρά χρονικά μέσα από τις software και hardware κυκλοφορίες που σημάδεψαν το μηχάνημα και τους χρήστες του. Θα θυμηθούμε έτσι την GFA BASIC, το 1ST Word, το Time Bandit, το DEGAS Elite και πολλά άλλα, που αναμφισβήτητα χρωμάτισαν με την ύπαρξή τους την όλη εμπειρία της ενασχόλησης με τον Atari ST back in the day.


Συνολικά πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και αρκετά πλήρες βιβλίο, που θα ξυπνήσει αναμνήσεις στους πάλαι ποτέ κατόχους Atari ST και θα παράσχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες, χωρίς πάντως κάτι συγκλονιστικό που δεν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα (τουλάχιστον όσοι ασχολούνται με το αντικείμενο). Μιας και δεν κυκλοφορούν πολλά βιβλία με αντίστοιχη θεματολογία, το προτείνω στους λάτρεις του μηχανήματος αλλά μόνο σε αυτούς, καθώς για τους υπόλοιπους θα είναι μάλλον ολίγον τι βαρετό...

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Το Ogryzek μου δίνει φτεράαααααααααααααα!!!

Πρέπει να ήταν κάπου γύρω στο 1984, όταν ο φίλος μου ο Δήμος απέκτησε έναν Commodore 64, μαζί με κασετόφωνο, ένα πράσινο monitor της Hantarex (Boxer 12) και ένα 1541 floppy disk drive. Πήγα λοιπόν σπίτι του με κάποιες κασέτες από τον δικό μου 64άρη, για να παίξουμε, να αντιγράψουμε (εξυπακούεται) αλλά και να θαυμάσω από κοντά το 1541. Βλέπετε, το disk drive εκείνα τα χρόνια ήταν ένα εξωτικό περιφερειακό, συνώνυμο της ασύλληπτης ταχύτητας φορτώματος, πανάκριβο και ιδιαιτέρως σπάνιο! Όταν λοιπόν κάτσαμε και βάλαμε την πρώτη δισκέτα - και αφού ξεπέρασα την αρχική ψυχρολουσία με τις "ιδιαίτερες" εντολές για φόρτωμα και εμφάνιση των περιεχομένων του floppy disk - έμεινα άναυδος με την ταχύτητα ανάγνωσης: χωρίς υπερβολή μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν τόσο αργή, που ήταν πάνω-κάτω συγκρίσιμη με αυτήν του φορτώματος από κασέτα!

Η αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, αλλά, βλέπετε, το φόρτωμα από κασέτα συνοδευόταν από turbo loaders με γραφικά και μουσική που χάριζαν στους κατόχους του 64άρη μια ξεχωριστή εμπειρία, και έκαναν αυτά τα 5-6 λεπτά να κυλάνε χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει ο χρήστης. Με την δισκέτα όμως, δεν ίσχυε το ίδιο: από την ώρα που πληκτρολογούσες την εντολή και πατούσες το RETURN η οθόνη έσβηνε για περίπου 2 λεπτά (τόσο χρειαζόταν για να φορτώσει ένα πρόγραμμα 200 blocks (50KB)). 2 λεπτά να κοιτάς μια άδεια οθόνη; Αυτό λοιπόν ήταν το περίφημο disk drive;


