Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Δώστε ζωή στο παλιό σας Mac!

Το θέμα του γούστου είναι προφανώς καθαρά υποκειμενικό: σε άλλους αρέσει το παστίτσιο, άλλοι λατρεύουν τα σνίτσελ, κάποιοι δίνουν και την ψυχή τους για πίτσα, ενώ υπάρχουν (έτσι λένε) και ορισμένοι περίεργοι που, λέει, απολαμβάνουν το μπρόκολο (ναι, καλά). Όπως και να 'χει ούτε αρέσουν σε όλους μας τα ίδια, ούτε και είμαστε υποχρεωμένοι να λειτουργούμε κατά κάποιον τέτοιο, προ-προγραμματισμένο τρόπο.


Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί θέλω να αναφερθώ στα λειτουργικά συστήματα και στους υπολογιστές που μου αρέσουν περισσότερο, ως μία εισαγωγή για το κυρίως πιάτο. Από καθαρά αισθητική άποψη λοιπόν - και χωρίς όμως να έχω κάποιες σοβαρές ενστάσεις και για τη λειτουργικότητά τους - βάζω αναμφισβήτητα στο πρώτο σκαλί του βάθρου τα Mac OS X 10.4 (Tiger για τους φίλους) και τα Windows Vista. Ναι, μην χτυπιέστε και μη φωνάζετε, το έγραψα πριν 3 γραμμές "από καθαρά αισθητική άποψη" - τι δεν καταλαβαίνετε;


Και φυσικά από πολύ κοντά ακολουθούν τα OS X 10.5 (Leopard) και Windows 7. Όλη αυτή η προσέγγιση της εποχής εκείνης που προσπαθούσαν να φτιάξουν τις διαφάνειες σαν γυαλί και τα εικονίδια όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα αντικείμενα που απεικόνιζαν μου καθόταν πολύ καλύτερα στο μάτι (και στο μυαλό) από την επίπεδη, ολιγόχρωμη και "μοντέρνα" εμφάνιση των σύγχρονων λειτουργικών συστημάτων.


Αντίστοιχα, στο hardware κομμάτι, και πάλι προσεγγίζοντας το θέμα αισθητικά καταρχάς (αλλά και χρηστικά στη συνέχεια) δεν μπορώ παρά να βγάλω το καπέλο στις δημιουργίες του Jonathan Ive και της ομάδας του από τη στιγμή που επέστρεψε ο Steve Jobs στην Apple, εκεί, στα τέλη της περασμένης χιλιετίας, μέχρι και τα μέσα των '00s, τότε που η εταιρία από το Cupertino καβάλησε το τρενάκι της Intel κι έριξε μαύρη πέτρα στην PowerPC αρχιτεκτονική που άφησε πίσω της. Τι να πρωτοαναφέρω; Τον original iMac; Τα Powermac G3, G4 και G5; Τα iBooks και Powerbooks; Το Cube; Μιλάμε για πραγματικά έργα τέχνης, που το γεγονός ότι ήσουν ιδιοκτήτης τους σε έκανε να αισθάνεσαι λίγο ελιτιστής απέναντι στους υπόλοιπους, την "πλέμπα", με τα - από άσχημα μέχρι - αδιάφορα PCs τους. Όπως δηλαδή συμβαίνει και στις μέρες μας με τους κατόχους προϊόντων της Apple, μόνο που τώρα η αισθητική των μηχανημάτων και των λειτουργικών τους είναι παρόμοια με αυτή του ανταγωνισμού. Sorry, αλλά αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Και όχι επειδή αποχαιρέτησε ο Ive, αλλά μάλλον επειδή χωρίς την αύρα του μοναδικού Steve Jobs (ΟΚ, και τις φωνές του) τίποτα δεν είναι πια το ίδιο...


