Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

A1200: η μόνη επέκταση που θα χρειαστείτε;

Τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας που διανύουμε βρήκαν όσους είχαν επιστρέψει στο στρατόπεδο της Amiga - μαζί με όσους δεν είχαν φύγει ποτέ - να επιδίδονται σε μία αδυσώπητη κόντρα επεκτάσεων, modding και τουμπανιάσματος των αγαπημένων υπολογιστών της πάλαι ποτέ κραταιάς Commodore. Κάτι το ότι οι hardware διαφορές με τα PCs εκείνα τα χρόνια δεν ήταν ακόμα χαώδεις, κάτι το ότι το internet ήταν πολύ πιο "ελαφρύ", κάτι το ότι οι παλιοί accelerators και οι κάθε λογής επεκτάσεις εκείνα τα χρόνια κόστιζαν μια μπουκιά ψωμί καθώς, let's face it, απευθύνονταν σε μία πεθαμένη πλατφόρμα με ελάχιστους συγκριτικά χρήστες, το αποτέλεσμα ήταν όσοι ήμασταν στον χώρο να μαζεύουμε κάθε λογής μοντέλο Amiga και να το επεκτείνουμε όσο δεν πήγαινε, σαν να μην υπάρχει αύριο. Γιατί; Γιατί μπορούσαμε.

Συν τοις άλλοις, εκείνα τα χρόνια υπήρχε ακόμα το δίλημμα "ποια Amiga να επιλέξω;". Οι big box Amigas ήταν πιο ακριβές αλλά δέχονταν ευκολότερα σκληρούς δίσκους, οπτικά μέσα και κάρτες επέκτασης, η 1200άρα είχε το AGA chipset, η 600άρα καταλάμβανε τον λιγότερο χώρο και η 500άρα ήταν η μόνη που ήταν 100% κατάλληλη για αυτό που λίγο ή πολύ απασχολούσε άπαντες, ήτοι το gaming. Ναι, με δισκετούλες μεν - ακόμα κι αν κοντεύαμε στο 2010 - αλλά έτρεχε τα πάντα δε.

Κάπου εκείνο τον καιρό συνέβησαν 2 πράγματα: το πρώτο ήταν ότι έγινε φανερό ότι οι classic Amigas δεν θα έφταναν, ούτε θα πλησίαζαν καν ποτέ ξανά τα PCs σε hardware δυνατότητες. Μπορεί μια Α1200 με BlizzardPPC και BVision να μην απείχε τεχνολογικά έτη φωτός από έναν Pentium II στα 300ΜΗz στα τέλη των 90s, αλλά πλέον, η απόσταση που την χώριζε από έναν Core 2 Duo με την αντίστοιχη κάρτα γραφικών, μνήμη κλπ. ήταν χαώδης. Έτσι, ξαφνικά άρχισε να μην υφίσταται πια πραγματική ανάγκη για τους καλύτερους, τους ταχύτερους accelerators: επί της ουσίας, δεν προσέφεραν και πολλά περισσότερα συγκριτικά με άλλες, φθηνότερες λύσεις. Το δεύτερο σημαντικό συμβάν ήταν η εξάπλωση του WHDLoad, με την υποστήριξη όλο και μεγαλύτερου μέρους της gaming και demo βιβλιοθήκης software της Amiga. Πλέον, το σημαντικότερο μειονέκτημα της 1200άρας (συμβατότητα) έδειχνε ότι σύντομα θα αποτελούσε παρελθόν. Όπως και έγινε, τελικά.

