Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Τα καλύτερα tunes του Commodore 64. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Τα καλύτερα tunes του Commodore 64. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

The Union Demo: when ST was king. Προσωπικά βιώματα από τα 80s.

Άντε να τα εξηγήσεις τώρα σε κάποιον που δεν είχε την τύχη να τα ζήσει. Ας προσπαθήσω όμως, έστω και ένας να καταλάβει, κάτι θα έχω πετύχει. Για πάμε...

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80 η "φάση" με τα home computers στην Ελλαδίτσα ήταν όπως ίσως να φαντάζεστε, να έχετε ακούσει ή να έχετε διαβάσει: πολλοί χομπίστες, πολλά διαφορετικά μοντέλα, ειδικός - ελληνικός και μη - τύπος προσανατολισμένος περισσότερο σε αυτό που λέμε σήμερα hacking παρά στο gaming. Ο ZX Spectrum ξεχώριζε όχι μονάχα λόγω της χαμηλής τιμής του, αλλά και επειδή κουτσά-στραβά με λίγες ή πολλές παραχωρήσεις εδώ κι εκεί, έκανε το πάντα. Φυσικά, οι κάτοχοι Commodore 64 κοιτούσαν κάπως αφ' υψηλού όλους τους υπόλοιπους, καθώς το μηχάνημά τους ό,τι έχανε στην BASIC και στην ταχύτητα ανάγνωσης/εγγραφής από κασέτα ή δισκέτα το κέρδιζε και με το παραπάνω σε γραφικά, animation, δυνατότητες επέκτασης, "επαγγελματικό" πληκτρολόγιο και, φυσικά, ήχο. Εκεί ο 64άρης απλά δεν παιζόταν: ακόμα και αν σε κάποιον άλλο τομέα υπήρχε debate, στις ηχητικές και μουσικές δυνατότητες ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μοιραία λοιπόν και εγώ, αν και πραγματικά δεν είχα το παραμικρό παράπονο από τον πιστό μου Spectrum τον οποίο και είχα προικίσει με πολύ software αλλά και αρκετά περιφερειακά, δελεάστηκα από τις οπτικοακουστικές αρετές του "ψωμιέρα" και ενέδωσα κάπου στις αρχές του '85, αν δεν κάνω λάθος. Βλέπετε, είχα δει - και ακούσει - τα πρώτα cracktros (που σημειωτέον τότε δεν υπήρχαν σε άλλους υπολογιστές) και είχα πάθει την πλάκα μου με την ομαλότητα της κίνησης, τη μουσική, τα sprites, το scrolling text και τα χρώματα σε raster bars κ.ά. που σου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν πολύ περισσότερα από 16. Έτσι λοιπόν έδωσα πακέτο τον Spectrum με όλη του την προίκα για έναν ολοκαίνουριο, κουτάτο 64άρη με το original κασετόφωνό του και 3 παιχνίδια (Spy Hunter, Raid Over Moscow και The Way of the Exploding Fist).

Ο Commodore 64 έμεινε μαζί μου για ενάμιση χρόνο περίπου. Η αλήθεια είναι ότι είχα προλάβει να απολαύσω την όλη εμπειρία και πριν αποκτήσω τον δικό μου 64άρη, αφού ο τότε κολλητός μου είχε ήδη έναν τουλάχιστον 12-15 μήνες νωρίτερα και συχνά-πυκνά ξημεροβραδιαζόμασταν σπίτι του, παίζοντας, αντιγράφοντας ό,τι πρόγραμμα βρίσκαμε, πληκτρολογώντας ατέλειωτα listings (που στο τέλος δεν "έπαιζαν") και προσπαθώντας να χακάρουμε παιχνίδια και να βάλουμε στο menu τους τα ονόματά μας. Γενικώς τον είχα χαρεί τον "ψωμιέρα" αρκετά λοιπόν, ακόμα και πριν αποκτήσω τον δικό μου.

Κάπου στο 2ο εξάμηνο του '86, αποφασίσαμε με τον πατέρα μου να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα και να δοκιμάσουμε την εμπειρία των 16bits. Εκείνος είχε πολύ περισσότερο από μένα το μικρόβιο του computing, αλλά επικεντρωνόταν αποκλειστικά στον προγραμματισμό, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί περισσότερο τον παρθενικό υπολογιστή που αποκτήσαμε ποτέ, τον TRS-80 CoCo με την εξαιρετική Extended Color BASIC, παρά τον Commodore 64. Συμφωνήσαμε λοιπόν να συγκεντρώσουμε και να πουλήσουμε τους υπολογιστές, τα περιφερειακά και το software που είχαμε, προκειμένου να μαζέψουμε ένα μέρος του ποσού που χρειαζόταν ώστε να αποκτήσουμε τον ένα και μοναδικό Atari 520ST με το ασπρόμαυρο high resolution monitor που το είχαμε δει και είχαμε χαζέψει. Έτσι λοιπόν και έγινε, και μετά από 15-18 μήνες περίπου αποχωρίστηκα τον Commodore 64 με (πολύ) βαριά καρδιά. Αλλά τι στο καλό, ο ST υποτίθεται ότι ήταν χρόνια μπροστά, δεν ήταν;

Η αλήθεια είναι ότι όντως ήταν. Μετά τους TRS-80 CoCo, ZX Spectrum και Commodore 64, το να χρησιμοποιείς ένα "διαστημικό" GUI όπως το GEM σε οθόνη ανάλυσης 640x400 pixels ήταν εμπειρία out of this world. Το περιβάλλον των "σοβαρών" προγραμμάτων (σχεδιαστικά, επεξεργαστές κειμένου) και των γλωσσών προγραμματισμού ήταν τόσο προχωρημένο συγκριτικά με ό,τι είχα δει μέχρι τότε, που χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 10 χρόνια και να μεταβώ σε PC με 17άρα οθόνη για να βιώσω κάτι που έστω πλησίαζε αυτά που βίωνα στον ST. Αφήστε που μετά την εμπειρία του 1541 (το disk drive του C64) και των εντολών τύπου LOAD "*",8,1 το να δουλεύεις με τις 3,5" δισκέτες του Atari σε ένα περιβάλλον που έκανε αντιγραφή, μετακίνηση, δημιουργία φακέλων κλπ παιχνιδάκι ήταν κάτι που σε έκανε να νιώθεις ότι είχες πάρει μετάθεση από το Κακοσάλεσι στο USS Enterprise!

Όλα αυτά λοιπόν ήταν υπέροχα, εξαιρετικά, εξαίσια. Ένα προβληματάκι υπήρχε μονάχα: δεν είχα παιχνίδια στον ST. Πέρα από μία έκδοση του Missile Command, ένα Pac-Man, το Brataccas και το Starglider υπήρχε το απόλυτο χάος, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των ST games έτρεχε σε low resolution (320x200 pixels) και έγχρωμη οθόνη που εγώ απλά δεν διέθετα! Ούτε μπορούσα φυσικά να συνδέσω τον Atari στην τηλεόραση του σαλονιού, αφού η μόνη διαθέσιμη συνδεσμολογία (SCART) φυσικά και δεν υποστηριζόταν από την γερασμένη Grundig μας. Έτσι, από τον χρωματικό οργασμό, τα rasterbars, τα cracktros, το animation που ήταν πιο απαλό κι από μετάξι του 64άρη έμεινα με μία συνολική υπολογιστική εμπειρία της επόμενης ίσως δεκαετίας, αλλά χωρίς παιχνίδια! Το λες και βαρβάτη αλλαγή αυτό, έτσι δεν είναι;

Ευτυχώς για μένα, η βιντεοπαικτική αγρανάπαυση διήρκεσε μετά βίας ένα χρόνο, όσο χρειάστηκε δηλαδή για να μαζέψω τα χρήματα και να αγοράσω μία έγχρωμη οθόνη για τον ST. Δυστυχώς όχι εκείνη την υπέροχη τη δική του - SC1224 πρέπει να λεγόταν, αν δεν με απατά η μνήμη μου - αλλά μία Sanyo η οποία ήταν αξιοπρεπέστατη και οπτικά θύμιζε monitor της Commodore. Ε, και πλέον, άντε μαζέψτε με!

Την εποχή εκείνη είχε ανοίξει και το Atari Club, το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, στεγαζόταν στο πατάρι (μην κάνετε ηλίθιους συνειρμούς, σας εκλιπαρώ) του Computer Market, γωνία Σολωμού με Μπόταση. Atari Club σήμαινε βασικά ότι με μία ελάχιστη συνδρομή μπορούσες να αντιγράψεις οτιδήποτε λαχταρούσε η ψυχή σου. And then some. Η πειρατεία λογισμικού στο ζενίθ της, να αντιγράφουμε απλά για να αντιγράψουμε φάση, ακόμα και παιχνίδια ή προγράμματα που δεν σκοπεύαμε να ασχοληθούμε πραγματικά ποτέ μαζί τους. Τολμώ να πω ότι αυτό που ενδόμυχα ανέμενα, ότι δηλαδή τα παιχνίδια του ST θα ήταν... εκατό φορές καλύτερα από αυτά του 64άρη, δεν το διαπίστωσα. Ναι μεν είχαν καλύτερα γραφικά υψηλότερης ανάλυσης (συνήθως) και υπήρχαν και κάποια που διέθεταν και αντίστοιχα καλή μουσική, αλλά αυτό που είχα στο μυαλό μου, κάτι σε στυλ "arcade perfect" αποδείχτηκε εντελώς ουτοπικό. Και νομίζω ότι ήταν αυτό ακριβώς το αγαπημένο μου από τα coin ops, το Bubble Bobble, που όταν το έπαιξα στον ST με απογοήτευσε. Γιατί σε επίπεδο γραφικών και ήχου ήταν μια χαρά, και σίγουρα ένας αδαής θα ξεγελιόταν, αλλά για hardcore Bubble Bobblers ήταν... Αφήστε το, μην ανοίγουμε πληγές τώρα...