Τέλος πάντων, όλα αυτά τα έγραψα για να εξηγήσω μέσες-άκρες το γιατί συμπαθώ ιδιαιτέρως τα PowerPC Macs. Και το Tiger, βεβαίως-βεβαίως. Και, η αλήθεια είναι, ότι αυτά τα υπέροχα μηχανήματα η μαμά εταιρία (αρχικά) και οι τρίτες εταιρίες που τα τροφοδοτούσαν με software και με hardware τα εγκατέλειψαν άκομψα και απότομα, μια εποχή που δεν βρίσκονταν δα και τόσο πίσω τεχνολογικά από όλο το υπόλοιπο υπολογιστικό σύμπαν (λέγε με Intel). Βέβαια, ας μην λέμε και ψέματα, αν τα μηχανήματα αυτά εμφανισιακά θύμιζαν τα Macs των early 90s και το λειτουργικό τους ήταν το OS9 δεκάρα δεν θα έδινα - ο πόνος με έπιασε επειδή κάτι το τόσο όμορφο εγκαταλείφθηκε εν μία νυκτί.

Φυσικά, τα fanboys της Apple δεκάρα δεν έδιναν για όλα αυτά: Intel τους είπε η Apple, Intel πήραν. Πανάκριβες μετριότητες αντικατέστησαν τα (υποτίθεται παρωχημένα) έργα τέχνης, αυτοί έσπευσαν να τις αγοράσουν. Design μετρίως μέτριο, καινοτομίες που φαίνονται ως τέτοιες μόνο στους πιστούς ακόλουθους της φίρμας με το δαγκωμένο μήλο - αυτή είναι η σημερινή Apple. Κι ας έχει τόσα χρήματα που μπορεί να αγοράσει τον μισό πλανήτη: το όραμα και η αισθητική του Jobs δεν αγοράζονται...


Επιστρέφοντας στα PowerPC Macs λοιπόν, όποιος έχει προσπαθήσει να τα χρησιμοποιήσει τα τελευταία χρόνια, θα έχει διαπιστώσει ότι όλο και πιο δύσκολη είναι η ανεύρεση software για τα μηχανάκια αυτά. Η μόδα στο σύμπαν της Apple είναι "θέλω την πιο πρόσφατη έκδοση του τελευταίου app" - ποιος θα ασχοληθεί με versions 10 και 15 χρόνων πίσω; Κι ας δουλεύουν ακόμα μια χαρά...

Δεν μπορώ να πω, υπήρχαν κάποιοι ρομαντικοί πιστοί στην παλιά Apple, αυτή του Jobs και των PowerPCs, που είχαν φτιάξει websites, blogs κλπ όπου μπορούσες να βρεις μερικά ξεχασμένα - και ίσως και σπάνια - διαμαντάκια από δω κι από κει. Αλλά εννοείται πως κάτι αντίστοιχο με το app store, με όλο το software συγκεντρωμένο κι έτοιμο για κατέβασμα, δεν υπήρχε. Άλλωστε τα app stores έγιναν μόδα μετά το τελευταίο λειτουργικό που υποστήριζε τα PowerPC Macs (το Leopard)...

Έτσι λοιπόν, όταν έπεσα κατά τύχη πάνω σε αυτό εδώ το site, είπα μέσα μου ότι παραείναι καλό για να είναι αληθινό. Δεν το άφησα έτσι, όμως. Μερικές μέρες αργότερα, εξοπλισμένος με το πανίσχυρο G4 Mac Mini μου (1,25GHz - πιο αργό δεν γίνεται) κατέβασα την εφαρμογή και την δοκίμασα, για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή μας κοροϊδεύουν. Και, guess what? Αλήθεια ήταν!


Από τα πιο μικρά και αδιάφορα utilities μέχρι το Office και το iLife είναι όλα εκεί, περιμένοντας να τα κατεβάσετε! Είναι εξαιρετική η δουλειά που έχει γίνει και πρέπει να σταθώ ιδιαίτερα στο ότι υπάρχουν μέχρι και εφαρμογές όπως το Core Player, το μόνο ίσως πρόγραμμα που εκμεταλλεύεται το Altivec πραγματικά και όχι στα λόγια (και σου επιτρέπει να παρακολουθήσεις 720p και 1080p videos, να τα λέμε κι αυτά). Και με εντυπωσίασε επίσης για άλλη μια φορά το Mini - πώς καταφέρνει ρε παιδάκι μου αυτό το μηχάνημα με σύνδεση VGA να εντοπίζει την πραγματική ανάλυση της οθόνης που έχεις συνδέσει και να δείχνει τέλεια σε 1080p με την ταπεινή ATI RADEON 9200 με τα 32ΜΒ VRAM ειλικρινά με ξεπερνάει! Γενικώς - και ξεκινώντας πάντα από το PowerPC Appstore - δοκίμασα να τρέξω πολλά πράγματα ταυτόχρονα (browser, video player, audio player κλπ) και το μικρό, κομψό μηχανάκι του 2005 με εξέπληξε με την αντοχή, την αξιοπιστία και... το πείσμα του!