 
Fast forward στο 2020. Το WHDLoad όχι απλά έχει επικρατήσει, αλλά αποτελεί και το απόλυτο (να μην πω το μοναδικό, πια) killer app για την Amiga. Μπορεί οι τιμές των "δυνατών" accelerators πλέον να συγκρίνονται με αυτές ενός αυτοκινήτου 15ετίας, αλλά η πλειοψηφία των χρηστών δεν ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Οι περισσότεροι σταμάτησαν να απαριθμούν εν είδει υπογραφής στα fora το οπλοστάσιο τουμπανιασμένων μηχανημάτων που είχαν στην κατοχή τους: ο πόλεμος τέλειωσε, και επικράτησε τελικά - όσο κι αν ακούγεται παράξενο - η λογική. Και το WHDLoad. Τώρα πια σχεδόν κανένας δεν προτιμά έναν 68040 από έναν ταπεινό 68EC020. Ο λόγος είναι απλός: συμβατότητα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πλέον λογική επιλογή που "τα κάνει όλα και συμφέρει" πλέον είναι μία Amiga 1200 με σκληρό δίσκο (ή CF κάρτα) και 4ΜΒ fast RAM. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται προκειμένου να μπορέσει κάποιος να απολαύσει την συντριπτική πλειοψηφία των παιχνιδιών και των demos της πλατφόρμας, είτε αυτά έπαιζαν σε OCS/ECS είτε σε AGA chipset (δεν αναφέρομαι στους ελάχιστους τίτλους τύπου Myst, Genetic Species κλπ. που κυκλοφόρησαν προς τα τέλη των 90s και απαιτούσαν accelerators και "τρελές" ποσότητες μνήμης στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν την Amiga σε... PC!).

Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι έχετε στην κατοχή σας μια 1200άρα και μπορείτε να βρείτε και ένα mass storage device για να την εφοδιάσετε, είστε μια επέκταση μνήμης μακριά από τον gaming (και demo) παράδεισο! Και, εδώ είναι τα καλά τα νέα: όχι, δεν χρειάζεται να ψάξετε, δεν χρειάζεται να παρακαλέσετε, δεν χρειάζεται να βάλετε πια βαθιά το χέρι στην τσέπη. Το γνωστό σε όλους μας Amigakit κυκλοφόρησε μία επέκταση μνήμης 8MB για την Amiga 1200 που τοποθετείτε στο trapdoor και η οποία κοστίζει ολοκαίνουρια ούτε λίγο ούτε πολύ 64€! Μάλιστα, ξεχάστε τα εκατοντάδες (ή και χιλιάδες) ευρώ που ξοδεύατε παλιότερα προκειμένου να φτιάξετε μία αξιοπρεπή Amiga χτισμένη με hardware εικοσαετίας και βάλε: πλέον, με 64€ (συν τα όποια ταχυδρομικά) μπορείτε να αποκτήσετε το μοναδικό ίσως κομμάτι hardware που θα σας χρειαστεί προκειμένου να αξιοποιήσετε την 1200άρα σας στο έπακρο! Και, αν θέλετε και το κάτι παραπάνω, μπορείτε να προσθέσετε ρολόι πραγματικού χρόνου (+11€) ή και μαθηματικό συνεπεξεργαστή με τον κρύσταλλό του (+20€). Too good to be true? Και όμως, δεν είναι! Δείτε στη σελίδα της επέκτασης αν δεν με πιστεύετε.

Το μόνο ίσως που να λείπει είναι η δυνατότητα δικτύωσης. Υπάρχουν αρκετές PCMCIA λύσεις αυτή τη στιγμή εκεί έξω, οι οποίες προσφέρουν είτε ασύρματη είτε ενσύρματη δικτύωση. Καλώς εχόντων των πραγμάτων όμως θα επανέλθω σύντομα με μια λύση που μπορεί να είναι και η ιδανική σε αυτόν τον τομέα. Αναμείνατε...

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Memento Mori: το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον

Εχθές η χώρα μας κατέγραψε ένα νέο θλιβερό ρεκόρ, ένα από αυτά που δεν θέλεις να τα δεις ποτέ να καταρρίπτονται, με 108 νεκρούς από την πανδημία του Covid-19 σε μία μονάχα ημέρα. Πώς τα φέρνει έτσι η τύχη και ήταν η ίδια μέρα που υπέπεσε στην αντίληψή μου το νεότερο demo του group Genesis Project, το Memento Mori, το οποίο θεματολογικά σχετίζεται με το αναπόφευκτο τέλος, τον θάνατο...

 
Σε μία μνημειώδη δημιουργία που καταλαμβάνει 3 πλευρές δισκέτας, οι Genesis Project καταθέτουν ψυχή, ταλέντο και σκληρή εργασία προκειμένου να χαρίσουν στην κοινότητα του Commodore 64 ένα από τα καλύτερα demos στην - τεράστια, αναμφισβήτητα - ιστορία (αλλά και software library) του πολυαγαπημένου home computer.