Αν όμως τα παιχνίδια του ST δεν με ενθουσίασαν, βρήκα κάτι άλλο που πραγματικά με εντυπωσίασε. Και αυτά ήταν τα demos. Βλέπετε, μέχρι τότε, ακόμα και στον Commodore 64, demos δεν υπήρχαν (κι αν υπήρχαν, σίγουρα εμείς δεν είχαμε δει κάποιο). Μόνο τα cracktros επεδείκνυαν τις δυνατότητες του μηχανήματος, και με τρόπο μάλιστα που συνήθως ούτε τα games δεν κατάφερναν. Σκεφτείτε λοιπόν όταν πέτυχα το πρώτο demo, στον ST, πώς θα πρέπει να ένιωσα με γραφικά και χρώματα που ήταν κατά πολύ ανώτερα αυτών των cracktros του 64άρη! Μιλάμε για πρωτόγνωρη εμπειρία - και ταυτόχρονα για ένα demo που με τα σημερινά standards θα το αντιμετωπίζαμε με ατάκες του τύπου "μα είναι να γελάει κανείς". Και όμως τότε, το '88, ένα demo που στην ουσία ήταν περίπου σαν standalone polished cracktro, όχι απλά εντυπωσίαζε, αλλά το έβαζες να το δουν και οι φίλοι σου για να καταλάβουν γιατί είχες παρατήσει των πακτωλό των 8bit games για να μετακινηθείς στα 16bits. Να γιατί!

Μέχρι τότε κυριαρχούσε η εντύπωση πως ο Commodore 64 ηχητικά ήταν ό,τι καλύτερο είχε εμφανιστεί στον χώρο του home computing, καθώς συνδύαζε το εμβληματικό SID με εκατοντάδες μουσικές συνθέσεις απείρου ηχητικού κάλους, ποιότητα και ποσότητα δηλαδή που καμία άλλη πλατφόρμα δεν μπορούσε καν να ονειρευτεί ότι θα μπορούσε να πλησιάσει. Και, ξαφνικά, εμφανίζεται το The B.I.G. Demo των Exceptions (όπου B.I.G. σημαίνει - τι άλλο; - Best In Galaxy). Και τι έχουν κάνει οι μάγκες εκεί; Πέρα από κάτι εντυπωσιακούς textscrollers και έναν πακτωλό χρωμάτων έχουν μεταφέρει οι αθεόφοβοι δεκάδες από τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις του Μπετόβεν της ηλεκτρονικής μουσικής, του ενός και μοναδικού Rob Hubbard, από τον 64άρη στον ST! Κι εκεί που θεωρούσαμε ότι το Yamaha YM2149F (για τους φίλους AY-3-8910 για να καταλαβαινόμαστε) ήταν πάνω-κάτω ό,τι είχαμε ακούσει στον Amstrad CPC, ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απόλυτη ηχητική πανδαισία! Η αίσθηση είναι ότι ο ST ήρθε για να μείνει, το μηχάνημα τα σπάει! Αλλά είχε κι άλλο επεισόδιο η ιστορία...


Και κάπου εκεί, τέλη '88 με αρχές '89, ήρθε το The Union Demo. Μία παραγωγή-σταθμός στην ιστορία του ST, ένα megademo όπως θα το χαρακτηρίζαμε τότε, αποτελούμενο από parts που σε άφηναν με ανοιχτό το στόμα. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι τα demos τότε δεν ήταν όπως τώρα, δεν είχαν δηλαδή μία κεντρική ιδέα ή ένα θέμα ή μία ιστορία την οποία να ντύνουν με διάφορα εφέ. Τότε τα demos έμοιαζαν με εξελιγμένα cracktros που απλά προσπαθούσαν να καταρρίψουν κάποιο ρεκόρ (σε χρώματα on screen, κάποια undocumented ανάλυση οθόνης, πλήθος BOBs και πάει λέγοντας). Ακόμα - και αυτό κι αν είναι ανήκουστο για τις σημερινές παραγωγές - τότε τα περισσότερα demos απαιτούσαν να υπάρχει interaction με τον χρήστη. Τι λέτε γι' αυτό;

Έτσι λοιπόν στο The Union Demo ο χρήστης ελέγχει έναν... δίποδο μυρμηγκοφάγο (!), τον Charly, ο οποίος συναντάει διάφορες πόρτες. Σε κάθε μία που επιλέγει να μπει ανταμειβόμαστε με κάποιο part του The Union Demo. Και εδώ, πραγματικά, αυτά που βλέπουμε και ακούμε, για την εποχή είναι πρωτόγνωρα και ανεπανάληπτα. Είναι δύσκολο να διαλέξω τι με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο: το sampled Beat 'dis των Bomb the Bass λίγο καιρό πριν κάνει το ίδιο το Xenon 2 με το Megablast; Τα 512 χρώματα που στα μάτια που είχαν συνηθίσει το πολύ σε 16 έδειχναν, απλά, άπειρα; Το - δεν ξέρω κι εγώ πόσων επιπέδων - ταχύτατο και ομαλότατο parallax scrolling; Οι τεράστιοι, πολύχρωμοι και χοροπηδηχτοί textscrollers; Τα υπέροχα tunes; Τι απ' όλα;



Ίσως, αν κάποιος τα δει και τα ακούσει όλα αυτά σήμερα έχοντας την εμπειρία, τη θέαση και τα ακούσματα όλων αυτών των ετών να πει "έλα μωρέ, και σίγα το πράγμα". Αλλά δεν είναι έτσι: προσπαθήστε να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση εκείνη στο χρόνο που ακόμα δεν έχετε δει τίποτα σχετικό με demoscene πέρα από κάποια cracktros στον Commodore 64. Και μετά ακούτε τον ST στο The B.I.G. Demo να παίζει το μουσικό the very best of... του ρεπερτορίου του τελευταίου σε μία δισκέτα, και, πριν προλάβετε να συνέλθετε, τρακάρετε με το... θωρηκτό που λέγεται The Union Demo. Και με ανοιχτό το στόμα βλέπετε έναν πακτωλό χρωμάτων, υψηλή ανάλυση γραφικών, ταχύτατη και ασύλληπτα ομαλή κίνηση, πράγματα που κανένας έως τότε δεν είχε ξαναδεί. Πιστέψτε με, το The Union Demo ήταν η απτή απόδειξη ότι πέρα από το λιτό αλλά λειτουργικότατο GUI, πέρα από την... ατέλειωτη RAM, πέρα από την "άνετη" software συμβατότητα με PC και Macintosh, ο ST ήταν το μηχάνημα των υγρών ονείρων οποιουδήποτε εντυπωσιαζόταν από γραφικά, animation και synthesized μουσική. Ναι, ήταν γεγονός, ο Jack Tramiel, από το μετερίζι της Atari αυτή τη φορά, μας είχε φιλέψει με τον άξιο και αδιαμφισβήτητο διάδοχο του 64άρη. Ο τίτλος του βιβλίου του Jamie Lendino για τον ST, το "FaSTer Than Light" είναι απολύτως αντιπροσωπευτικός αυτού που εισπράτταμε εκείνα τα χρόνια ως χρήστες του ST. Δεν κοιτούσαμε κανέναν, δεν υπήρχε καν υποψία ανταγωνισμού. Φυσικά, όπως άπαντες γνωρίζουμε, αυτό σύντομα άλλαξε...

Εδώ όμως δεν θα αναφερθώ στην άσπονδη φίλη του ST που τελικά μάλιστα κέρδισε τη μεταξύ τους κόντρα και μάχη. Δεν είναι ανάγκη, άλλωστε: η "κυρία" αυτή έχει εισπράξει άπειρη αγάπη από τους ανά τον κόσμο ρετροκομπιουτεράδες και συνεχίζει να το κάνει. Και καλώς συμβαίνει αυτό, δεν θα πω το αντίθετο. Αλλά είναι mind blowing (δε μου έρχεται στα ελληνικά τώρα) το γεγονός ότι αυτό το υπέροχο μηχάνημα, αυτός ο γαμάτος 16μπιτος που αποτελούσε για κάποια χρόνια by far την πιο "τίμια" και ολοκληρωμένη υπολογιστική πρόταση, τώρα πια είναι σα να έχει χαθεί στη λήθη. Αν ακούσετε κουβέντες ή διαβάσετε απόψεις, όλοι οι "ψαγμένοι" λένε τι δεν μπορεί να κάνει ο ST - έχοντας πάντα ως μέτρο σύγκρισης το αντίπαλο στρατόπεδο και το gaming και demo πεδίο. Αλλά εδώ είναι το θέμα: τόση ώρα σας γράφω τι μπορούσε να κάνει αυτό το καταπληκτικό μηχάνημα, όχι τι ΔΕΝ μπορούσε να κάνει! Πώς και πότε βρεθήκαμε από τη μία πλευρά της κουβέντας στην απέναντι; 

Διάβασα κάποτε την άποψη ότι τα τελευταία χρόνια οι (όποιες) παραγωγές της ST scene τρέχουν αποκλειστικά σε Atari STE γιατί έχουμε δει τα όρια του ST, δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε. Διαφωνώ. Διότι όταν οι coders είχαν πραγματικά φτάσει στο σημείο να μπορούν να κάνουν παπάδες με το αρχικό hardware του '85, πλέον η μεγάλη μάζα των χρηστών είχε μεταφερθεί στο απέναντι στρατόπεδο. Και η ίδια η Atari έδωσε την χαριστική βολή, αντικαθιστώντας τον ST με τον STE. Καληνύχτα σας. Ποιος θα ασχολούνταν πια να φτιάξει κάτι στο επίπεδο του Vroom, του Lethal Xcess, του Enchanted Land, του Xenon 2, ακόμη και του Lotus, που έδειξαν ότι ο ST ήταν κατάλληλος για πολύ περισσότερα από το Flying Shark, το OutRun ή την άθλια μεταφορά του Shadow of the Beast. Στο τέλος της μέρας, τα πράγματα είναι απλά. Το μηχάνημα απλά δεν πήρε την αγάπη που του άξιζε. Ούτε από τους χρήστες, ούτε από τους developers, αλλά ούτε και από τους coders της demoscene πέρα από τα πρώτα 5-6 χρόνια της ύπαρξής του. Και είναι πραγματικά κρίμα, γιατί όποιος βίωσε την πραγματικότητα εκείνων των πρώτων χρόνων, ξέρει ότι ο ST άξιζε πολλά περισσότερα...