Δεν ξέρω, καλό όντως και το MorphOS, αλλά θα σας πρότεινα ανεπιφύλακτα αν έχετε κάποιο Mac με PowerPC επεξεργαστή να του ρίξετε ένα format, να του περάσετε ένα ολόφρεσκο (!) Mac OS X Tiger 10.4.11, να βάλετε το Appstore και να το γεμίσετε με software! Δεν θα κάνετε τον TenFourFox να πηγαίνει γρήγορα (θαύματα δεν γίνονται), αλλά θα δώσετε ζωή σε ένα μηχάνημα που πραγματικά την αξίζει. Κατεβάστε το Appstore από το website του, εδώ. Να σημειώσω τέλος ότι το όλο project δεν έχει ανανεωθεί εδώ και περίπου 2 χρόνια, κάτι που σίγουρα είναι λυπηρό και σε βάζει και σε δυσάρεστες σκέψεις (μήπως κάτι συνέβη στον developer; Μήπως κάποια στιγμή η εφαρμογή σταματήσει να δουλεύει;). Από την άλλη όμως, όσα δοκίμασα, ακόμα και το iLife των 6,2GB που "στεγάζεται" στο Mega, δουλεύουν κανονικότατα. Συνεπώς δεν πρόκειται για κάποιο παρατημένο project - η χρηστικότητά του άλλωστε θα σας το αποδείξει!








Θέλω κλείνοντας να απολογηθώ που - για πρώτη φορά, αν δεν απατώμαι, είχα να ενημερώσω το blog 9 ολόκληρες μέρες. Δεν είναι ότι δεν ασχολούμαι ή δεν με ενδιαφέρει, ούτε το ότι έχω δουλειές, υποχρεώσεις και άλλα ενδιαφέροντα: αυτά ανέκαθεν ίσχυαν, δεν έχει αλλάξει κάτι. Απλά, 2 αρκετά μεγάλα θέματα με τα οποία είχα επιλέξει να ασχοληθώ και είχα ξεκινήσει ήδη να γράφω, να φωτογραφίζω κλπ μου "στράβωσαν" στην πορεία κι έτσι αναγκάστηκα να τα βάλω στην άκρη και να ασχοληθώ με κάτι άλλο. No worries λοιπόν, εδώ είμαστε. Still...

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Retro Planet - Covid-19 2-0

Ε, ναι: αφού σύμφωνα με το website του περιοδικού (και ποιοι είμαστε εμείς για να το αμφισβητήσουμε, άλλωστε;) το σκορ με το προηγούμενο (27ο) τεύχος άνοιξε και διαμορφώθηκε στο 1-0, με το νέο θα διπλασιάσουμε τα τέρματά μας. Εν μέσω πανδημίας η συντακτική ομάδα και οι σχεδιαστές του περιοδικού έκαναν και πάλι αυτό που για εμάς είναι αυτονόητο, αλλά για τους περισσότερους εκεί έξω όχι, δηλαδή αντιμετώπισαν το hobby τους ως (σοβαρή) δουλειά, με υπευθυνότητα και σοβαρότητα.

Τα αποτελέσματα φυσικά θα μπορέσετε να τα διαπιστώσετε και εσείς ιδίοις όμμασι τις πρώτες ημέρες του Ιούνη, οπότε και θα κυκλοφορήσει το 28ο τεύχος του Retro Planet. Φυσικά, όσοι μας γνωρίζουν ξέρουν πολύ καλά τι να περιμένουν και τα θέματα που αποκαλύπτει το εξώφυλλο του νέου τεύχους αποτελούν αναμφισβήτητα ένα καλό ορεκτικό, απολύτως ενδεικτικό του τι θα ακολουθήσει στα ενδότερα του περιοδικού.