Εννοείται πως στη συνέχεια κυκλοφόρησαν software και hardware fastloaders, αλλά και χρησιμοποίησα και άλλους υπολογιστές με disk drives, διαπιστώνοντας έτσι ότι τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα τελικά από την αρχική μου εμπειρία. Αλλά και πάλι, όσο περισσότερα έβλεπα και μάθαινα, τόσο περισσότερο δεν μπορούσα να χωνέψω την ταχύτητα του 1541. Ή, πιο σωστά, την έλλειψη αυτής. Και να μην παραλείψω βέβαια να αναφέρω ότι στην πραγματικότητα το κάθε ένα 1541 είναι ένας ολόκληρος υπολογιστής (!), με επεξεργαστή μάλιστα ίδιο με αυτόν του Commodore 64! Είναι άλλωστε γνωστό το περίφημο πείραμα της αντιγραφής, κατά το οποίο βάζουμε έναν 64άρη να αντιγράψει μία δισκέτα από το ένα disk drive στο άλλο (ναι, χρειάζονται 2 drives για αυτή τη δοκιμή), και μετά αφαιρούμε εντελώς (αποσυνδέουμε) τον 64άρη: θα διαπιστώσουμε μετά εκπλήξεως ότι τα 2 disk drives συνεχίζουν κανονικότατα την αποστολή που τους έχουμε αναθέσει, χωρίς την παραμικρή ανάγκη ύπαρξης υπολογιστή! Είπαμε, το 1541 είναι υπολογιστής το ίδιο! Αλλά και η ταχύτητα χελώνας εκεί, ταχύτητα χελώνας...

Περίπου δύο χρόνια αργότερα, σε ένα computer shop στη Στουρνάρα, βρήκα την ευκαιρία για ένα "test drive" στον ολοκαίνουριο (τότε) υπολογιστή της Amstrad, τον CPC 6128. Ο άτιμος ήταν τόσο φτηνός για όλα αυτά που προσέφερε (disk drive, monitor, εξαιρετική διάλεκτο γλώσσας BASIC, κανονικό πληκτρολόγιο με αριθμητικό και function keys, 80στηλη απεικόνιση, CP/M) που σκέφτηκα ότι, δεν μπορεί, κάτι θα πήγαινε στραβά. Και αφού όλα τα υπόλοιπα τα είχα ήδη τσεκάρει πριν καιρό στον CPC 464, το μόνο που απέμενε να δοκιμάσω ήταν το floppy disk drive με αυτές τις παράξενες δισκέτες των 3" που έμπαιναν και από τις δύο πλευρές. Αν το πανάκριβο disk drive του Commodore 64 σερνόταν, αυτό του 6128 θα έπρεπε αναλογικά αν είναι πιο αργό και από το κασετόφωνο του ZX81 (300 baud, για όσους δεν γνωρίζουν, και χωρίς ιδιαίτερη αξιοπιστία παρά την ταχύτητα... replay). Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου, όταν διαπίστωσα, σχεδόν με τρόμο, ότι το disk drive του Amstrad... πετούσε! Η ταχύτητά του όχι απλά δεν συγκρινόταν με αυτήν του 1541, αλλά η διαφορά ήταν αντίστοιχη αυτής του floppy με τον... σκληρό δίσκο! Απίστευτο! Ναι, τελικά ο CPC 6128 τα είχε όλα και συνέφερε (και γι' αυτό και πέτυχε εμπορικά, άλλωστε), αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία στην οποία μπορεί να αναφερθώ στο μέλλον...

Fast forward στο 2019, όταν και παραλαμβάνω ένα απρόσμενο δωράκι από τον φίλο GeoAna, ένα μικρό πλακετάκι για τον Commodore 64 που ονομάζεται Ogryzek cartridge και αποτελεί προϊόν της δουλειάς και την δημιουργικότητας ενός Πολωνού Commodoreά, που ακούει στο nickname Mr. Wegi. Ο GeoAnas είχε γράψει γι' αυτό στο iamretro, και γνώριζα ότι πρόκειται για ένα πολυχρηστικό και χρησιμότατο utility cartridge, που μάλιστα αποτελεί ιδανικό παρτενέρ για συσκευές τύπου SD2IEC. Βασικά το Ogryzek κάνει χωρίς υπερβολή ένα σκασμό πράγματα, αλλά δεν θα αναφερθώ σε αυτά τώρα, καθώς σκοπεύω να γράψω ένα πλήρες review για το Retro Planet. Θα σταθώ σε ένα μονάχα χαρακτηριστικό του λοιπόν...