Α, και ολοκληρώνοντας να σας πω ότι έκανα την ευχάριστη διαπίστωση ότι τελικά αυτό που μόλις διαβάσατε είναι το 1.000στό post στο blog, και όχι το προηγούμενο όπως λανθασμένα σας είχα γράψει στην προηγούμενη ανάρτηση. Βλέπετε, το Blogger είχε μετρήσει στα posts και το τρέχον που ήταν σε μορφή προχείρου και δεν είχε "ανέβει" ακόμα. Οπότε ναι, για εμένα προσωπικά είναι πολύ περισσότερο appropriate να φτάνω το milestone των 1.000 αναρτήσεων με ένα post-σεντόνι για τον αγαπημένο μου Atari ST. Το αξίζει ο καημένος γιατί όλοι σχεδόν στο φτύσιμο τον έχουν τα τελευταία χρόνια... 

Και κάτι τελευταίο: όσοι έχετε την περιέργεια να δείτε (σε εξομοίωση) όλα σχεδόν τα demos που κυκλοφόρησαν για τον ST, μπορείτε να το κάνετε μέσω αυτού εδώ του καταπληκτικού website. Ο Hatari τρέχει από τον browser, τα demos φορτώνονται ακαριαία, δεν χρειάζεται ούτε να κατεβάσετε ούτε να σετάρετε το παραμικρό. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να σας αφήσω χωρίς το The Union Demo, έτσι δεν είναι;

 

Για όσους ακόμα αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες του stock Atari ST, να υποδείξω αυτό εδώ, ακόμα και αν οι ίδιοι οι developers του δεν (δείχνουν να) καίγονται να το ολοκληρώσουν και να το κυκλοφορήσουν. Όχι ρε φίλε, πείτε ό,τι θέλετε, αλλά το μηχάνημα στα κατάλληλα χέρια μπορούσε - και μπορεί - να κάνει παπάδες!

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

Rob Hubbard και SID: οι... Pink Floyd των chiptunes

Είναι γεγονός ότι άπαντες έχουν τις προτιμήσεις τους, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με μουσική. Πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με chiptunes, με μουσική που παράγεται από τα soundchips retro υπολογιστών, εκεί όπου το κοινό, πέρα από την (εξ' ορισμού υπάρχουσα) ανθρώπινη ιδιοτροπία διαθέτει επιπλέον την παραξενιά του μεσήλικα - και την όποια κουφαμάρα αυτού - συνεπικουρούμενη από την "ιδιαιτερότητα" (για να το θέσω κομψά) της σκέψης του retro lover. Μιλάμε για κλασική περίπτωση βλάβης, που θα έλεγε και μια ψυχή.

Πολύ πριν (όχι στ' αλήθεια, αλλά έτσι ακούγεται καλύτερα) εμφανιστεί η Amiga με την Paula και μας χαρίσει εξαίσια soundtracks (Menace, Hybris, Shadow of the Beast, Agony κλπ) μεσουρανούσε ένας υπολογιστής ο οποίος έφερε πραγματικά τα πάνω-κάτω σε ό,τι είχε να κάνει με της ηχητικές δυνατότητες των home computers. Φυσικά και αναφέρομαι στον Commodore 64, τον Big Daddy, το απόλυτο ίσως retro μηχάνημα και ταυτόχρονα τον πλέον μοσχοπουλημένο προσωπικό υπολογιστή όλων των εποχών. Όπως λογικά θα γνωρίζετε, το custom chipset του 64άρη αποτελούσαν το chip των γραφικών (VIC-II) και το μοναδικό και ανεπανάληπτο soundchip Sound Interface Device (για τους φίλους SID). Πόσα και πόσα chiptunes δεν δημιουργήθηκαν για το SID, καθιστώντας τον 64άρη ένα home synthesizer την εποχή που ο τυπικός υπολογιστής περιοριζόταν σε μπιπ και ζαπ και ίσως και σε κάποια πρωτόλεια μονοκάναλα τραγουδάκια.

Στον μουσικό οργασμό, την επανάσταση των chiptunes που ακολούθησε την κυκλοφορία του Commodore 64, εμφανίστηκαν δεκάδες μουσικοί/coders οι οποίοι, όχι μόνο προσπάθησαν να φτάσουν το SID εκεί όπου δεν είχε φτιαχτεί να πάει, αλλά και δημιούργησαν ασύλληπτου κάλους πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις. Κατά κοινή ομολογία, ο κορυφαίος αυτών, ο θεός ανάμεσα στους ημίθεους, ήταν ο μοναδικός Rob Hubbard στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν σε παλιότερες αναρτήσεις μου (δείτε εδώ). Αν στα πλαίσια της rock μουσικής μπορεί ακόμα να υπάρχει - και θα υπάρχει για πάντα, εδώ που τα λέμε - διαμάχη για το αν οι απόλυτοι θεοί ήταν οι Beatles, οι Pink Floyd, οι Led Zeppelin, οι Rolling Stones ή κάποια άλλα μεγαθήρια του μουσικού στερεώματος, στο πεδίο των chiptunes δε νομίζω ότι υφίσταται άλλος καλλιτέχνης που να έχει να επιδείξει τον συνδυασμό ποιότητας και ποσότητας που έχει στο παλμαρέ του με τα έργα του ο Rob Hubbard. Not even close.

Ο λόγος που καταπιάστηκα και πάλι με τον αγαπημένο μου μουσικό δεν είναι άλλος από ένα βιντεάκι που πέτυχα στο YouTube, από τον επονομαζόμενο Swedish Wargoat, που είναι ένα mix με τα 20 καλύτερα (για τον ίδιο) SID tunes του Rob. Φυσικά υπάρχουν και πολλά άλλα αντίστοιχα βιντεάκια, αλλά η διαφορά είναι ότι το συγκεκριμένο α) έχει καλή ποιότητα, β) έχει επαρκή διάρκεια και γ) με βρίσκει σχεδόν απόλυτα σύμφωνο ως προς την επιλογή των tunes. Χωρίς περαιτέρω πολυλογία λοιπόν σας αφήνω με το εν λόγω video για να απολαύσετε το SID να σολάρει (χωρίς την παραμικρή υπερβολή) αναπαράγοντας τις μελωδίες του απόλυτου chiptune composer. Γιατί, όπως έγραψα και στον τίτλο της ανάρτησης, ο συνδυασμός SID και Rob είναι σαν να έχουμε να κάνουμε με κάτι αντίστοιχο των Pink Floyd στον χώρο των chiptunes. Και όποιος αντιλαμβάνεται το πραγματικό μέγεθος της διάσημης αγγλικής rock μπάντας, καταλαβαίνει.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022

Ένα υπέροχο demo για τον Amstrad με απαίσια γραφικά!

Ναι, ό,τι λέει ο τίτλος! Θα πείτε "μα πώς γίνεται αυτό, αφού ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά ενός demo είναι τα γραφικά;". Δίκιο έχετε. Όμως το demo με το οποίο θα καταπιαστούμε σήμερα, ήτοι η έκδοση του 2021 του Amazing Demo (από τους Logon System & Malibu Crackers) τικάρει πολλά άλλα "κουτάκια" με χαρακτηριστικά που το καθιστούν ίσως όχι σπουδαίο, αλλά σίγουρα υπέροχο. Εξηγούμαι λοιπόν...

Το 1989 - την 17η του Νοέμβρη, μάλιστα - οι Γάλλοι Logon System παρουσίασαν, κατά τη μόδα της εποχής, ένα megademo για τους Amstrad CPC, το οποίο πλέον θεωρείται κλασικό, καθώς υπήρξε ίσως ό,τι καλύτερο είχαν στο οπλοστάσιό τους οι Amstradάδες τον καιρό εκείνο για να... τρίψουν στα μούτρα όσων κατηγορούσαν τους υπολογιστές της εταιρίας του Alan Sugar για χοντροκομμένα γραφικά, μέτριο ήχο, σπαστή κίνηση κλπ (προφανώς για τους κατόχους Commodore 64 χτυπάει η καμπάνα). 32 χρόνια αργότερα οι ώριμοι (and then some, πλέον) Γάλλοι coders φαίνεται πως κατανόησαν όλα τα μυστικά του CRTC (ο βοηθητικός video controller του Amstrad) και αποφάσισαν να ρετουσάρουν λιγάκι το Amazing Demo, να του κάνουν μερικές καίριες προσθαφαιρέσεις και να το ξανακυκλοφορήσουν. Και τους ευχαριστούμε, γιατί το αποτέλεσμα είναι θεσπέσιο!

Εννοείται πως, όπως έγραψα από την αρχή, τα (λιγοστά) γραφικά δεν είναι το δυνατό στοιχείο του Amazing Demo rev. 2021. Αλλά προσέξτε τι προσφέρει απλόχερα από την άλλη:

- καταπληκτική (ναι, καταπληκτική) μουσική με κλασικά tunes του μεγάλου Rob Hubbard για τον Atari ST που ευγενικά ο δημιουργός παραχώρησε - χωρίς να το γνωρίζει - στο γαλλικό demogroup. Πραγματικά, ώρες-ώρες ακούς παραγωγές σαν το Amazing Demo και αναρωτιέσαι πόσο τέλεια θα ήταν εκατοντάδες demos της τελευταίας 15ετίας (ανεξαρτήτως format) εάν κατέφευγαν σε... "δοκιμασμένες" ακουστικές λύσεις αντί των μέτριων, κακών ή και ενοχλητικών σύγχρονων συνθέσεων που συνήθως υιοθετούνται...

- πολλά χρώματα. Ναι, ωραία, θα μου πείτε ότι ο Amstrad μπορούσε να εμφανίσει έτσι κι αλλιώς 16 χρώματα από την παλέτα των 27 διαθέσιμων στο mode 0. Έτσι είναι. Τι γίνεται όμως αν θέλουμε πολλά χρώματα σε mode 1 ή ακόμα και σε mode 2; Ε, εδώ είναι που έρχονται οι Logon System και το Amazing Demo με ένα χρωματικό αποτέλεσμα που είναι πραγματικά... amazing! 12 χρώματα σε mode 1, χρήση διαφορετικών modes σε διαφορετικά σημεία της οθόνης και άλλα τέτοια ωραία μπορεί να απολαύσει στο Amazing Demo όποιος γνωρίζει καλά τους Amstrad CPC και τους... περιορισμούς τους.