Και, μιας και ανέφερα το εξώφυλλο, αυτή η (εντελώς όμως) 70s ομορφιά που βλέπετε είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού της δουλειάς και του ταλέντου των Αντώνη Ν. ή antnik (φωτογραφία) και του Σταμάτη Π. (στήσιμο). Ο Αντώνης μας προσέφερε απλόχερα πολλές φωτογραφίες του, οι οποίες κοσμούν το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού στον παρθενικό υπολογιστή της Commodore, τον PET.

Σας αφήνουμε λοιπόν με το εξώφυλλο και τα υπόλοιπα τον Ιούνη. Με το καλό...

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

You'll never walk alone!

Εντάξει, τουλάχιστον με αυτόν τον τίτλο εξασφαλίσαμε ότι θα διαβάσουν την ανάρτηση οι οπαδοί της Liverpool. Τουλάχιστον μέχρι να καταλάβουν ότι δεν έχει και μεγάλη σχέση με την δοξασμένη ποδοσφαιρική ομάδα του Merseyside η οποία, αν φέτος δεν είχαμε την πανδημία του Covid-19, θα κατάφερνε μετά από 30 άγονα χρόνια να ξαναβρεθεί στην κορυφή της Premier League και να αναδειχτεί πρωταθλήτρια Αγγλίας. It wasn't meant to be όμως, και, ας μην κοροϊδευόμαστε, ό,τι και να συμβεί από εδώ και πέρα, η μαγεία χάθηκε. Εκτός αν του χρόνου τα έχουμε αφήσει όλα αυτά πίσω μας, και τα ξανακαταφέρει. Αλλά έχουμε καιρό μέχρι τότε και σίγουρα υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή από το ποδόσφαιρο. Κι ας μιλάμε για την Premier League της οποίας το επίπεδο, η ατμόσφαιρα και οι συγκινήσεις αφήνουν έτη φωτός πίσω οποιοδήποτε άλλο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον πλανήτη...

Ξεφύγαμε, όμως. Πάμε λίγο πίσω στα 80s, τότε που η Liverpool κυριαρχούσε (άντε πάλι) και που ζήσαμε την μεγάλη άνθηση των home computers σε όλη την Ευρώπη. Τότε λοιπόν, ειδικά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας, τα νέα μηχανήματα φύτρωναν σαν τα μανιτάρια, προερχόμενα συνήθως από μικρούς κατασκευαστές οι οποίοι φιλοδοξούσαν κάποια μέρα να βρεθούν την κορυφή του κομπιουτερικού στερεώματος, εκεί που τελικά - και δικαιωματικά - αναρριχήθηκαν οι Commodore, Sinclair, Acorn, Amstrad και Atari.

Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, όταν κάποιος αποκτούσε κάποιον νέο home computer - και με δεδομένη την ασυμβατότητα μεταξύ των διαφόρων πλατφορμών -, το μόνο σίγουρο ήταν ότι αρχικά δεν θα είχε software. Το οποίο το λες και λίγο πρόβλημα, καθώς το λογισμικό είναι για τους υπολογιστές ό,τι η βενζίνη για τα αυτοκίνητα: δεν μπορούν να κάνουν χωρίς αυτό. Και ναι μεν θα έπαιρνες το ολοκαίνουριο μηχάνημά σου, και θα περνούσες δεκάδες ώρες πειραματιζόμενος με την BASIC, φτιάχνοντας από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα προγράμματα, αλλά κάπου θα ήθελες ως άνθρωπος να ξεσκάσεις, να χαλαρώσεις, να αδειάσεις το μυαλό σου σώζοντας - για μία ακόμα φορά, τολμώ να πω - την γη μας από τους αιμοδιψείς εξωγήινους. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο θα διαπίστωνες πως, όσο νέος κι αν ήταν στην αγορά ο ολοκαίνουριος υπολογιστής σου, υπήρχαν σίγουρα 2 επιλογές software στις οποίες μπορούσες να καταφύγεις: η μία ήταν η Cassette 50 της Cascade, μια συλλογή με 50 - συνήθως άθλια - παιχνίδια, και η άλλη ήταν ένα εξαιρετικό παιχνίδι στρατηγικής/διαχείρισης που κυκλοφόρησε σε κάθε πιθανό και απίθανο format υπήρξε, το περίφημο Football Manager του Kevin Toms. Αυτός ο κλασικός μανατζερικός τίτλος λοιπόν θα ήταν εκεί, ό,τι απίθανο μηχάνημα κι αν είχες αγοράσει, να σου τραγουδήσει "you'll never walk alone" - ό,τι κι αν συνέβαινε θα μπορούσες πάντα να καταφύγεις στο Football Manager.