 
To Memento Mori πραγματικά, από την αρχή μέχρι το τέλος του κυριαρχείται από πένθιμες ενότητες εντυπωσιακές τεχνικά και αισθητικά, οι οποίες, ενώ από τη μία ρίχνουν τη διάθεση του θεατή στα... Τάρταρα, από την άλλη καταφέρνουν να τον αφήνουν με το στόμα ανοιχτό - ναι, για μία ακόμα φορά - αναλογιζόμενο τι μπορεί πια να δώσει αυτό το 8μπιτο μηχάνημα που έχει συμπληρώσει αισίως τα 38 του χρόνια.

 
Το Memento Mori παρουσιάστηκε στα πλαίσια του demoparty Function του τρέχοντος έτους και, αν έχει κάποια σημασία, κατέλαβε την πρώτη θέση στην κατηγορία του. Οι Genesis Projects αφιερώνουν την καταπληκτική αυτή δουλειά τους σε όσους φίλους, συγγενείς και demosceners έφυγαν από τον μάταιο τούτο κόσμο. Και, φυσικά, στα θύματα της πανδημίας του Covid-19. Τίποτα περισσότερο κατάλληλο για αυτή τη στιγμή θα έλεγε κάποιος...



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

Review: Micro Hexagon (Commodore 64)

Micro Hexagon (Commodore 64) - Paul Koller/Mikkel Hastrup

Το Micro Hexagon συμμετείχε στον ίδιο διαγωνισμό του RGCD, την ίδια χρονιά με το Monster Buster, και κατέλαβε την 2η θέση. Σαν παιχνίδι είναι (προσωπική άποψη) καλύτερο από το Monster Buster οπότε τώρα αρχίζετε να καταλαβαίνετε για ποια αδικία σας έγραφα προηγουμένως. Δεν τελειώσαμε όμως, θα πούμε κι άλλα πάνω σε αυτό το θέμα στη συνέχεια της στήλης…

Το Micro Hexagon είναι μεταφορά στον Commodore 64 του Super Hexagon του Terry Cavanagh, που ήταν ένα παιχνίδι που γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε tablets και smartphones. Ο σκοπός του ιδιαίτερα απλός: ελέγχετε μία μπάλα η οποία βρίσκεται στο κέντρο ενός εξάγωνου το οποίο συρρικνώνεται προς το κέντρο της οθόνης, δηλαδή προς το μέρος σας. Κινώντας την μπάλα αριστερά ή δεξιά προσπαθείτε να μεταφερθείτε σε μία πλευρά του εξάγωνου που να μην κλείνει, που να λείπει δηλαδή η γραμμή που οριοθετεί την πλευρά αυτή. Αν τη γλιτώσατε μπράβο, έρχεται αμέσως επόμενο εξάγωνο! Να σημειωθεί ότι πολλές φορές έρχονται προς το μέρος σας 2 ή 3 μόνο πλευρές του εξάγωνου, πράγμα που κάνει πιο εύκολη την αποφυγή της σύγκρουσης με κάποια από τις πλευρές.


Όπως θα καταλάβατε, σε ένα παιχνίδι με αυτού του τύπου την πλοκή, δεν παίζουν ιδιαίτερο ρόλο τα γραφικά - και αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του Micro Hexagon: τα γραφικά είναι απλά και απέριττα, τα χρώματα εμφανίζονται όπου και όταν χρειάζονται, και το techno soundtrack συνοδεύει ιδανικά την πλοκή, η οποία είναι, απλά, κολασμένη! Ναι, δεν υπερβάλλω, έχουμε να κάνουμε με ένα καθαρό arcade παιχνίδι (θα ήταν μάλλον άστοχο να το χαρακτηρίσουμε ως "puzzle") το οποίο απαιτεί ταχύτατα αντανακλαστικά, ακαριαίες αποφάσεις και ταχύτατες αντιδράσεις. Από ένα σημείο και μετά η δράση είναι απλά φρενήρης (το σημείο αυτό φτάνει μετά από… 30 δευτερόλεπτα παιχνιδιού!), η οθόνη του 64άρη γεμάτη με σχήματα και χρώματα που εναλλάσσονται με απίστευτη ταχύτητα, και οι σφυγμοί σας αγγίζουν επικίνδυνα για την υγεία σας επίπεδα!