- είναι oldschool. Ξεχάστε ό,τι έχετε δει τις τελευταίες δεκαετίες. Εδώ θα δείτε parts με στατικά γραφικά ή κείμενο, πολλά-πολλά text scrollers - ακόμα και σε mode 2! - και, το πιο παλαβό, user interaction! Όσοι θυμούνται την απαρχή της demoscene του Atari ST είμαι βέβαιος πως καταλαβαίνουν. Οι Logon System επιτρέπουν στον χρήστη να αλλάξει χρώματα, raster effects, scrolling speed κλπ με τη χρήση πλήκτρων, κάτι που είναι μάλλον... χαζό, αλλά προσφέρει μια σούπερ νοσταλγική αίσθηση. Και, φυσικά, το κάθε part ολοκληρώνεται με το πάτημα του space ώστε να φορτώσει το επόμενο! Πιο oldschool πεθαίνεις!

Συνιστώ κατέβασμα του Amazing Demo από εδώ και απόλαυσή του σε εξομοιωτή ή, ακόμα καλύτερα, σε πραγματικό Amstrad. Όπως και να 'χει, με τον ήχο τέρμα! Αν είστε τεμπελούκοι τσεκάρετε απλά το video που ακολουθεί.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Mass storage devices σε retro computers

Πρέπει πια να έχει κλείσει μια 25ετία γεμάτη από τότε που κόλλησα το μικρόβιο του retro computing. Βασικά, τώρα που το σκέφτομαι, θυμάμαι κάπου το '95 να παίζω SWOS στην Amiga (όχι ως παίκτης, εννοείται, ως manager μιας και είμαι παντελώς άμπαλος) και, 2-3 χρόνια μετά, να δοκιμάζω τον εξομοιωτή Fellow στο DOS που μου επέτρεπε να τρέξω... Amiga! Άρα, επί της ουσίας, εν μία νυκτί το... current computing μετατράπηκε σε retro computing! Και, αφού ακόμα και η "Μεγάλη Κυρία" θεωρούταν πια (στα late 90s) ως retro τι θα έκανα, θα την παράχωνα κάπου βαθειά μέσα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας; Κάθε άλλο, θα την κρατούσα σε περίοπτη θέση στο γραφείο μου και θα της έφερνα για παρέα και όλους τους υπόλοιπους υπολογιστές που με άγγιξαν, που αγάπησα, που πέρασα μαζί τους ώρες ατέλειωτες εξερευνώντας και προγραμματίζοντας (φυσικά και παίζοντας) μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Έτσι, επέστρεψαν στη ζεστή μου αγκαλιά ο Spectrum, ο Commodore 64, ο Atari ST και ο Amstrad CPC 6128. Και αρκετοί άλλοι αργότερα, που μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον μέσα από τις σελίδες των περιοδικών, αλλά τελικά δεν είχα καταφέρει να αποκτήσω back in the day.

Βλέπετε, δεν είμαι αυτό που θα έλεγε κάποιος "Spectrumάς", "Commodoreάς", "Amigάς" ή οτιδήποτε σχετικό: ξεκίνησα από τον παράξενο Αμερικάνο TRS-80 CoCo (ο μόνος που δεν κατάφερα να ξανα-αποκτήσω), συνέχισα με τον Spectrum με τα άπειρα παιχνίδια που όλος ο τύπος ασχολούταν μαζί του και μετά έπεσα με τα μούτρα στην οπτικοακουστική πανδαισία του 64άρη. Τον οποίο και αποχωρίστηκα για να περάσω στα 16bits μέσω του Atari ST ενώ, για να μην χάσω την επαφή μου με τον υπέροχο κόσμο των 8μπιτων, πήρα και έναν Amstrad CPC 6128! Αργότερα, το '90 αν δεν απατώμαι, απέκτησα το πρώτο δικό μου PC, ενώ έπρεπε να φτάσουν οι πρώτοι μήνες του 1993 για να καταφέρω (επιτέλους) να κάνω δική μου - με συναλλαγματικές, παρακαλώ! - την πρώτη μου Amiga, μία ολοκαίνουρια A500 Plus.

Καταλαβαίνετε από τα παραπάνω ότι όλα τα "βασικά" μηχανήματα πέρασαν από τα χέρια μου και ποτέ δεν κόλλησα με ένα μονάχα, γι' αυτό και τα αγαπώ εξίσου και έχω για όλα να πω καλά λόγια: από τον Spectrum που έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και στα μικρότερα βαλάντια να αποκτήσουν έναν υπολογιστή με χρώμα, ήχο, αξιοπρεπή BASIC και πολλή (για την εποχή) μνήμη, στον Commodore 64 που μας χάζευε με τη μουσική του και τα hardware sprites του, τα freezer cartridges, τα multipart παιχνίδια (αχ, ακόμα θυμάμαι το G.I. Joe...). Από τον Amstrad που έκανε προσβάσιμη την dedicated οθόνη (τέρμα οι σκοτωμοί για την τηλεόραση του σαλονιού) και έφερε την 80στηλη απεικόνιση και το disk drive "στον λαό", στον Atari ST με το "ακόμα-δεν-έχω-δει-καλύτερο" φανταστικό, κρυστάλλινο SM124, το ποντίκι και το GEM που σε έφερνε σε επαφή με το computing του μέλλοντος - αυτό που έχουμε και σήμερα ουσιαστικά - χωρίς να χρειάζεται να πουλήσεις το αυτοκίνητό σου για να τον αποκτήσεις. Από τα - για μένα, τουλάχιστον - υπέροχα PCs & compatibles με την ανοιχτή αρχιτεκτονική τους, που ξεκινούσες από ένα beeper, ένα floppy disk drive και μια ασπρόμαυρη Hercules και κατέληγες στην πολυφωνική μαγεία της Adlib, την χρωματική πανδαισία της VGA και τα δεκάδες Megabytes του σκληρού δίσκου στην ασύγκριτη Amiga, τον home computer με το hardware από τα arcades, με τα γραφικά, την κίνηση και (κυρίως) την μουσική που δικαιολογούσε την κατάληψη του οικογενειακού στερεοφωνικού προκειμένου να την απολαύσεις όπως της άξιζε.

Όλα λοιπόν είχαν τα καλά τους. Και πολλά από τα μηχανήματα που δεν ανέφερα, που δεν τα είχα τότε ή που δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή, ίσως. Δεν είχε τα καλά του ο ZX81; Τα 8μπιτα Atari; Ο BBC και ο Electron; Ο Commodore 16, o Plus/4 και ο C128; Δεν ήταν εντυπωσιακός ο Αρχιμήδης; Ευτυχώς, όλα εκείνα τα χρόνια κυκλοφόρησαν δεκάδες υπολογιστές για σπιτική, χομπίστικη ή και ελαφριά επαγγελματική χρήση που είχαν όλοι την αξία και το ενδιαφέρον τους. Υπολογιστές να γούσταρες και ήσουν στον Παράδεισο, τι να λέμε τώρα;

Ας τα αφήσουμε όλα αυτά και ας επιστρέψουμε στο σήμερα όμως, και στο θέμα της παρούσας ανάρτησης που δεν είναι άλλο από τα mass storage devices στους retro υπολογιστές. Εδώ, αυτό που απασχολεί εμένα προσωπικά που όσους retro computers έχω τους έχω για να τους χρησιμοποιώ και όχι για να τους παρατάω σε ντουλάπια, πατάρια και ντιβανοκασέλες και να διατυμπανίζω ότι "έχω και Enterprise 128", είναι κυρίως το θέμα του χώρου, αλλά και το οικονομικό (άλλο να ασχολείσαι με ένα μηχάνημα, άλλο με 7-8). Γιατί, ας πούμε, άλλο χώρο καταλαμβάνει ένας Commodore 64 με ένα SD2IEC και όλη τη software library του σε μια SD καρτούλα, κι άλλον ένας 64άρης με ένα 1541 και 6-7 δισκετοθήκες τίγκα στην δισκέτα. Κι ας αφήσουμε το θέμα "αξιοπιστία" στην άκρη, έτσι; Ή, για παράδειγμα, ο Spectrumάκος. Τόσος δα είναι, αλλά αν αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε κασετόφωνο και μερικές κούτες κασέτες μάλλον δεν θα έχουμε την ευκολία και την ευχρηστία ενός SMART card interface (που κάποτε το αγόραζες με 30€) αλλά ούτε και τον χώρο να βάλουμε ένα ακόμα μηχάνημα, έτσι δεν είναι;

Aκόμα και στην περίπτωση του "μαζεμένου" CPC 6128 η αγορά mass storage device μου έλυσε τα χέρια: αντί να ψάχνω για 3άρες δισκέτες, αντί να συνδέω με Frankestein συνδέσεις disk drives 3 1/2", αγόρασα κάποτε (με 35€ αυτό, αν θυμάμαι καλά) ένα Budget USB Floppy Emulator από τον ZAXON και ησύχασα. Για να μην αναφερθώ στην περίπτωση της Amiga, στην οποία η έλευση του WHDLoad έδιωξε για τα καλά τις δισκέτες από το προσκήνιο ή σε αυτήν του Atari ST όπου συσκευές όπως το UltraSatan (με τα αντίστοιχα hard disk installations) έστειλαν τις δισκετοθήκες - μαζί με τα περιεχόμενά τους - στην ανακύκλωση...