Το Ogryzek λοιπόν είναι ο μικρός αδερφός και η πηγή έμπνευσης του Mini Gangcart. Και κατά συνέπεια παρέχει πολλές από τις λειτουργίες του τελευταίου, και μία εξ αυτών είναι ο fastloader. Και όταν μιλάμε για fastloader, εννοούμε fastloader όχι μονάχα για 1541, αλλά για οποιονδήποτε τύπο disk drive ΚΑΙ για SD2IEC.

Όπως γνωρίζουν όσοι ασχολούνται τα τελευταία χρόνια με τον Commodore 64, το SD2IEC είναι ένας floppy disk drive emulator που λειτουργεί αξιοπρεπέστατα με τις "κανονικές" loading ρουτίνες του Commodore 64 (αλλά και αυτές των VIC-20, Commodore 16 & Plus/4 και Commodore 128) και... (σχεδόν) καθόλου με custom loaders με τους οποίους εφοδιάζονται τα demos και κάποιοι commercial τίτλοι του παρελθόντος. Κοινώς, και λόγω της χαμηλής τιμής κτήσης του, αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για "σπασμένα" και single file games - που αποτελούν άλλωστε και την πλειοψηφία των τίτλων για τον Commodore 64 -, ενώ με τα multipart η όλη φάση είναι hit and miss, ήτοι μπορεί να δουλεύουν, μπορεί και όχι. Για παράδειγμα, μόλις πριν λίγο έπαιξα το Menace (μία πλευρά δισκέτας) που λειτουργούσε κανονικότατα, ενώ το Deja Vu μου κολλούσε στην αλλαγή πλευράς (δύο πλευρές δισκέτας αυτό). Το Ogryzek είναι το πλέον ιδανικό συμπλήρωμα για το SD2IEC, καθώς, εκτός του Fastloader περιλαμβάνει εντολές και shortcuts για πλοήγηση στο SD2IEC και τους φακέλους και υποφακέλους που θα υπάρχουν στην κάρτα μνήμης αυτού, για mounting disk image files, κλπ. Εν συντομία, αν έχετε αυτά τα δύο μαζί (ή ένα Mini Gangcart) δίνετε αυτομάτως στον 64άρη σας τις ευκολίες ενός... ταχύτατου σκληρού δίσκου (!) που ελέγχεται με απλές εντολές από την BASIC. Καλό, έτσι;


Αλλά, ας επιστρέψουμε στον Fastloader, ο οποίος είναι με μια λέξη... fast! Πόσο fast όμως; Μου φαινόταν απίστευτα γρήγορος, οπότε αποφάσισα να τον χρονομετρήσω. Χρησιμοποίησα ένα αρχείο 122 blocks (30,5ΚΒ) και, για μέτρο σύγκρισης, ένα αρχείο 33ΚΒ στον Amstrad CPC6128. Δείτε τα αποτελέσματα των μετρήσεων:

- Commodore 64, κανονική ταχύτητα φόρτωσης, floppy emulator, για 30,5ΚΒ χρειάστηκαν 62 δευτερόλεπτα
- Amstrad CPC6128, κανονική ταχύττα φόρτωσης, floppy emulator, για 33KB χρειάστηκαν 8 δευτερόλεπτα
- Commodore 64, Fastloader του Ogryzek ενεργοποιημένος, floppy emulator, για 30,5ΚΒ χρειάστηκαν 4,9 δευτερόλεπτα!

Από τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό ότι το Ogryzek, πέρα από όλα τα υπόλοιπα που προσφέρει, διαθέτει έναν fastloader που εταμορφώνει τον Commodore 64 από τον πιο αργό 8μπιτο σε ταχύτητα φορτώματος από disk drive, στον πιο γρήγορο! Η διαφορά είναι, απλά, χαοτική.