Πάμε μωρή Reading αρρώστια! Το 'χεις ακόμα!

Αφορμή για να ξαναφέρω στο μυαλό μου το παιχνίδι της Addictive Games - το οποίο ο Kevin Toms είχε γράψει σε χιλιάδες γραμμές BASIC και είχε μεταφέρει σε όποιον υπολογιστή διέθετε την γλώσσα και την απαραίτητη ποσότητα μνήμης (βλ. σχεδόν σε όλους) - ήταν το The Curse of Rabenstein για το οποίο σας έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση. Και αυτό διότι ο δημιουργός του Stefan Vogt φρόντισε ώστε το παιχνίδι του να τρέχει σε μία μεγάλη ποικιλία από πλατφόρμες, προσφέροντας μάλιστα όλες τις εκδόσεις πακέτο μαζί με αυτήν που θα επέλεγε αρχικά ο αγοραστής.

HTML, CPC και C64 εκδόσεις του The Curse of Rabenstein

Έτσι και εγώ, αφού ξεκίνησα δοκιμάζοντας αυτήν που έτρεχε ευκολότερα, την HTML έκδοση δηλαδή, συνέχισα με Commodore 64, Amiga, Commodore Plus/4 και Amstrad CPC. Και, ω του θαύματος, η εμπειρία ήταν σχεδόν η ίδια σε κάθε format, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και εσείς παρατηρώντας τις φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο.

Μάλλον κάποιος το ολοκλήρωσε το παιχνίδι στον Amstrad...

Θα πρέπει να τονίσω ότι ακριβώς τα ίδια ίσχυαν και για το πρώτο παιχνίδι του Stefan Vogt, το Hibernated 1 - This Place is Death, μόνο που εκείνο δεν διέθετε γραφικά, οπότε ήταν αναμφισβήτητα ευκολότερο να μεταφερθεί σε πολλές πλατφόρμες. Το σημαντικό όμως είναι - και αυτό που κάνει "κλικ" σε εμένα προσωπικά - ότι χάρη στον Stefan, έχουμε ένα ακόμα παιχνίδι που τρέχει (σχεδόν) παντού. 3μιση και βάλε δεκαετίες μετά το Football Manager έρχονται τα Hibernated 1 και The Curse of Rabenstein να βροντοφωνάξουν σε κάθε home computer εκεί έξω: you'll never walk alone!

The way it's meant to be done

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

The Curse of Rabenstein: μία υποδειγματική κυκλοφορία

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξα μεγάλος λάτρης των adventure games: ναι μεν τα εκτιμούσα ως είδος, διάβαζα τα reviews τους και γνώριζα τα τεκταινόμενα της σκηνής, αλλά σπανίως περνούσα πολλές ώρες παίζοντας με αυτά. Για παράδειγμα, από την εποχή των 8bit τα μόνα που είχα "λιώσει" από πάνω τους ήταν τα ιστορικά πλέον The Hobbit (ZX Spectrum) και Castle of Terror (Commodore 64). Μερικά χρόνια αργότερα, όταν και η μεγάλη Sierra μας γέμισε με ποιοτικούς τίτλους του είδους στα 16μπιτα formats φρόντισα να τους αποκτήσω σχεδόν όλους, μόνο και μόνο για για απολαύσω την εξαίσια μουσική τους από την Adlib κάρτα του PC μου, ενώ θυμάμαι να ασχολήθηκα πραγματικά σχολαστικά μονάχα με το (μοναδικό, υπέροχο, καταπληκτικό) Leisure Suit Larry in the Land of the Lounge Lizards και το εντυπωσιακό Indiana Jones and the Fate of Atlantis. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και ο διαθέσιμος χρόνος όλο και λιγόστευε όλο και απομακρυνόμουν από τα παιχνίδια περιπέτειας: κάτι οι αλλαγές/εκμοντερνισμός του interface με το παίξιμο να καταντάει πολλές φορές ένα ατελείωτο σκανάρισμα της οθόνης με τον pointer του ποντικιού μέχρι να εντοπιστεί το σημείο που αυτός άλλαζε (χα! Σε βρήκα, άτιμη καρφίτσα), κάτι το ότι επί σειρά ετών η μόνη πληροφόρηση που είχαμε για το είδος αυτό προερχόταν από τον Αντρέα-Παρασκευά Τσουρινάκη του οποίου τα γραπτά προσωπικά κάθε άλλο παρά με ενθουσίαζαν, εν τέλει αποστασιοποιήθηκα εντελώς από την όλη φάση.