Μην με παρεξηγήσετε, δεν έχω τίποτα με τις κασέτες και με τις δισκέτες - άλλωστε με αυτές μεγάλωσα, ποιον κοροϊδεύουμε; Αυτό που δεν έχω όμως είναι χώρο και χρόνο: ποιος δεν θέλει να γίνει μέρος της μυσταγωγίας του φορτώματος ενός παιχνιδιού από κασέτα στον Spectrum, ακούγοντας του υπέροχους τσιριχτούς ήχους των bits και bytes ενώ μεταφέρονται στη μνήμη του υπολογιστή και βλέποντας την loading screen να σχηματίζεται σιγά-σιγά, γραμμή-γραμμή και μετά να χρωματίζεται; Ποιος δεν θα ήθελε να γίνει μέρος της διαδικασίας φορτώματος των παιχνιδιών της U.S. Gold η της Ocean από κασέτα στον 64άρη, με τα υπέροχα SID tunes να μετατρέπουν το - κατά τα άλλα - βαρετό αυτό 8λεπτο σε ηχητική απόλαυση; Όμως τα χρόνια έχουν περάσει, δεν έχουμε πια μονάχα Spectrum ή Commodore 64, είναι δύσκολο να βρεις κασέτες, και, μιας και η κλεψύδρα μας αδειάζει πια, καλύτερα η διαδικασία του loading να ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα, και όχι σε λεπτά, έτσι δεν είναι;

Για να μη σας κουράζω άλλο με την πολυλογία μου Κυριακάτικα, αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω - μιας και έχουμε όλοι το ίδιο hobby και πάνω-κάτω την ίδια ηλικία - είναι: αφήστε κασετούλες και δισκετούλες στην ησυχία τους και... βρείτε την δική σας! Αποκτήστε από ένα σύγχρονο mass storage device για τον κάθε retro υπολογιστή σας και απολαύστε άκοπα και ταχύτατα τα προγράμματα, τα demos και τα παιχνίδια που θέλετε. Γιατί, καλή η εμπειρία του να γυρνάς την κασέτα στην αρχή περιστρέφοντάς την γύρω από ένα στυλό Bic, αλλά δεν είμαστε πια 15άρηδες. Με ότι καλό ή (κυρίως) κακό αυτό συνεπάγεται...

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #20: Warhawk

Εντάξει, τι να λέμε τώρα: ο άνθρωπος είναι για την μουσική του Commodore 64 ό,τι οι Beatles, οι Rolling Stones και οι Led Zeppelin μαζί για τη μουσική γενικότερα. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με ποιότητα, αλλά και με ποσότητα. Πολλοί υπέροχοι μουσικοί μας χάρισαν θεσπέσια chiptunes στον 64άρη ξεζουμίζοντας το SID (Martin Galway, Ben Daglish, Tony Crowther κ.ά.) αλλά αυτό το πράγμα που συμβαίνει με τον Rob Hubbard είναι ασύλληπτο: να ξέρεις ότι είναι ο καλύτερος, ο The Man, ο God amongst humans, και να συνεχίζει να σε εκπλήσσει ακόμα και σήμερα, όταν ανακαλύπτεις μία ακόμα δουλειά του που δεν γνώριζες ή που δεν της είχες δώσει την πρέπουσα σημασία.

Αυτό ακριβώς μου συνέβη με το tune του Warhawk στον Commodore 64, αλλά και στα 8μπιτα μηχανήματα της Atari. Το παιχνίδι της Firebird ήταν επιεικώς μέτριο, ένα shoot 'em up με κάποια καλά στοιχεία και πολύ περισσότερα κουσούρια, όπως άλλωστε ήταν (σχεδόν) ο κανόνας στα παιχνίδια του είδους στον 64άρη μέχρι που εμφανίστηκε η Sarah Jane Avory και... μας πήρε και μας σήκωσε!

Αλλά το θέμα μας εδώ δεν είναι το παιχνίδι αυτό καθαυτό, αλλά η μουσική του. Το tune του Warhawk είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό δείγμα του αστείρευτου ταλέντου του Rob Hubbard, συνεπικουρούμενου από τις... εξωφρενικές δυνατότητες του SID. Καθαρότητα, μελωδία, ρυθμός, πολυφωνίες, όλα είναι εδώ στις κατάλληλες δόσεις για να δώσουν μαθήματα σε όσους μπορούν να κατανοήσουν (ίσως να θυμάστε την γκρίνια μου τις προάλλες για τα soundtracks των σύγχρονων demos). Θα μπορούσα λοιπόν να σταματήσω εδώ, και να σας αφήσω να απολαύσετε αυτό:

Όμως όχι, έχουμε κι άλλο. Βλέπετε, σα να μην έφτανε το γεγονός ότι ο Rob έπαιζε το SID στα... δάχτυλα, ο άνθρωπος, ως μέγιστος composer/coder είχε την ικανότητα να κάνει παπάδες και με άλλα soundchips. Έτσι λοιπόν επιμελήθηκε την μουσική του Warhawk και στην έκδοση για τα 8μπιτα μηχανάκια της Atari, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που όχι μονάχα κάνει το περίφημο POKEY να δείχνει τα δόντια του στο SID, αλλά και το οποίο σε κάποια σημεία θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι είναι ανώτερο αυτού του Commodore 64! Τι, δεν με πιστεύετε; Ιδού:

Αυτά προς το παρόν. Δεν ξέρω ποια έκδοση από τις 2 εκδόσεις προτιμάτε εσείς, αλλά το σίγουρο είναι πως όποια κι αν επιλέξετε αποκλείεται να κάνετε λάθος! Εν τω μεταξύ εγώ μάλλον θα αρχίσω να μελετάω ενδελεχώς τις δουλειές του Rob, γιατί κάτι μου λέει ότι τα αριστουργηματικά chiptunes του ξεχωριστού αυτού καλλιτέχνη είναι πολλά περισσότερα από αυτά που (ορθώς) ανέδειξα μέσα από τη σειρά αναρτήσεων για τα καλύτερα tunes του Commodore 64...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Willy & Monty: συνάντηση κορυφής

 ή, αλλιώς,

Miner Willy & Monty: πως οι δύο πιο αναγνωρίσιμοι ήρωες των παιχνιδιών των ZX Spectrum και Commodore 64 συναντιόνται στο εύφορο έδαφος των 8bit υπολογιστών της Atari


Μάλιστα, αυτά είναι. Τίτλος-σιδηρόδρομος. Σαν κάτι αναρτήσεις σε websites "γενικού ενδιαφέροντος" που είναι τόσο πολύ ψαγμένες, που ο (clickbait) τίτλος είναι μεγαλύτερος από το θέμα του ανεπτυγμένο. Μην φοβάστε, εδώ δεν θα συμβεί αυτό, καθώς, αν μη τι άλλο, φημίζομαι για την (γραπτή) πολυλογία μου!

Πριν από 2-3 εβδομάδες περίπου απέκτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν κλασικό εκπρόσωπο του 8bit computing των 80s, ένα από τα πολλά μηχανήματα που "χτίστηκαν" πάνω στον 6502 της MOS Technology, και, τέλος, έναν υπολογιστή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια "μικρή Amiga", καθώς κουβαλάει την κληρονομιά - και το chipset - του (μεγάλου) Jay Miner.

Αναφέρομαι στον Atari 800XL που πήρα από τον καλό φίλο Δημήτρη (dimfil). Ένα μηχάνημα σε άριστη κατάσταση - όπως και οτιδήποτε έχει περάσει από τα τακτικά χέρια και την στοργική αγκαλιά του dimfil, εδώ που τα λέμε - εξοπλισμένο με ένα Ultimate cartridge, ώστε να μπορέσω να χαρώ την πλούσια software library της πλατφόρμας χωρίς να μπλέξω με κασέτες, δισκέτες, και όλα αυτά τα οποία λατρέψαμε στα 80s και μας έγιναν δεύτερη φύση, αλλά πλέον χρησιμεύουν μονάχα στο να μας ξοδεύουν άνευ ουσίας τον πολύτιμο - και μάλλον λιγοστό - χρόνο που μας έχει απομείνει.

Χαμένος λοιπόν μέσα σε μια συλλογή από εκατοντάδες (ή, και χιλιάδες ίσως) τίτλους που εμπεριείχε η SD καρτούλα που βρισκόταν μέσα στο Ultimate cartridge, δεν ήξερα τι να πρωτοφορτώσω προκειμένου να βιώσω από πρώτο χέρι - έστω και με 40ετή καθυστέρηση - τι σημαίνει "8μπιτο Atari". Έτσι, έπεσε το βλέμμα μου σε τίτλους που γνώριζα κυρίως. Θα σας γράψω λοιπόν για 2 εξ' αυτών, που μου έκαναν - ο καθένας για τους δικούς του λόγους - ιδιαίτερη εντύπωση.

Θα ξεκινήσω από το Monty on the Run, που πρωτοκυκλοφόρησε από την Gremlin Graphics, το 1985. Το παιχνίδι αυτό είναι ένας από τους πλέον γνωστούς και κλασικούς τίτλους που εμφανίστηκαν ποτέ στον Commodore 64, και ο οποίος, αν και αξιόλογος ως gameplay, μάλλον έγινε περισσότερο γνωστός για το soundtrack του, την συλλογή αυτή από υπέροχα, μοναδικά και αξεπέραστα tunes του ανεπανάληπτου Rob Hubbard, στον οποίο έχω αναφερθεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Εδώ, θα πρέπει να τονίσω το εξής: αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα μία, την καλύτερη κατά τη γνώμη μου μουσική επένδυση παιχνιδιού από τις αρχές των 80s μέχρι και την εποχή των τελευταίων "μεγάλων" midi tunes των PCs (1993, Doom), θα διάλεγα το κυρίως θέμα του Monty on the Run. Θεωρώ ότι το λεξιλόγιό μου είναι πολύ φτωχό to do justice σε αυτό το μουσικό θέμα, το κορυφαίο των κορυφαίων, την μελωδία που, αν ήταν στο χέρι μου, θα επέλεγα ως την πλέον αντιπροσωπευτική της χρυσής εποχής του home computing.


Το Monty on the Run λοιπόν κυκλοφόρησε και σε άλλες δημοφιλείς πλατφόρμες της εποχής (όχι σε όλες, πάντως), αλλά σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνονταν τα 8μπιτα μηχανήματα της Atari (400/800/600XL/800XL/1200XL, 65XE & 130XE) καθώς, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων, ποτέ δεν δικαιολόγησε η εμπορική τους πορεία στην Γηραιά Ήπειρο το βαρύ όνομα που κουβαλούσαν, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν δημοφιλή πλατφόρμα για την ανάπτυξη software στην "από δω" πλευρά του Ατλαντικού. Όπου πάντως και αν μεταφέρθηκε το Monty on the Run, δεν μεταφέρθηκε η μουσική του: ο 64άρης παρέμεινε ο μοναδικός home computer που, μέσω του SID, μπορούσε να χαρίσει στους κατόχους του την δυνατότητα της απόλαυσης του μουσικού αριστουργήματος του Rob Hubbard. Ποιος θα περίμενε λοιπόν, εν έτει 2019, 34 ολόκληρα χρόνια αργότερα δηλαδή, ένα group Πολωνών coders να αποφασίσει να μεταφέρει το παιχνίδι της Gremlin Graphics στα 8bit μηχανήματα της Atari και, μάλιστα, για πρώτη και μοναδική φορά, μαζί με το πλήρες soundtrack του Commodore 64; Κανείς, είναι η αλήθεια.

