Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Η ματαιότητα (και) της retro πλεονεξίας

Έχω την εντύπωση πως ήταν κάπου στο 1985 τότε που άρχισα για πρώτη φορά να το παθαίνω. Εκείνη την εποχή ήμασταν μια παρέα από 5 συμμαθητές που είχαμε όλοι μας Commodore 64 - ο ένας μάλιστα είχε και disk drive, ενώ οι υπόλοιποι βολευόμασταν με το απλό, λαϊκό και ταπεινό κασσετόφωνο C2N της Commodore, η επιτυχής ρύθμιση του αζιμουθίου της κεφαλής του οποίου είχε λιγότερες πιθανότητες από επιβίωση μετά από επέμβαση ανοικτής καρδιάς διεξαχθείσα από... υδραυλικό.

Τότε λοιπόν είχαμε προμηθευτεί μια ψιλο-αυτοσχέδια hardware κατασκευή που επέτρεπε τη σύνδεση 2 κασσετοφώνων ταυτόχρονα στον 64άρη: την ώρα που το πρώτο κασσετόφωνο έπαιζε και το πρόγραμμα (ΟΚ, το παιχνίδι) φόρτωνε, το δεύτερο C2N (αντ)έγραφε. Τα αποτελέσματα της μεθόδου αυτής ήταν εξαιρετικά για τα δεδομένα της εποχής, και έτσι, με το που έπεφτε κάποιο παιχνίδι στα χέρια κάποιου από εμάς ήταν βέβαιο ότι μετά από λίγες ημέρες θα το είχαν στη συλλογή τους και οι υπόλοιποι.


Ξεκινήσαμε έτσι λοιπόν, αλλά στην αρχή τα παιχνίδια ήταν λίγα. Όσο έπεφταν στα χέρια μας περισσότερες κασσέτες, τόσο πιο συχνά μαζευόμασταν για αντιγραφές μέχρι που, φτάσαμε σε κάποιο σημείο που απλά αντιγράφαμε, χωρίς να δίνουμε σημασία στο τι αντιγράφαμε. Όταν έπεσε στα χέρια ενός μέλους της παρέας και ένα Freeze Frame cartridge, τότε πλέον η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Προς τιμήν τους, οι 2 εκ των 5, δεν αντέγραφαν τα πάντα: είχαν 10-15 παιχνίδια που τους άρεσε να παίζουν και ήταν ευχαριστημένοι. Οι υπόλοιποι 3 όμως, θύματα της πλεονεξίας μας και της αδηφάγου ανάγκης "να τα έχουμε όλα" φτάσαμε στο σημείο να χρησιμοποιούμε τους 64άρηδές μας πολύ περισσότερο για να αντιγράφουμε, παρά για να παίζουμε, να προγραμματίζουμε ή οτιδήποτε άλλο. Έτσι, ενώ οι πρώτοι μήνες με Commodore 64 στην κατοχή μου αναλώθηκαν σε ψάξιμο/"σκάλισμα" του μηχανήματος, παιχνίδι και ατέλειωτη απόλαυση του ήχου (κυρίως) και των γραφικών του υπολογιστή, το υπόλοιπο διάστημα μετατράπηκε σε μια ψυχαναγκαστική διαδικασία αντιγραφών και συλλογής προγραμμάτων και παιχνιδιών που, πολλά απ' αυτά, δεν προλάβαινα καν να τα τρέξω! Τότε δεν το καταλάβαινα, φυσικά, αλλά είχα κάνει το μεγάλο λάθος να εστιάσω στην ποσότητα και να αναγάγω σε αυτοσκοπό το να μαζέψω "τα πάντα" αντί απλά να χαίρομαι τα ωραία παιχνίδια της εποχής...

Φυσικά, και όπως ήταν αναμενόμενο, η λάθος προσέγγισή μου δεν ολοκληρώθηκε στα χρόνια του Commodore 64: περίπου 3 χρόνια αργότερα, και ενώ είχα μεταφέρει τις gaming ανησυχίες μου στο στρατόπεδο του Atari 520ST, έπεσα στην "παγίδα" του Atari Club: ναι, εκεί, στο πατάρι του Computer Market, γωνία Μπόταση και Σολωμού, όπου με μια μικρή μηνιαία συνδρομή μπορούσες - και με το νόμο - να αντιγράψεις όσα παιχνίδια έκανες κέφι! Ακόμα και τώρα χαμογελάω χαιρέκακα αναλογιζόμενος την αντίδραση του Thomas Soft ακριβώς απέναντι: μιλάμε, ο τύπος σου χρέωνε ακόμα και τις κακογραμμένες δισκέτες που σου είχε γράψει και πουλήσει ο ίδιος - άντε να χωνέψει ότι στο Atari Club έγραφες ό,τι τραβούσε η ψυχή σου σχεδόν free of charge!


Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα μας, κάτι το κόλλημα του "να τα έχω όλα", κάτι οι όχι και τόσο αξιόλογοι arcade τίτλοι, τελικά στον ST πέραν του Kick Off και του Defender of the Crown δεν μπορώ να πω ότι χάρηκα παιχνίδια: πιο "απαιτητικά" και "χρονοβόρα" games όπως ας πούμε το Dungeon Master δεν τα άγγιξα καν γιατί - guess what? - αντέγραφα, οπότε πού ν' ασχοληθώ;

Για να μην μακρηγορώ, πέρασαν ολόκληρες δεκαετίες μέχρι να "ξυπνήσω" και αυτό συνέβη κυρίως χάρη σε σύγχρονα devices που επιτρέπουν να γεμίσουμε μια SD καρτούλα με χιλιάδες παιχνίδια για κάποιο παλιό μηχάνημα. Όταν για πρώτη φορά διαπίστωσα ότι έπρεπε να scrollάρω για ένα δεκάλεπτο στον φάκελο "Μ" για να βρω το Manic Miner στον Spectrum ή όταν διαπίστωσα πόση σαβούρα έπρεπε να περάσω για να επιλέξω το Microprose Soccer στον Commodore 64, ε, τότε είδα το φως το αληθινό: τι να τα κάνω 5.000+ παιχνίδια όταν αυτά που αξίζουν και μ' αρέσουν είναι 200-300 το πολύ; Σάμπως θα καθόμουνα ποτέ απλά και μόνο να δοκιμάσω χιλιάδες τίτλους μπας και πετύχαινα κάτι που ίσως να μου άρεσε και να μην το ήξερα; Όχι, sorry, αλλά και να είχα τόσο ελεύθερο χρόνο θα προτιμούσα να τον ξοδέψω με άλλους τρόπους...


Η απόλυτη παράνοια βέβαια ήταν όταν διαπίστωσα ότι υπήρχε πολύς κόσμος που έψαχνε για "το πλέον ενημερωμένο TOSEC για την Amiga": όχι, δεν κάνω πλάκα, σε μια πλατφόρμα με πολύ συγκεκριμένους πραγματικά αξιόλογους τίτλους τους οποίους τους γνωρίζουν βασικά άπαντες, κάποιοι έψαχναν για μια συλλογή που θα είχε και τις... 23 διαφορετικές εκδόσεις (κανονική, budget, επανέκδοση, σε μία ή σε δύο δισκέτες, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα φλαμανδικά και δεν ξέρω κι εγώ σε τι άλλο) του F/A-18 Interceptor! Γιατί; Τι στο καλό, χρυσάφι είχε αυτή η φλαμανδική version δηλαδή; Συν την κλασσική παράνοια "στήνω 1200άρα για WHDload και ψάχνω για δίσκο από 40GB και πάνω". Γιατί; Τι θα βάλεις μέσα ρε φίλε; Θα κάτσεις ποτέ στ' αλήθεια να τρέξεις όλα αυτά τα πάνω από 40GB ΣΑΒΟΥΡΑΣ που θα γεμίσεις τον άμοιρο τον δίσκο; Γιατί - και όποιος υποστηρίζει το αντίθετο απλά κοροϊδεύει τον εαυτό του - πάνω από 2GB για ΟΛΑ τα αξιόλογα παιχνίδια της Amiga δεν χρειάζονται. Οπότε;

Οπότε πλεονεξία, ματαιοδοξία ή, απλά, βλακεία. Ψυχαναγκασμός του κερατά και από ουσία... μηδέν. Σας το λέω, I've been there και δεν αξίζει. Όχι ότι θα σας πω εγώ τι θα πρέπει να κάνετε και τι όχι, αλλά, ρε γαμώτο, δοκιμάστε για μια φορά να παίξετε κάτι και να το χαρείτε πραγματικά αντί να μαζεύετε και να μαζεύετε και να μαζεύετε χωρίς νόημα και σκοπό. Η κάθε πλατφόρμα έχει τους 50-100-200-300 καλούς τίτλους της - αν ξεκινήσετε με μερικές χιλιάδες ως είθισται, με "τα άπαντα", με το TOSEC, το πιθανότερο είναι ότι ούτε αυτά που αξίζουν δεν θα δείτε ποτέ...

Φυσικά, προσωπική μου άποψη είναι ότι αναλογικά με τα παραπάνω, τα ίδια ακριβώς ισχύουν και με το retro hardware: δεν έχει νόημα να αποκτήσουμε κάτι εάν δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσουμε. Και, άντε και αλλιώς τα υπολογίσαμε τα πράγματα, αλλιώς μας ήρθαν, το πήραμε το δόλιο το μηχάνημα αλλά δεν βρήκαμε το χρόνο να ασχοληθούμε μαζί του. Τι να κάνουμε δηλαδή, να το πουλήσουμε; Ε, ναι! Ποιο απλό δεν γίνεται: πουλήστε το. Πουλήστε το μπας και το πάρει κάποιος άλλος που θα το χρησιμοποιήσει κιόλας!