Πριν κλείσω, θα ήθελα να σημειώσω ότι χρησιμοποίησα για τις δοκιμές της ταχύτητας floppy disk drive emulator και στα 2 μηχανήματα, αντί για κανονικές δισκέτες (SD2IEC και Zaxon's Budget USB floppy emulator αντίστοιχα). Αυτό συνέβη αφ' ενός για λόγους ευκολίας, και αφετέρου επειδή αμφότεροι οι floppy emulators εξομοιώνουν και την ταχύτητα των πραγματικών disk drives, οπότε τα αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια σε κάθε περίπτωση. Α, και δεν έχω και 3άρι disk drive στον Amstrad μου, οπότε...

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καλό φίλο GeoAna για το Ogryzek, τον Mr. Wegi για τον σχεδιασμό του, αλλά και τον Zaxon για όλα τα υπέροχα... τσουμπλέκια (!) που έχει φτιάξει για τον Amstrad. Επιτέλους, με το Ogryzek ο Commodore 64 παίρνει το αίμα του πίσω, έστω και με 33 χρόνια καθυστέρηση!

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019

Οι απόλυτες (και βάλε) game collections για Commodore 64. Και ένα μεγάλο "ευχαριστώ"!

Ήταν κάπου στα μέσα του Ιουνίου, πριν από 5 περίπου μήνες δηλαδή, όταν ο γνωστός Commodore 64 lover και supporter και εξέχον μέλος της Ελληνικής retro σκηνής που ακούει στο nickname "GeoAnas" επικοινώνησε μαζί μου, για να μοιραστεί μια ιδέα του: την δημιουργία της απόλυτης συλλογής παιχνιδιών για Commodore 64 σε cartridge, καθώς είχε ήδη προμηθευτεί σε μεγάλες ποσότητες parts για την δημιουργία Magic Disk compatible cartridges, με ROMs χωρητικότητας - κρατηθείτε - 1ΜΒ! Και, αν το νούμερο δεν εντυπωσιάζει κάποιους από εσάς, να σας θυμίσω ότι η πλειοψηφία των single-file παιχνιδιών του 64άρη κυμαίνονταν περί τα 40-45ΚΒ. Αν κάνετε τη διαίρεση θα διαπιστώσετε ότι μιλάμε για περί τα 22 παιχνίδια ανά cartridge - δεν το λες και "άσχημα", έτσι;

Χμμμ... Τι μας έστειλε ο καλός φίλος από την Χαλκιδική;

Ε; Alcatel; WTF???

Κάτσε, αυτά δεν είναι για μένα...

Επειδή όμως - και ορθώς - ο Γιώργος (GeoAnas) έκρινε ότι δεν θα χωρούσαν τα καλύτερα games του Commodore 64 του τότε και του τώρα σε ένα και μόνο cartridge, αποφάσισε να φτιάξει 5 ολόκληρες, ανεξάρτητες συλλογές, έτσι ώστε να μπορέσει πραγματικά να φιλοξενήσει σε αυτές τα καλύτερα των καλύτερων χωρίς να μείνει τίποτα απ' έξω! Οι συλλογές θα ήταν shoot 'em ups, arcade classics, sports/racing, fun/puzzle games και exploring new worlds.

Ομορφιές!

Τώρα θα μου πείτε, ωραία όλα αυτά, αλλά ο δικός μου ρόλος ποιος θα ήταν; Αρχικά, ο Γιώργος μου ανέθεσε να τον βοηθήσω στην επιλογή των τίτλων, καθώς, χωρίς να το παινευτώ, είμαι γνωστός "παλαίουρας", "δεινόσαυρος", "αντίκα", "old timer", "fossil" και άλλα τέτοια ωραία, που πρόλαβα την εποχή των 8μπιτων, την έζησα σε όλο της το μεγαλείο, και την θεωρώ κι από πάνω ως την μοναδική "πραγματική" εποχή της επανάστασης του home computing, πριν έρθουν Αμίγκες, Ατάρια και τα ρέστα και οι χομπίστες δώσουν τη θέση τους σε gamers που ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί οι υπολογιστές τους είχαν και πληκτρολόγιο. Ως γνήσιο λείψανο λοιπόν και κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, ξεχασμένης ακόμα και από όσους μεγάλωσαν με Sega Megadrive, ήμουν μάλλον αρκετά ενδεδειγμένος ως κριτής των κορυφαίων τίτλων του Commodore 64, αφού τους είχα προλάβει στην εποχή τους, είχα διαβάσει γι' αυτούς, τους είχα παίξει, αντιγράψει, χακάρει για άπειρες ζωές και disable του sprite collision κ.ό.κ.