Αυτό ευτυχώς δεν πτόησε ποσώς τους Marek Konopka (κώδικας), Krzysztof Wróbel (γραφικά) και Michał Szpilowski (ήχος), οι οποίοι παρουσίασαν το διαχρονικό platformer του Jason Perkins στα - κάθε άλλο παρά υποψιασμένα - μάτια αλλά και (κυρίως) αυτιά των Atari lovers. Και, για να μην ξεφεύγω από την ουσία του θέματος, αυτό που παρουσίασαν, είναι καθόλα αξιόλογο από κάθε άποψη, αλλά ηχητικά - εδώ δηλαδή που θέλω να σταθώ - είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Δεν θα σας πω ότι το POKEY ξεπερνάει το SID, αλλά βρίσκεται εντυπωσιακά κοντά του, χάρη στην απίστευτη δουλειά που έκανε ο Michał Szpilowski. Φυσικά, όλα αυτά που σας γράφω δεν θα είχαν την παραμικρή σημασία αν δεν μπορούσατε να ακούσετε και οι ίδιοι την δημιουργία του Πολωνού μουσικού, οπότε ορίστε και το video για του λόγου το αληθές:


Για σκοπούς σύγκρισης μάλιστα, σας παραθέτω και μια μεταφορά του tune στον Atari ST, ο οποίος, αν και 16μπιτος, έχει χειρότερο soundchip (το tune μονάχα είχε μεταφερθεί στο μηχάνημα, όχι το παιχνίδι):


Και, εννοείται, δεν θα μπορούσα να μην βάλω και το κομμάτι από την original εκτέλεσή του, την κορυφαία όλων δηλαδή, αυτήν του Commodore 64 από τα ίδια τα χεράκια του Rob Hubbard:


Όμως, το Monty on the Run αποτελεί ένα μονάχα κομμάτι της 8bit platforming ιστορίας: αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον πλέον εμβληματικό τίτλο του είδους, για το παιχνίδι που έβαλε τα θεμέλια για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν, για τον Big Daddy, ρε παιδάκι μου, αυτός δεν είναι άλλος από το κορυφαίο δημιούργημα του πάλαι ποτέ ιδιοφυούς Matthew Smith, το πιο διάσημο προϊόν του bedroom coding, το Manic Miner (Bug Byte, 1983). Ό,τι και να γράψω θεωρώ ότι αδυνατώ να περιγράψω με λέξεις το πόσο καλό παιχνίδι είναι το Manic Miner, το πόσο άρτιο προγραμματιστικά ήταν αλλά και το πόσο εθιστικό ως gameplay. Για κάποια χρόνια μάλιστα απετέλεσε και το απόλυτο showcase για το τι μπορεί να κάνει ο ZX Spectrum, και για το τι αποτελέσματα μπορεί να δώσει η υποδειγματική αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων μίας υπολογιστικής πλατφόρμας.

 
Το Manic Miner, σε αντίθεση με το Monty on the Run για το οποίο έγραψα παραπάνω, μεταφέρθηκε πρακτικά... παντού! Σε αυτό το "παντού" πάντως (sic) δεν συμπεριλαμβάνονται οι 8bit υπολογιστές της Atari, που απετέλεσαν την εξαίρεση στον κανόνα σε ό,τι είχε να κάνει με το παιχνίδι του Matthew Smith (μαζί με τον VIC-20). Εδώ όμως, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς, όπου κι αν παίξει κάποιος το Manic Miner, το gameplay του δεν είναι ίδιο με αυτό του Spectrum! Μπορεί στο ένα μηχάνημα να είχε καλύτερο ήχο, στο άλλο καλύτερα γραφικά, στο τρίτο διαφορετικές αναλογίες στην οθόνη, στο τέταρτο να μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και joystick, η ουσία όμως είναι ότι όταν σε ένα παιχνίδι του οποίου το ασύλληπτο playability βασίζεται σε pixel-perfect άλματα πας και πειράξεις το οτιδήποτε, όσο ελάχιστο και αμελητέο και αν φαίνεται αυτό, η... μανέστρα χαλάει. Έτσι λοιπόν, το Manic Miner κυκλοφόρησε (σχεδόν) παντού, αλλά πουθενά δεν ήταν τόσο καλό όσο στον ZX Spectrum (και φυσικά κανένα άλλο port δεν είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου και ο ίδιος ο Matthew Smith, αν αυτό λέει κάτι...).

Fast forward 37 χρόνια και φτάνουμε στο 2020, όταν και ο γράφων δοκιμάζει το Manic Miner στον Atari 800XL, το οποίο μετέφερε στην πλατφόρμα ο Terrence Derby το 2016, συνεπικουρούμενος, στον ηχητικό τομέα, από τον Michał Szpilowski (ναι, πάλι αυτός!). Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα, ήταν τα γραφικά και τα χρώματα: είχαν μεταφερθεί αυτούσια από την έκδοση του Spectrum. Ούτε στα fonts είχαν γίνει "εκπτώσεις", ούτε πουθενά. Όλα ίδια. Το δεύτερο θετικό, ήταν η μουσική: τα Blue Danube και In the Hall of the Mountain King από την original έκδοση έχουν μεταφερθεί στον Atari, αλλά ο κύριος Szpilowski έχει κάνει και πάλι τα μικρά του θαύματα, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του POKEY, και αποδίδοντας σε πολύ καλύτερες εκτελέσεις τα μουσικά θέματα του πρωτότυπου. Το τρίτο που προσέχει κανείς, είναι ο χειρισμός: μονάχα joystick; Τι σκατά; Πώς γίνεται να επιτευχθούν τα pixel-perfect jumps με την ασάφεια ενός joystick; Κι όμως, από την πρώτη κιόλας οθόνη κατάλαβα ότι γίνεται. Δεν ξέρω τι έκανε ο Terrence Derby, αλλά ο τύπος αποδείχτηκε πολύ μάγκας: ο χειρισμός μέσω (καλού) joystick είναι εξίσου ακριβής με τον χειρισμό μέσω keyboard. Θαύμα!

Το θαύμα όμως αυτό καθαυτό, έχει να κάνει με το ίδιο το παιχνίδι: το Manic Miner του Atari είναι το Manic Miner του Spectrum. Δεν ξέρω πόσο πιο απλά μπορώ να το γράψω. Το πώς πήρε όλα τα assets ενός παιχνιδιού για ένα μηχάνημα με Z80A και τα μετέφερε... αυτούσια (!) σε ένα μηχάνημα παρομοίων δυνατοτήτων με 6502 ο κύριος Derby, απλά με ξεπερνάει. Το μοναδικό, υπερ-εθιστικό, οργασμικό playability που μας χάρισε το 1983 ο Matt Smith από το υπνοδωμάτιό του, έφτασε, 33 χρόνια μετά, ίδιο και απαράλλαχτο, καθαρό και ανόθευτο, στους Atari. Respect και chapeau (που λένε και οι φίλοι μας (;) οι Γάλλοι) στους δημιουργούς.

 
Με αυτά και μ' αυτά λοιπόν, ολοκληρώθηκε μπροστά στα μάτια μου (και στ' αυτιά μου, να μην το ξεχνάμε αυτό), μια συνάντηση platforming γιγάντων μιας άλλης εποχής, από δύο άλλα μηχανήματα, στον Atari 800XL (και γενικότερα στα 8bit Atari). Οι εμβληματικοί Miner Willy και Monty αντάμωσαν στα φιλόξενα κυκλώματα του home computer της Atari, για να απαντήσουν στο ερώτημα που με βασάνιζε: "τι λέει αυτό το μηχάνημα; Πόσο καλό είναι, άραγε;". Τι να σας πω, κατά την ταπεινή μου άποψη αν μπορεί να παίζει το Manic Miner όπως ο ZX Spectrum και να κάνει το Monty on the Run να ακούγεται (σχεδόν) όπως στον Commodore 64, εμένα μου φαίνεται πολύ καλό! Ανυπομονώ να το ψάξω περισσότερο, να δω τι άλλες εκπλήξεις κρύβει. Μέχρι τώρα πάντως, τα έχει πάει αναπάντεχα καλά!



Ενημέρωση: λοιπόν, φίλες και φίλοι, έκανα ένα λάθος παραπάνω, όταν έγραψα ότι το Monty on the Run μεταφέρθηκε άνευ μουσικής στον Amstrad CPC. Το διαπίστωσα βλέποντας - και ακούγοντας - videos από το συγκεκριμένο παιχνίδι στο YouTube πρόσφατα. Τώρα, το πώς μου ξέφυγε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια, θα σας γελάσω. Μάλιστα, παρά το "αδύναμο" soundchip, το μουσικό θέμα είναι καθόλα αξιόλογο, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στο παρακάτω video:



Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

The Elder Scrollers

Είναι πραγματικά ώρες-ώρες που βλέπεις κάποια πράγματα και συνειδητοποιείς ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά ξέρουν και το αντικείμενό τους καλύτερα από την ίδια τους την παλάμη. Εγώ τουλάχιστον αυτό κατάλαβα παρακολουθώντας την τελευταία παραγωγή του group Booze Design για τον Commodore 64, που φέρει τον εξαιρετικά εύστοχο τίτλο "The Elder Scrollers".


Είναι γεγονός ότι σε 2 χρόνια ο 64άρης θα σβήσει τα 40ά του κεράκια (ποιος το φανταζόταν, άραγε, ότι τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του θα είναι ακόμα στον αφρό;), πράγμα που σημαίνει ότι υπήρξε - και με το παραπάνω - ο καιρός ώστε να τον μάθουν απέξω κι ανακατωτά οι προγραμματιστές και να ξεζουμίσουν μέχρι και το τελευταίο byte, μέχρι και τον τελευταίο κύκλο της CPU οι sceners. Γι' αυτό και την τελευταία δεκαετία είμαστε μάρτυρες παραγωγών που μας αφήνουν με το στόμα ανοιχτό να αναρωτιόμαστε "πώς στο καλό το έκαναν αυτό; Είναι δυνατόν;". Ε, ναι, προφανώς είναι.