Συνολικά έχουμε να κάνουμε με ένα ταχύτατο παιχνίδι αντανακλαστικών, στο οποίο το παγκόσμιο ρεκόρ πρέπει να είναι κάπου γύρω στα 2 λεπτά επιβίωσης μέσα στα… τρελά εξάγωνα! Το ωραίο είναι ότι, λόγω του χειρισμού με joystick, η έκδοση του Commodore 64 είναι πολύ πιο playable από την original έκδοση για smartphones και tablets! Οι δημιουργοί του παιχνιδιού έχουν κάνει πραγματικά εξαιρετική δουλειά, και, δεν θα πρέπει να παραλείψω να αναφέρω ότι ο Paul Koller είναι υπεύθυνος και για το C64anabalt, το οποίο είχαμε παρουσιάσει από αυτήν εδώ τη στήλη πριν από ακριβώς ένα χρόνο, στο τεύχος 8, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2015.

Βαθμολογία: 8,5/10

Το παραπάνω review δημοσιεύθηκε στο 12ο τεύχος του περιοδικού Retro Planet, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

Willy & Monty: συνάντηση κορυφής

 ή, αλλιώς,

Miner Willy & Monty: πως οι δύο πιο αναγνωρίσιμοι ήρωες των παιχνιδιών των ZX Spectrum και Commodore 64 συναντιόνται στο εύφορο έδαφος των 8bit υπολογιστών της Atari


Μάλιστα, αυτά είναι. Τίτλος-σιδηρόδρομος. Σαν κάτι αναρτήσεις σε websites "γενικού ενδιαφέροντος" που είναι τόσο πολύ ψαγμένες, που ο (clickbait) τίτλος είναι μεγαλύτερος από το θέμα του ανεπτυγμένο. Μην φοβάστε, εδώ δεν θα συμβεί αυτό, καθώς, αν μη τι άλλο, φημίζομαι για την (γραπτή) πολυλογία μου!

Πριν από 2-3 εβδομάδες περίπου απέκτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν κλασικό εκπρόσωπο του 8bit computing των 80s, ένα από τα πολλά μηχανήματα που "χτίστηκαν" πάνω στον 6502 της MOS Technology, και, τέλος, έναν υπολογιστή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια "μικρή Amiga", καθώς κουβαλάει την κληρονομιά - και το chipset - του (μεγάλου) Jay Miner.

Αναφέρομαι στον Atari 800XL που πήρα από τον καλό φίλο Δημήτρη (dimfil). Ένα μηχάνημα σε άριστη κατάσταση - όπως και οτιδήποτε έχει περάσει από τα τακτικά χέρια και την στοργική αγκαλιά του dimfil, εδώ που τα λέμε - εξοπλισμένο με ένα Ultimate cartridge, ώστε να μπορέσω να χαρώ την πλούσια software library της πλατφόρμας χωρίς να μπλέξω με κασέτες, δισκέτες, και όλα αυτά τα οποία λατρέψαμε στα 80s και μας έγιναν δεύτερη φύση, αλλά πλέον χρησιμεύουν μονάχα στο να μας ξοδεύουν άνευ ουσίας τον πολύτιμο - και μάλλον λιγοστό - χρόνο που μας έχει απομείνει.

Χαμένος λοιπόν μέσα σε μια συλλογή από εκατοντάδες (ή, και χιλιάδες ίσως) τίτλους που εμπεριείχε η SD καρτούλα που βρισκόταν μέσα στο Ultimate cartridge, δεν ήξερα τι να πρωτοφορτώσω προκειμένου να βιώσω από πρώτο χέρι - έστω και με 40ετή καθυστέρηση - τι σημαίνει "8μπιτο Atari". Έτσι, έπεσε το βλέμμα μου σε τίτλους που γνώριζα κυρίως. Θα σας γράψω λοιπόν για 2 εξ' αυτών, που μου έκαναν - ο καθένας για τους δικούς του λόγους - ιδιαίτερη εντύπωση.