Φέρτε μου έναν Commodore 64! Τώραααααααααα!!!

Τι καλά έχουμε εδώ;

Και EasyFlash έχουμε, και Ogryzek έχουμε...

...αλλά και τις καλύτερες συλλογές παιχνιδιών ever!

Όμως, και ενώ η τιμή που μου έκανε ο Γιώργος ήταν μεγάλη, δεν μπορούσε παρά να με προβληματίσει το γεγονός ότι ο ρόλος μου θα ήταν αρκετά περιορισμένος, από την άποψη ότι, πέραν της τεχνογνωσίας (έτσι το λέμε τώρα) δεν θα προσέφερα τίποτα παραπάνω. Έτσι, έριξα την ιδέα: πώς θα φαινόταν στον GeoAna εάν έφτιαχνα κάποιο cracktro και το κολλούσαμε στο κάθε κάθε παιχνίδι ξεχωριστά, όπως γινόταν back in the day, που έφταναν στα χέρια μας τίτλοι με μέχρι και 4-5 διαφορετικά cracktros το ένα μετά το άλλο; Ο καλός μου φίλος ενθουσιάστηκε με την ιδέα, κι έτσι κι εγώ έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας που θα είχαμε την ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που όχι μόνο σαν τελικό αποτέλεσμα θα ήταν χρήσιμο και αξιόλογο, αλλά και το οποίο θα μας προσέφερε τόνους δημιουργικής ικανοποίησης στην πορεία της υλοποίησής του.

Για να μην μακρηγορώ, η επιλογή των παιχνιδιών έγινε, τα cracktros φτιάχτηκαν (πολύ περισσότερα από όσα χρειαζόμασταν, είναι η αλήθεια), τα παιχνίδια patchαρίστηκαν με αυτά, οι συλλογές ετοιμάστηκαν, ο Γιώργος τις δοκίμασε, είδε τι δούλευε και τι όχι στο real thing, έκανε τις απαραίτητες αλλαγές, ξαναδοκίμασε, ξαναέκανε αλλαγές, και τελικά "έκαψε" τις πολυπόθητες EPROMs και έφτιαξε τα cartridges...

Τυπικό δείγμα παιχνιδιού της συλλογής: με το cracktro μας...

...το loading screen...

...και το κυρίως παιχνίδι, φυσικά!

Διάφορα εκλεκτά μέλη της retro κοινότητας είχαν την τύχη να λάβουν τους καρπούς της δουλειάς που ανέφερα παραπάνω ως δώρα: ναι, δεν υπερβάλλω, ο Γιώργος πλήρωσε τα parts, έκανε τη δουλειά, έφτιαξε τα cartridges και μετά τα χάρισε στους τυχερούς παραλήπτες, σε μια κίνηση καλής θέλησης και γενναιοδωρίας μοναδική στα χρονικά! Και, αν όλοι έτριβαν μετά απ' αυτό τα χέρια τους με ικανοποίηση και οι 64άρηδες "πήραν φωτιά", ο γράφων δέχτηκε το μεγαλύτερο και πλέον απλόχερο δώρο από τον γαλαντόμο GeoAna: 7 ολόκληρα cartridges, παρακαλώ! Ήτοι, οι 5 συλλογές - οι οποίες, δεν υπερβάλλω, είναι πραγματικά εκπληκτικές και must have για οποιονδήποτε κάτοχο Commodore 64 -, ένα EasyFlash cartridge και ένα Ogryzek cartridge, το απόλυτο συμπλήρωμα για το SD2IEC και όχι μόνο!