Έπρεπε να φτάσει το 2018 και η multi format κυκλοφορία του Hibernated 1 This Place is Death του Stefan Vogt που μου κέντρισε ξανά το ενδιαφέρον για τα text adventures: το παιχνίδι, παρά το ότι δεν είχε καθόλου γραφικά, ήταν στρωτό - εύκολο, θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος -, είχε καλές περιγραφές με σωστά αγγλικά, λογική ροή και έδινε στον παίκτη καιρό για ψάξιμο και πειραματισμούς χωρίς να τον σκοτώνει σε κάθε ευκαιρία ή να τον φέρνει αντιμέτωπο με puzzles που απευθύνονται σε... φρενοβλαβείς! Προσωπικά, πέρα από τα παραπάνω, αυτό που πραγματικά μου έκανε την θετικότερη των εντυπώσεων στο Hibernated 1 This Place is Death ήταν το ότι κυκλοφόρησε με τη μία για σχεδόν οποιαδήποτε retro πλατφόρμα υπήρχε εκεί έξω: ότι κι αν είχε κάποιος, είτε 8μπιτο είτε 16μπιτο μηχανάκι, δεν υπήρχε δικαιολογία για να μην το δοκιμάσει έστω, αφού έτρεχε πρακτικά... παντού!

Fast Forward στην πρώτη μέρα του Φλεβάρη του τρέχοντος έτους, όταν και πληροφορήθηκα ότι κυκλοφορεί σε φυσική έκδοση ο νέος τίτλος του Stefan Vogt, που ονομάζεται The Curse of Rabenstein, και ο οποίος, αυτή τη φορά, έχει και γραφικά, ανήκοντας στο είδος παιχνιδιών περιπέτειας που τελικά μάλλον μου έκανε περισσότερο "κλικ", δηλαδή τα text/graphic adventure games. Σε μία κίνηση μάλλον απρόσμενη αγόρασα το The Curse of Rabenstein λοιπόν. Και γράφω "απρόσμενη" διότι γενικώς εδώ και χρόνια αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι τις μεγάλου μεγέθους χαρτονένιες συσκευασίες καθώς δεν έχω πού να τις αποθηκεύσω αλλά και δεν έχουν και όλες τις ίδιες διαστάσεις, γεγονός που αδυνατώ να χωνέψω και που σίγουρα δεν με βολεύει.




Τρεις μήνες μετά την αγορά μου το The Curse of Rabenstein έφτασε στα χέρια μου, και πραγματικά εντυπωσιάστηκα από το πόσα καλούδια σκέφτηκαν να συμπεριλάβουν μέσα στην συσκευασία του - δείτε τις φωτογραφίες και θα καταλάβετε. Φυσικά αποκορύφωμα αποτελεί ο σταυρός για τον λαιμό, το... απαραίτητο αξεσουάρ για να χαρεί κανείς πραγματικά το παιχνίδι!