Θα ξεκινήσω από το Monty on the Run, που πρωτοκυκλοφόρησε από την Gremlin Graphics, το 1985. Το παιχνίδι αυτό είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και κλασικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στον Commodore 64, και ο οποίος, αν και αξιόλογος ως gameplay, μάλλον έγινε περισσότερο γνωστός για το soundtrack του, την συλλογή αυτή από υπέροχα, μοναδικά και αξεπέραστα tunes του ανεπανάληπτου Rob Hubbard, στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Εδώ, θα πρέπει να τονίσω το εξής: αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα μία, την καλύτερη κατά τη γνώμη μου μουσική επένδυση παιχνιδιού από τις αρχές των 80s μέχρι και την εποχή των τελευταίων "μεγάλων" midi tunes των PCs (1993, Doom), θα διάλεγα το κυρίως θέμα του Monty on the Run. Θεωρώ ότι το λεξιλόγιό μου είναι πολύ φτωχό to do justice σε αυτό το μουσικό θέμα, το κορυφαίο των κορυφαίων, την μελωδία που, αν ήταν στο χέρι μου, θα επέλεγα ως την πλέον αντιπροσωπευτική της χρυσής εποχής του home computing.


Το Monty on the Run λοιπόν κυκλοφόρησε και σε άλλες δημοφιλείς πλατφόρμες της εποχής (όχι σε όλες, πάντως), αλλά σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν τα 8μπιτα μηχανήματα της Atari (400/800/600XL/800XL/1200XL, 65XE & 130XE) καθώς, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων, ποτέ δεν δικαιολόγησε η εμπορική τους πορεία στην Γηραιά Ήπειρο το βαρύ όνομα που κουβαλούσαν, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν δημοφιλή πλατφόρμα για την ανάπτυξη software στην "από δω" πλευρά του Ατλαντικού. Όπου πάντως και αν μεταφέρθηκε το Monty on the Run, δεν μεταφέρθηκε η μουσική του: ο 64άρης παρέμεινε ο μοναδικός home computer που, μέσω του SID, μπορούσε να χαρίσει στους κατόχους του την δυνατότητα της απόλαυσης του μουσικού αριστουργήματος του Rob Hubbard. Ποιος θα περίμενε λοιπόν, εν έτει 2019, 34 ολόκληρα χρόνια αργότερα δηλαδή, ένα group Πολωνών coders να αποφασίσει να μεταφέρει το παιχνίδι της Gremlin Graphics στα 8bit μηχανήματα της Atari και, μάλιστα, για πρώτη και μοναδική φορά, μαζί με το πλήρες soundtrack του Commodore 64; Κανείς, είναι η αλήθεια.

Αυτό ευτυχώς δεν πτόησε ποσώς τους Marek Konopka (κώδικας), Krzysztof Wróbel (γραφικά) και Michał Szpilowski (ήχος), οι οποίοι παρουσίασαν το διαχρονικό platformer του Jason Perkins στα - κάθε άλλο παρά υποψιασμένα - μάτια αλλά και (κυρίως) αυτιά των Atari lovers. Και, για να μην ξεφεύγω από την ουσία του θέματος, αυτό που παρουσίασαν, είναι καθόλα αξιόλογο από κάθε άποψη, αλλά ηχητικά - εδώ δηλαδή που θέλω να σταθώ - είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Δεν θα σας πω ότι το POKEY ξεπερνάει το SID, αλλά βρίσκεται εντυπωσιακά κοντά του, χάρη στην απίστευτη δουλειά που έκανε ο Michał Szpilowski. Φυσικά, όλα αυτά που σας γράφω δεν θα είχαν την παραμικρή σημασία αν δεν μπορούσατε να ακούσετε και οι ίδιοι την δημιουργία του Πολωνού μουσικού, οπότε ορίστε και το video για του λόγου το αληθές:


Για σκοπούς σύγκρισης μάλιστα, σας παραθέτω και μια μεταφορά του tune στον Atari ST, ο οποίος, αν και 16μπιτος, έχει χειρότερο soundchip (το tune μονάχα είχε μεταφερθεί στο μηχάνημα, όχι το παιχνίδι):


Και, εννοείται, δεν θα μπορούσα να μην βάλω και το κομμάτι από την original εκτέλεσή του, την κορυφαία όλων δηλαδή, αυτήν του Commodore 64 από τα ίδια τα χεράκια του Rob Hubbard:


Όμως, το Monty on the Run αποτελεί ένα μονάχα κομμάτι της 8bit platforming ιστορίας: αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον πλέον εμβληματικό τίτλο του είδους, για το παιχνίδι που έβαλε τα θεμέλια για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν, για τον Big Daddy, ρε παιδάκι μου, αυτός δεν είναι άλλος από το κορυφαίο δημιούργημα του πάλαι ποτέ ιδιοφυούς Matthew Smith, το πιο διάσημο προϊόν του bedroom coding, το Manic Miner (Bug Byte, 1983). Ό,τι και να γράψω θεωρώ ότι αδυνατώ να περιγράψω με λέξεις το πόσο καλό παιχνίδι είναι το Manic Miner, το πόσο άρτιο προγραμματιστικά ήταν αλλά και το πόσο εθιστικό ως gameplay. Για κάποια χρόνια μάλιστα απετέλεσε και το απόλυτο showcase για το τι μπορεί να κάνει ο ZX Spectrum, και για το τι αποτελέσματα μπορεί να δώσει η υποδειγματική αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων μίας υπολογιστικής πλατφόρμας.

 
Το Manic Miner, σε αντίθεση με το Monty on the Run για το οποίο έγραψα παραπάνω, μεταφέρθηκε πρακτικά... παντού! Σε αυτό το "παντού" πάντως (sic) δεν συμπεριλαμβάνονται οι 8bit υπολογιστές της Atari, που απετέλεσαν την εξαίρεση στον κανόνα σε ό,τι είχε να κάνει με το παιχνίδι του Matthew Smith (μαζί με τον VIC-20). Εδώ όμως, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς, όπου κι αν παίξει κάποιος το Manic Miner, το gameplay του δεν είναι ίδιο με αυτό του Spectrum! Μπορεί στο ένα μηχάνημα να είχε καλύτερο ήχο, στο άλλο καλύτερα γραφικά, στο τρίτο διαφορετικές αναλογίες στην οθόνη, στο τέταρτο να μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και joystick, η ουσία όμως είναι ότι όταν σε ένα παιχνίδι του οποίου το ασύλληπτο playability βασίζεται σε pixel-perfect άλματα πας και πειράξεις το οτιδήποτε, όσο ελάχιστο και αμελητέο και αν φαίνεται αυτό, η... μανέστρα χαλάει. Έτσι λοιπόν, το Manic Miner κυκλοφόρησε (σχεδόν) παντού, αλλά πουθενά δεν ήταν τόσο καλό όσο στον ZX Spectrum (και φυσικά κανένα άλλο port δεν είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου και ο ίδιος ο Matthew Smith, αν αυτό λέει κάτι...).

Fast forward 37 χρόνια και φτάνουμε στο 2020, όταν και ο γράφων δοκιμάζει το Manic Miner στον Atari 800XL, το οποίο μετέφερε στην πλατφόρμα ο Terrence Derby το 2016, συνεπικουρούμενος, στον ηχητικό τομέα, από τον Michał Szpilowski (ναι, πάλι αυτός!). Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα, ήταν τα γραφικά και τα χρώματα: είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την έκδοση του Spectrum. Ούτε στα fonts είχαν γίνει "εκπτώσεις", ούτε πουθενά. Όλα ίδια. Το δεύτερο θετικό, ήταν η μουσική: τα Blue Danube και In the Hall of the Mountain King από την original έκδοση έχουν μεταφερθεί στον Atari, αλλά ο κύριος Szpilowski έχει κάνει και πάλι τα μικρά του θαύματα, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του POKEY, και αποδίδοντας σε πολύ καλύτερες εκτελέσεις τα μουσικά θέματα του πρωτότυπου. Το τρίτο που προσέχει κανείς, είναι ο χειρισμός: μονάχα joystick; Τι σκατά; Πώς γίνεται να επιτευχθούν τα pixel-perfect jumps με την ασάφεια ενός joystick; Κι όμως, από την πρώτη κιόλας οθόνη κατάλαβα ότι γίνεται. Δεν ξέρω τι έκανε ο Terrence Derby, αλλά ο τύπος αποδείχτηκε πολύ μάγκας: ο χειρισμός μέσω (καλού) joystick είναι εξίσου ακριβής με τον χειρισμό μέσω keyboard. Θαύμα!