Είναι δύσκολο να εξηγήσεις το μεγαλείο του Ogryzek cartridge σε κάποιον που δεν το έχει χρησιμοποιήσει. Εδώ βλέπουμε την αρχική οθόνη που αντικρίζουμε, ανάβοντας τον Commodore

To EasyFlash. Τούμπανο!

Μετά από όλα αυτά, τι να πω, τι θα έλεγε κάποιος στη θέση μου; Εντάξει, ένα τεράστιο "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ" είναι εκ των ουκ άνευ, έτσι; Όχι μόνο για τα 7 cartridges τα οποία θα δώσουν νέα ζωή (και βάλε) στους 64άρηδες μου, αλλά και για την πρόταση για τη συμμετοχή μου και την εξαιρετική συνεργασία και συνεννόηση στους μήνες που ακολούθησαν, μέχρι τελικά να "ψηθούν" τα ολοκληρωμένα. Δεν έχω να πω κάτι άλλο, πέρα από το ότι αυτή η προσπάθεια που κάναμε με τον Γιώργο αφιερώνεται εκ καρδίας στα μέλη του forum του imaretro και στους συντελεστές και τους αναγνώστες του περιοδικού Retro Planet, αλλά και φυσικά σε όσους ακόμα και σήμερα, σε πείσμα των καιρών, δίνουν μια θέση από τον λιγοστό χώρο του γραφείου τους στο πλέον αγαπημένο ίσως home computer της ιστορίας, τον ένα και μοναδικό Commodore 64! Σας αφήνω με μερικές φωτογραφίες γιατί, καλό το κείμενο, αλλά έτσι ξεροσφύρι δεν λέει, isn't it?

Και μια γεύση από τις συλλογές...

Arcade classics

Puzzle games και classics

Τι να πρωτοπαίξω, μου λέτε;

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Review: JetSet Billy (Amiga)

JetSet Billy (Commodore Amiga) - Niilo Paasivirta/Risto Paasivirta/Timo Rossi/Teijo Kinnunen/Chris Clarke

   
Όπως είναι γνωστό στους πραγματικούς ρέκτες του retro computing και του retro gaming, το Jet Set Willy του ιδιοφυούς έφηβου (τότε) Matthew Smith, που κυκλοφόρησε από την Software Projects για τον Sinclair Spectrum το 1984, είναι ένα από τα πλέον γνωστά και εμβληματικά παιχνίδια της εποχής, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ίσως και να είναι και το πρώτο video game που έρχεται στο μυαλό κάποιου όταν του θυμίζουν το δημοφιλές μαύρο κουτί με τα λαστιχένια πλήκτρα του "Θείου" Clive. Η Amiga "ευτύχησε" να αποκτήσει μια έκδοση του παιχνιδιού 8 ολόκληρα χρόνια αργότερα, όταν πια η μαγεία του κλασικού αυτού platformer είχε αρχίσει να ξεφτίζει, όντας στη σκιά εντυπωσιακών παιχνιδιών όπως ήταν τα Shadow Of The Beast, Battle Squadron, Lemmings και πολλά-πολλά ακόμη. Εκτός αυτού, η μεταφορά στην Amiga είχε ντυθεί με λούσα και στολίδια που δεν ταίριαζαν στο λιτό και απέριττο δημιούργημα του Matthew Smith. Ευτυχώς, 23 χρόνια αργότερα, μια παρέα νεαρών προγραμματιστών έρχεται να διορθώσει την ιστορική αυτή αδικία βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους μια και καλή, με το υπέροχο JetSet Billy.