Το ίδιο το The Curse of Rabenstein έχει πολύ καλά γραφικά, ατμόσφαιρα που δεν σε αφήνει να ξεκολλήσεις εύκολα, εξαιρετική χρήση της αγγλικής γλώσσας με καλογραμμένες και επεξηγηματικές περιγραφές και πολλά hints για το τι πρέπει να κάνεις ώστε να προχωρήσεις, αλλά και έναν parser σωστά φτιαγμένο, που καταλαβαίνει σχεδόν κάθε input του παίκτη - τουλάχιστον κάθε input που έχει κάποιο νόημα και κάποια λογική!


Αν και το The Curse of Rabenstein ήρθε σε δισκέτα 5 1/4" με δύο εκδόσεις του, μία για Commodore 64 και μία για Commodore Plus/4, αυτό που για μένα ήταν "όλα τα λεφτά" ήταν η microSD καρτούλα των 64ΜΒ που φαίνεται και στις φωτογραφίες. Αυτή η καρτούλα λοιπόν έχει όλο το υλικό (manuals, guides, image files κλπ.) για όλα τα formats στα οποία είναι διαθέσιμο το παιχνίδι. Ήτοι, αγοράζοντάς το για Commodore 64 ας πούμε, σου παρέχονται και οι εκδόσεις για ZX Spectrum +3, Amstrad CPC, Commodore Plus/4, Commodore Amiga, Atari ST, DOS μηχανάκια, σύγχρονα PCs (παίζει μέσω web browser) αλλά και... ZX Spectrum Next! Δοκίμασα μερικές από όλες αυτές τις εκδόσεις και μπορώ να πω ότι πραγματικά, δεν μπορώ να βρω τα κατάλληλα λόγια για να περιγράψω και να σας δώσω να καταλάβετε το πόσο προσεγμένη και υποδειγματική δουλειά έχει κάνει οι Stefan Vogt στη δημιουργία του τίτλου του. Φυσικά χρησιμοποιεί κάποιες συγκεκριμένες engines για να φτιάχνει τα παιχνίδια του με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να μπορούν να τρέξουν σχεδόν οπουδήποτε, αλλά αυτό ουδόλως ενδιαφέρει τον αγοραστή/παίκτη: αυτό που είναι χειροπιαστό και αυτό που μένει είναι ότι πληρώνεις για ένα παιχνίδι παραλαμβάνεις τα αρχεία για να το τρέξεις σε 9 (!) διαφορετικές πλατφόρμες! Τι μπορεί κανείς να πει γι' αυτό πέρα από ένα τεράστιο "μπράβο" στον Stefan;




Επιφυλάσσομαι να πούμε περισσότερα για το The Curse of Rabenstein αυτό καθεαυτό ως παιχνίδι σύντομα - είτε από εδώ, είτε μέσα από τις σελίδες του Retro Planet...


Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Raid Over Moscow: ο Ψυχρός Πόλεμος έφτασε στην Amiga!

Δεν είναι μία και δύο οι φορές που έχω ξεχάσει παλιές αναρτήσεις μου στο blog. Πλέον βαδίζω προς την ολοκλήρωση της πρώτης χιλιάδας, οπότε θεωρώ ότι είναι μάλλον ανθρώπινο κάποια posts να μην τα θυμάμαι μέχρι να τα ξαναδώ μπροστά μου. Αυτό ακριβώς συνέβη και με την μεταφορά του Raid Over Moscow στην Amiga η κυκλοφορία της οποίας μας γνωστοποιήθηκε την εβδομάδα που διανύουμε: είχα γράψει όλες τις λεπτομέρειες γι' αυτήν και τους συντελεστές της τον Νοέμβριο του 2016! Μπράβο μου, δεν μου τό 'χα!

Από την άλλη, αυτού που του το είχα είναι του Γιάννη Τσακίρη, τον οποίο η διεθνής Αμιγκο-κοινότητα έχει μάθει ως tsak: γνωρίζοντας τον Γιάννη, το μεράκι, το πάθος του και την ποιότητα της δουλειάς του, θα μπορούσα να ποντάρω στο ότι το Raid Over Moscow, η νέα κυκλοφορία της ReImagine games αξίζει και με το παραπάνω.