Το θαύμα όμως αυτό καθαυτό, έχει να κάνει με το ίδιο το παιχνίδι: το Manic Miner του Atari είναι το Manic Miner του Spectrum. Δεν ξέρω πόσο πιο απλά μπορώ να το γράψω. Το πώς πήρε όλα τα assets ενός παιχνιδιού για ένα μηχάνημα με Z80A και τα μετέφερε... αυτούσια (!) σε ένα μηχάνημα παρομοίων δυνατοτήτων με 6502 ο κύριος Derby, απλά με ξεπερνάει. Το μοναδικό, υπερ-εθιστικό, οργασμικό playability που μας χάρισε το 1983 ο Matt Smith από το υπνοδωμάτιό του, έφτασε, 33 χρόνια μετά, ίδιο και απαράλλαχτο, καθαρό και ανόθευτο, στους Atari. Respect και chapeau (που λένε και οι φίλοι μας (;) οι Γάλλοι) στους δημιουργούς.

 
Με αυτά και μ' αυτά λοιπόν, ολοκληρώθηκε μπροστά στα μάτια μου (και στ' αυτιά μου, να μην το ξεχνάμε αυτό), μια συνάντηση platforming γιγάντων μιας άλλης εποχής, από δύο άλλα μηχανήματα, στον Atari 800XL (και γενικότερα στα 8bit Atari). Οι εμβληματικοί Miner Willy και Monty αντάμωσαν στα φιλόξενα κυκλώματα του home computer της Atari, για να απαντήσουν στο ερώτημα που με βασάνιζε: "τι λέει αυτό το μηχάνημα; Πόσο καλό είναι, άραγε;". Τι να σας πω, κατά την ταπεινή μου άποψη αν μπορεί να παίζει το Manic Miner όπως ο ZX Spectrum και να κάνει το Monty on the Run να ακούγεται (σχεδόν) όπως στον Commodore 64, εμένα μου φαίνεται πολύ καλό! Ανυπομονώ να το ψάξω περισσότερο, να δω τι άλλες εκπλήξεις κρύβει. Μέχρι τώρα πάντως, τα έχει πάει αναπάντεχα καλά!



Ενημέρωση: λοιπόν, φίλες και φίλοι, έκανα ένα λάθος παραπάνω, όταν έγραψα ότι το Monty on the Run μεταφέρθηκε άνευ μουσικής στον Amstrad CPC. Το διαπίστωσα βλέποντας - και ακούγοντας - videos από το συγκεκριμένο παιχνίδι στο YouTube πρόσφατα. Τώρα, το πώς μου ξέφυγε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια, θα σας γελάσω. Μάλιστα, παρά το "αδύναμο" soundchip, το μουσικό θέμα είναι καθόλα αξιόλογο, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο παρακάτω video:



Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2020

The VIC20: poem without words (μέρος 2ο)

Θεωρώ πως κάποιες - τις περισσότερες, ίσως - φορές το οπτικό υλικό είναι πολύ πιο κατάλληλο από σεντόνια κειμένου. Πόσο μάλλον όταν ένα θέμα έχει καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν. Έτσι λοιπόν, και πάλι χωρίς μπλα-μπλα, σας παραθέτω ένα δεύτερο σετάκι από φωτογραφίες με πρωταγωνιστή τον The VIC20 αλλά και τον ομογάλακτο TheC64, όντας ευτυχισμένος κάτοχος αμφότερων των μηχανημάτων. 






















Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2020

The VIC20: poem without words

Έφτασε σήμερα. Είναι ο The VIC20. Πρόκειται για μια limited έκδοση του TheC64, αλλά με άλλο, a la VIC-20 παρουσιαστικό. Έχω γράψει επανειλημμένα για τον TheC64, οπότε δεν θα συμπληρώσω κάτι περισσότερο, πέρα από το ότι πρόκειται για ένα μηχάνημα με διττή προσωπικότητα (Commodore 64 και Commodore VIC-20) και με up to date interfaces (USB, HDMI). Σας αφήνω συντροφιά με τις φωτογραφίες του νέου "μορφονιού", σαν ένα ποίημα χωρίς λόγια. Χαρείτε τον.