Για να μην παρεξηγούμαστε, το επίθετο "υπέροχο" που χαρακτήρισε το παιχνίδι στην προηγούμενη παράγραφο αφορά αποκλειστικά και μόνο τους λάτρεις των Manic Miner και Jet Set Willy, όπως είναι ο γράφων αλλά και ο υπεύθυνος για τα εξώφυλλα του περιοδικού που κρατάτε στα χέρια σας. Για όλους τους υπόλοιπους, το JetSet Billy ίσως να φαίνεται πολύ "λίγο" για τις δυνατότητες ενός μηχανήματος όπως είναι η Amiga.


Με κριτήρια Jet Set Willy λοιπόν, και όχι Amigικά (αν είναι δόκιμος ο όρος), το JetSet Billy είναι εξαιρετικό. Η έκδοση που έχουμε στα χέρια μας (1.00) τρέχει σε οποιαδήποτε Amiga με ROMs 2.x και νεότερες (αν και σε δική μας δοκιμή, δεν μπόρεσε να τρέξει σε ROM 2.04, παρά μόνο σε 3.1) και είναι πλήρης κατά 95%. Από αυτό το 5% που λείπει, αισθητή θα γίνει μόνο η απουσία ηχητικών εφέ και η έλλειψη δυνατότητας αλλαγής των default πλήκτρων χειρισμού (στην παρούσα έκδοση ο Billy ελέγχεται με τα cursor keys). Κατά τα άλλα, το παιχνίδι είναι υπερ-πλήρες, καθώς διαθέτει μέχρι και editor για να φτιάξουμε τις δικές μας πίστες!

Ο "χάρτης" του παιχνιδιού δεν είναι ο original του Jet Set Willy, αλλά ένας νέος, σχεδιασμένος από τον Chris Clarke (ναι, τον ίδιο που είναι υπεύθυνος και για τον σχεδιασμό επιπέδων και τα γραφικά του Kingdoms Of Steam!). Εν εν λόγω χάρτης περιλαμβάνει 72 οθόνες, και, επιτρέψτε μας την ιεροσυλία (!), είναι πολύ πιο playable και διασκεδαστικός απ' αυτόν του Jet Set Willy. Καταρχάς, η συλλογή των αντικειμένων είναι πολύ πιο εύκολη, και τα αντικείμενα πολύ περισσότερα, με αποτέλεσμα, η κάθε οθόνη να "καθαρίζεται" σχετικά γρήγορα, χωρίς απανωτές αποτυχημένες προσπάθειες με τον συνεπακόλουθο εκνευρισμό. Στο JetSet Billy η εξερεύνηση των πιστών και η συλλογή των αντικειμένων είναι παιχνιδάκι συγκριτικά με το Jet Set Willy. Εδώ να αναφέρουμε, για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, ότι έχουμε να κάνουμε με ένα platformer πολλαπλών οθονών, όπου ο ήρωάς μας περιφέρεται από τη μία στην άλλη, στην προσπάθειά του να συλλέξει όλα τα αντικείμενα, προκειμένου να ολοκληρώσει το παιχνίδι.


Σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού ακούγεται ευχάριστη μουσική (έχουμε εναλλαγή 2-3 διαφορετικών tunes ανάλογα με την πίστα ώστε να "σπάει" η πιθανή μονοτονία) ενώ στην οθόνη φορτώματος, ακούμε μια έκδοση της ingame μουσικής του… Bubble Bobble! Τα γραφικά του παιχνιδιού είναι σαφή, λειτουργικά και απέριττα, ο χειρισμός του Billy άμεσος και ακριβής και το sprite collision απλά… σεμιναριακού επιπέδου!

Είναι κάποιες φορές που πραγματικά, τα πολλά λόγια περιττεύουν: για τους λάτρεις των παιχνιδιών του Matthew Smith το JetSet Billy αποτελεί ένα δώρο εξ' ουρανού, έναν επίγειο παράδεισο στεγασμένο στα κυκλώματα της Amiga. Για τους υπόλοιπους, πιθανόν να είναι εντελώς αδιάφορο…

Βαθμολογία: 9/10

Το παραπάνω review δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 10ο τεύχος του περιοδικού Retro Planet, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2015.