Προσωπικά, το Raid Over Moscow δεν το βλέπω ως "ένα ακόμα παιχνίδι". Βλέπετε, όταν αγόρασα τον πρώτο μου Commodore 64 back in the day, οι άνθρωποι του Cat Computers προσφέρθηκαν να μου δώσουν μαζί και 3 παιχνίδια της επιλογής μου (μη ρωτάτε αν ήταν σε κόπιες ανόητοι, φυσικά και ήταν!). Έτσι λοιπόν, και αφού και κάθε άλλο παρά άσχετος ήμουν με τον χώρο, επέλεξα με σχεδόν κλειστά μάτια τα Raid Over Moscow, The Way of the Exploding Fist και Spy Hunter από τους τίτλους που υπήρχαν διαθέσιμοι. Η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο ποτέ δεν με ενθουσίαζε, αλλά και η ποικιλία των αντιγραμμένων παιχνιδιών που υπήρχαν διαθέσιμα σε κασέτα δεν ήταν τεράστια, και εγώ βιαζόμουν να πάω σπίτι για να παίξω και... καταλαβαίνετε, τέλος πάντων.


Καθώς λοιπόν το Raid Over Moscow ήταν - ας πούμε - η παρθενική μου εμπειρία με τον 64άρη, είναι χαραγμένο ανεξίτηλα στη μνήμη μου, και, παρά τα χρόνια που πέρασαν, το θεωρώ ακόμα και σήμερα έναν από τους κορυφαίους και πλέον εμβληματικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στην πλατφόρμα. Τι να πρωτοπεί κανείς γι' αυτό; Ήταν μία δημιουργία του μακαρίτη Bruce Carver, του ανθρώπου που χάρισε 2 ακόμα κλασικά multistage διαμάντια στους χρήστες του C64, τα κλασικά Beach Head και Beach Head II. Το σενάριό του ήταν επηρεασμένο από το Ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής (1984) και, βέβαια, ως Αμερικάνικος τίτλος έβαζε τον παίκτη να σώσει την ανθρωπότητα (τις Η.Π.Α., δηλαδή!) από τον πυρηνικό όλεθρο που θα προκαλούσαν οι πύραυλοι που είχαν εκτοξεύσει οι αιμοσταγείς Σοβιετικοί!


Πραγματικά δεν γνωρίζω αν και κατά πόσο τα παιχνίδια του Bruce - και εν προκειμένω, η μεταφορά του Raid Over Moscow στην Amiga - μπορούν εν έτει 2020 να δελεάσουν κάποιον gamer με το gameplay τους, καθώς αποτελούνται από αρκετά arcade stages σε καθένα εκ των οποίων ο παίκτης καλείται να παίξει ένα εντελώς διαφορετικό subgame προκειμένου να το ολοκληρώσει. Για όσους φυσικά έζησαν την υπέρτατη gaming Ψυχροπολεμική εμπειρία που ονομάζεται Raid Over Moscow στον καιρό της, δεν τίθεται καν θέμα: προσωπικά λάτρεψα τον νέο τίτλο της ReImagine προτού καν αυτός κυκλοφορήσει, τι να λέμε τώρα;


Για την ιστορία, το παιχνίδι γράφτηκε σε Blitz BASIC από τον Erik Hogan (earok), χρησιμοποιώντας ως βάση γραφικά του Adrian Cummings από τα 80s τα οποία επεξεργάστηκε, συμπλήρωσε, ρετουσάρισε και ολοκλήρωσε ο tsak. Όμως η συμμετοχή του Έλληνα δημιουργού δεν ολοκληρώνεται εδώ, καθώς, μαζί με τον Simone Bernacchia δημιούργησε και το πρωτότυπο soundtrack της έκδοσης της Amiga.


Θα μπορούσα να γράφω ώρες για το Raid Over Moscow, αλλά προτιμάω να τις περάσω παίζοντας το παιχνίδι της ReImagine στην Amiga και να επανέλθω με αναλυτική παρουσίαση στο τεύχος του Ιουνίου του Retro Planet. Μέχρι τότε, μπορείτε να κατεβάσετε το παιχνίδι από την σελίδα του στο website της ReImagine και να το χαρείτε στην Amiga σας, καθώς παίζει σε όλα ανεξαιρέτως τα μοντέλα που διαθέτουν από 1ΜΒ RAM και πάνω (και πολλά μπράβο γι' αυτό στους δημιουργούς του).