Το The Elder Scrollers παρουσιάστηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε στην Gubbdata όπου και μάλλον δικαίως κατέκτησε την πρώτη θέση ανάμεσα στα demos για τον Commodore 64. Όπως και όλα τα κορυφαία demos ανεξαρτήτως πλατφόρμας, συνδυάζει εντυπωσιακά εφέ με άρτια αισθητική, δημιουργώντας ένα ολιγόλεπτο μεν αλλά εντυπωσιακό από κάθε άποψη δε αποτέλεσμα. Θέλετε ένα σκασμό από bobs; Check. Θέλετε ένα υπέροχο scrolling screen με ανάλυση κάπου στα 1000 x 1000 pixels; Check. Θέλετε Boing Ball; Check. Θέλετε πανέμορφο και πολύχρωμο zoom text scroller; Ε, ναι, το καταλάβατε, check. Και έτσι πάει η δουλειά, κάτι ελάχιστο πάνω από 5 λεπτά διαρκεί το The Elder Scrollers αλλά δεν θα σας κάνει ούτε στιγμή να βαρεθείτε ενώ ταυτόχρονα θα σας βομβαρδίζει με τα εντυπωσιακά εφέ του, πλαισιωμένα από αξιόλογα tunes.


Αν έχετε πραγματικό Commodore 64, TheC64, C64 Mini ή απλά κάποιον εξομοιωτή, κατεβάστε και απολαύστε το The Elder Scrollers από εδώ. Αν απλά σας φτάνει η θέαση του βίντεο, δείτε το παρακάτω. Όπως και να 'χει πάντως, μην το χάσετε!


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Η απογείωση των SID tunes από έναν Έλληνα metaller!

Από τότε που ξεκίνησα το blog, και για αρκετό καιρό στη συνέχεια, ανέβαζα κατά καιρούς μια σειρά από αναρτήσεις με τα καλύτερα SID tunes του Commodore 64. Έστω, τα καλύτερα κατά την ταπεινή, προσωπική μου άποψη (που στο συγκεκριμένο θέμα τυγχάνει να είναι και η πλέον έγκυρη και δεν σηκώνω κουβέντα!). Μιλάμε για κλασικές συνθέσεις που έμειναν στην ιστορία, από βιρτουόζους του SID όπως οι Rob Hubbard, Ben Daglish (RIP), Martin Galway και άλλους, που έντυσαν με καταπληκτικές, απίστευτες και μοναδικές μουσικές επενδύσεις τις πρώτες μας home computing εμπειρίες πίσω, πολύ πίσω, σε μια εποχή που προτροπές του τύπου "be a man!" δεν αντιμετωπίζονταν με χλεύη και γενική κατακραυγή.

Οι παραπάνω συνθέσεις - και πολλές ακόμη, φυσικά - αντιμετωπίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων με τον δέοντα θαυμασμό και την εκτίμηση που τους άξιζε, και έτυχαν εκατοντάδων διασκευών και επανεκτελέσεων. Για να σας πω όμως τον πόνο μου, οι περισσότερες από αυτές κάθε άλλο παρά με ενθουσίασαν, καθώς απέκλιναν, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, από τα πρωτόλεια tunes που αγαπήσαμε. Όπως όμως και σε κάθε περίπτωση στον μάταιο τούτο κόσμο, έτσι και εδώ, υπάρχει ένα μικρό γαλατικό χωριό που δεν ανήκει στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πείτε το "η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα", καθώς πρόκειται όντως για εξαίρεση.

"Μα τι μας τσαμπουνάει τώρα ο πειραγμένος;" σας σκέφτομαι να αναρωτιέστε. Θα σας πω. Αναφέρομαι σε έναν Έλληνα μουσικό, κιθαρίστα συγκεκριμένα, metaller και διαχρονικό fan του Commodore 64 και της μουσικής του. Το όνομα αυτού; Βαγγέλης Παπαδόπουλος.

Ο περί ου ο λόγος κύριος δημιούργησε μια σειρά από videos με ε-κ-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-έ-ς εκτελέσεις κάποιων κλασικών tunes του 64άρη, και τα ανέβασε στο YouTube. Και ο χαρακτηρισμός δεν αποτελεί επ' ουδενί υπερβολή, καθώς, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, στις εκτελέσεις του Βαγγέλη, πέραν της κιθαριστικής δεινότητας, ξεχωρίζει ο σεβασμός προς το πρωτότυπο, ένας σεβασμός που αποτυπώνεται σε κάθε νότα που θα απολαύσουν τα αυτιά σας ακούγοντας τις δημιουργίες του συμπαθέστατου κιθαρίστα.

Νομίζω πως όταν υπάρχει εικόνα και, κυρίως, ήχος, τα πολλά λόγια είναι απλά... πολλά λογία (!) και, ως εκ τούτου, περιττεύουν. Σας αφήνω με τις θεσπέσιες εκτελέσεις του Βαγγέλη σε κλασικά SID tunes του Commodore 64. Ξεκινήστε φυσικά από το Monty on the Run, έτσι πουλάκια μου;





Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Tere Ra'i demo για Atari Falcon: 90s are good!

Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι διαπιστώνω ότι ανέκαθεν σε ό,τι είχε να κάνει με τα computer demos με εντυπωσίαζε περισσότερο η καλή αισθητική - ή, η συμβατή με την δική μου, για να το θέσουμε σε απολύτως σωστή βάση - παρά ένα αποτέλεσμα που, για όποιον γνώριζε, ήταν... platform impossible. Ή, μάλλον, με εξιτάριζε ανέκαθεν ο συνδυασμός των δύο: ένα demo που απλά θα ήταν τεχνολογικό θαύμα αλλά δεν θα είχε αρχή, μέση, τέλος και θα αποτελούταν από parts ασύνδετα μεταξύ τους, κακή μουσική και άσχημα γραφικά (κι ας απεικόνιζαν τα διπλάσια χρώματα απ' όσα μπορούσε να δείξει κανονικά το μηχάνημα) δεν θα μου έλεγε και δεν θα μου πει σχεδόν απολύτως τίποτα.

Να, πάρτε για παράδειγμα τον λατρεμένο μας Commodore 64, που είναι και η πλατφόρμα με τα εντυπωσιακότερα σε ποσότητα αλλά και ποιότητα demos. Ποια SID tunes θυμάστε μέσα στα 10-20-30 καλύτερα που να προέρχονται από demos; Ακόμα πιο σωστά, κοιτάξτε τα πιο δημοφιλή demos στην csdb, στο pouet ή όπου αλλού θέλετε: από ποιο από όλα αυτά θυμάστε και μπορείτε να μουρμουρήσετε το tune του; Θα σας πω εγώ. Από κανένα. Έτσι απλά και ψυχρά. Κανένα, μηδέν, τίποτα. Ευτυχώς τουλάχιστον όλες αυτά οι παραγωγές είναι ξεχωριστές (και αισθητικά) σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, γιατί αλλιώς...

Γι' αυτό προσωπικά λάτρεψα τα Meadows και The Fall της Amiga: πέραν του ότι έτρεχαν σε 500άρα (μεγάλο συν για εμένα τον παράξενο), ήταν τόσο άρτια και τόσο προσεγμένα και ισορροπημένα στο εικαστικό και στο ακουστικό κομμάτι, που θύμιζαν ολοκληρωμένες δουλειές καταξιωμένων καλλιτεχνών και όχι έργα σπυριάρηδων hackers με ματομπούκαλα και λιγδιασμένο μαλλί που ακούνε μονάχα techno (ή και thrash, why not?, θόρυβος να είναι...) και βλέπουν ταινίες με υπερήρωες. Ε, ναι, γιατί - και πείτε ό,τι θέλετε - η υπερέκθεση σε υπερήρωες (sic) μάλλον δεν αποτελεί και την ιδανική καλλιέργεια για το πνεύμα και τις αισθήσεις και συνήθως τα αποτελέσματα φαίνονται...

Ας αφήσω όμως τις κακιούλες και ας έρθω στο θέμα μας, που δεν είναι άλλο από ένα demo του 2014 για τον πλέον αδικοχαμένο Atari, τον Falcon, που ονομάζεται Tere Ra'i και έχει φτιαχτεί από τα groups Dune, Cerebral Vortex και Sector One. Το οποίο, αν και ελάχιστη σημασία έχει, έχει έρθει και πρώτο στο διαγωνιστικό τμήμα της Silly Venture εκείνης της χρονιάς.


Το Tere Ra'i λοιπόν μας δείχνει από την αρχή μέχρι το τέλος μια συγκεκριμένη ιστοριούλα, χρησιμοποιώντας φυσικά διάφορα parts με διαφορετικά εφέ, ποιοτικά και τουλάχιστον ενδιαφέροντα εικαστικά prerendered και realtime software rendered γραφικά, διανθισμένα με ένα αξιόλογο tune και, προσφέροντας τελικά ένα καλαίσθητο, ενδιαφέρον και αξιόλογο σύνολο, το οποίο παρουσιάζει κάποιες από τις δυνατότητες του Falcon με ωραίο τρόπο, χωρίς να προσβάλλει την αισθητική όποιου το παρακολουθήσει βιάζοντας ταυτόχρονα τα αυτιά του. Και, είναι ωραίο που για τους λόγους αυτούς ακριβώς, το Tere Ra'i είχε δεχτεί back in the day αρκετές αρνητικές κριτικές: τι ότι τα γραφικά του θύμιζαν 90s (κάτι το οποίο είναι αμάρτημα από πότε ακριβώς, άραγε;), τι ότι η μουσική του δεν εκμεταλλευόταν όλες τις ηχητικές δυνατότητες του Falcon (γιατί για κάποιους δεν έχει σημασία η καλή σύνθεση, αλλά προφανώς η πολύπλοκη σύνθεση που καταναλώνει όσους περισσότερους πόρους του μηχανήματος γίνεται), τι, τι, τι... Ε, τι να κάνουμε, όπως έλεγε και μια ψυχή "δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλους, τι είμαστε, τηγανιτές πατάτες;". Πολύ σωστά. Σας αφήνω λοιπόν με το Tere Ra'i, το οποίο πράγματι, έχει τόσο 90s αισθητική που θυμίζει PCάδικη παραγωγή μεταξύ 486 και Pentium (κι όπως έχει πρόβλημα με αυτό λυπούμαστε, it is what is is) με το intro του Blood Money! Όχι, δεν τρελάθηκα, δείτε το και θα καταλάβετε!


Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Τα καλύτερα tunes του Commodore 64 #19: Ghosts n' Goblins

Ίσως πολλοί δεν περιμένατε ότι η σειρά αυτή αναρτήσεων με τα καλύτερα tunes του 64άρη θα είχε συνέχεια. Κάποιοι άλλοι πιθανότατα δεν την προλάβατε καν, αφού η τελευταία καταχώρηση (Monty on the Run) χρονολογείται πίσω στον Αύγουστο του 2016! Η αλήθεια όμως είναι ότι δεκάδες (εκατοντάδες;) υπέροχα SID tunes επένδυσαν ιδανικά τα αντίστοιχα video games του κορυφαίου home computer όλων των εποχών, οπότε θα ήταν άδικο να σταματήσουμε στις 18 σχετικές αναρτήσεις, δεν νομίζετε;

Επιστρέφουμε λοιπόν στα καλύτερα tunes του Commodore 64 μετά από 32 μήνες (!), με μια κλασσική δημιουργία που αποτελεί έργο ενός καλλιτέχνη με τον οποίο δεν είχαμε ασχοληθεί στο παρελθόν. Αναφέρομαι στο tune του Ghosts n' Goblins και στον αξιότιμο κύριο Mark Cooksey.


Ο Mark Cooksey δεν είχε το ταλέντο του Martin Galway αλλά ούτε και υπέγραψε εκατοντάδες συνθέσεις όπως ο (κορυφαίος) Rob Hubbard. Παρόλα αυτά πρόλαβε να επενδύσει ηχητικά τα Bombjack, Space Harrier και Paperboy, με κορυφαία φυσικά δουλειά του το μοναδικό, out of this world, tune του Ghosts n' Goblins. Αν το έχετε ξεχάσει, ακούστε το άλλη μια φορά για να το θυμηθείτε. Αν δεν το γνωρίζετε, απολαύστε και δώστε βάση στο μεγαλείο και τη μοναδικότητά του. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα βγείτε χαμένοι!


Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Amiga: όχι, δεν ήταν το preemptive multitasking που μας συγκίνησε πραγματικά!

Όταν κόλλησα για πρώτη φορά το μικρόβιο του computing, εκεί στις αρχές των 80s, ήταν φυσικό να εντυπωσιάζομαι από τα όμορφα, καλοσχεδιασμένα και υψηλής ευκρίνειας - με τα δεδομένα της εποχής, πάντα - γραφικά. Στην αρχή ήταν τα παιχνίδια που έβλεπα στην βιτρίνα του Athens Computer Center. Στη συνέχεια ακολούθησαν screenshots στο Computer Για Όλους, και αργότερα στο Pixel και στα αγγλικά περιοδικά: Your Computer, Popular Computing Weekly, Computer+Video Games. Ήταν απλά μικρές, θολές φωτογραφιούλες, κάποιες φορές ακόμα και ασπρόμαυρες, αλλά έφταναν για να γεμίσουν το εφηβικό μου μυαλό με προσμονή για τον νέο υπολογιστή, το νέο παιχνίδι, ήταν αρκετές και με το παραπάνω ώστε να τροφοδοτήσουν τη φαντασία μου να ταξιδέψει σε νέους, ανεξερεύνητους, ψηφιακούς κόσμους.

Ξεκίνησα με τον TRS-80 Color Computer της Radio Shack και περίπου ένα χρόνο αργότερα προστέθηκε στην παρέα και ο ZX Spectrum της Sinclair που, εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα ήταν η απόλυτη παιχνιδομηχανή, όχι μόνο λόγω δυνατοτήτων, αλλά και λόγω διάδοσης. Πραγματικά, πρέπει να υπήρξε μια εποχή κάπου εκεί στα μέσα του 1983 μέχρι τα τέλη του 1984 που το 90% των εν Ελλάδι home computers να ήταν Spectrum!


Με τη συντροφιά του αγαπημένου γομολάστιχα λοιπόν, τα πήγαμε καλά. Και παιχνίδια χάρηκα, και ωραία γραφικά κάποιες φορές, και εύκολη BASIC, και σχετικά απροβλημάτιστες αντιγραφές, όλα καλά. Αλλά κάπου εκεί, με το που μπήκε το 1985 αν θυμάμαι καλά, ένας κολλητός μου απέκτησε Commodore 64 με πράσινο monitor και disk drive 1541. Εντάξει, έπαθα πλάκα: τα γραφικά του 64άρη φάνταζαν καλύτερα στην πράσινη οθόνη απ' ότι πραγματικά ήταν, ο ήχος των παιχνιδιών ήταν εντυπωσιακός και η ταχύτητα (η ποια;) του disk drive - OK, με turbo loaders - και η αξιοπιστία του συγκριτικά με τις κασέτες μοναδική. Έτσι λοιπόν μάζεψα το κομπόδεμά μου και πήρα τον άμοιρο Spectrumάκο μαζί με το Interface-1 και το Microdrive (σοβαρός χρήστης φίλοι μου, όχι, παίζουμε!) και κίνησα για το Cat Computers όπου και τον αντάλλαξα (με την (δυσ)ανάλογη οικονομική επιβάρυνση, φυσικά) με έναν ολοκαίνουριο Commodore 64 με κασετόφωνο C2N και τρία παιχνίδια - σε κόπιες, εννοείται -, τα Spy Hunter, Raid Over Moscow και Way of the Exploding Fist. Όταν λοιπόν έφερα τον νέο υπολογιστή σπίτι και συνέδεσα τα πάντα στην έγχρωμη τηλεόραση του σαλονιού, έπαθα το πρώτο μεγάλο σοκ φορτώνοντας το πρώτο παιχνίδι: ο 64άρης έπαιζε μουσική την ώρα που φόρτωνε! Όχι η βουβαμάρα του CoCo, ούτε το τιρ-τιρ-μπρρρρ του Spectrum, καθαρότατες μελωδίες που φάνταζαν σα να έβγαιναν από ένα επαγγελματικό synthesizer! Κι εκεί ακριβώς ήταν που ξεκίνησα να λατρεύω το SID και τα tunes του. Λίγο καιρό αργότερα φόρτωνα παιχνίδια μονάχα για να απολαμβάνω τα loading tunes τους και διαπίστωσα με μεγάλη ικανοποίηση ότι να, κι εμείς οι πτωχοί πλην τίμιοι κάτοχοι κασετοφώνου είχαμε ένα σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους ιδιοκτήτες disk drives: εμείς είχαμε μουσικάρες την ώρα του φορτώματος. Κι ευτυχώς, αυτό διαρκούσε αρκετά!


Όσο καιρό κράτησα τον Commodore 64, όλως τυχαίως έδειχνα σαφή προτίμηση στα παιχνίδια που είχαν ωραία μουσική: Exploding Fist, Rambo, Suicide Express, Sanxion, Hyper Sports, Loco, Monty on the Run. Ειδικά στο τελευταίο ήμουν παντελώς "κουλός" αλλά, θα το παραδεχτώ, δεκάρα δεν έδινα: το υπέροχο/μοναδικό/καταπληκτικό/ασύλληπτο - προσθέστε όποιο κοσμητικό επίθετο σας κάνει κέφι - tune του Rob Hubbard μεταμόρφωνε ένα αξιόλογο μα απλοϊκό platformer σε ένα σπάνιο έργο υπολογιστικής τέχνης. Κι έτσι, από τότε και στο εξής τα computer tunes κατείχαν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, καθώς κουβαλούσαν και το - ας το πούμε - μυστήριό τους: σε αντίθεση με τα γραφικά, την μουσική δεν μπορούσες να την ακούσεις έξω από τις βιτρίνες ή μέσα από τις σελίδες των περιοδικών. Έπρεπε να βρεθείς μπροστά στον υπολογιστή, να τρέξεις το παιχνίδι και να βυθιστείς στα υπέροχα άσματα του SID - ή να ξενερώσεις από μία αδιάφορη σύνθεση. Όπως και να 'χει, με αυτές τις εμπειρίες και αυτά τα ερεθίσματα ήταν αναπόφευκτο ακόμα και σήμερα να θεωρώ αναπόσπαστο στοιχείο ενός πραγματικά καλού 8/16bit video game την μουσική.

Fast forward στο φθινόπωρο του 1989: είμαι κάτοχος ενός Atari 520STFM, εργάζομαι σε computer shop στη Στουρνάρα (ΟΚ, Στουρνάρη για να είμαστε σωστοί) με κύριο αντικείμενο την αντιγραφή παιχνιδιών σε Amiga και Atari. Ναι, για ένα τουλάχιστον διάστημα ήταν η δουλειά των ονείρων μου!


Όπως καταλαβαίνει κανείς, όλα τα καινούρια παιχνίδια για τα δύο μηχανήματα περνούν από τα χέρια μου εκείνο τον καιρό. Βρισκόμαστε μάλιστα χρονικά στο κέντρο της μεγάλης διαμάχης Αταράδων-Αμιγκάδων και εγώ ο ίδιος, όντας κάτοχος ST από το 1986, εννοείται πως ανήκω στο στρατόπεδο των γκρίζων μηχανημάτων με τις διαγώνιες γρίλιες. Οι πρώτες επαφές μου με την Amiga, τα παιχνίδια της  και το λειτουργικό της σύστημα ενισχύουν την πίστη μου στον Atari: η πλειοψηφία των παιχνιδιών είναι ports του ST με παρόμοια γραφικά και ήχο. Το μηχάνημα έχει αρκετά αναξιόπιστα disk drives (η ίδια δισκέτα που το πρωί φόρτωνε το απόγευμα αρνείται πεισματικά και την επόμενη μέρα συμβαίνει το αντίστροφο) και, το κυριότερο, το λειτουργικό του σύστημα είναι ένα δράμα: εικονίδια χωρίς σταθερό μέγεθος, πάναργο filesystem, ελάχιστες πραγματικά χρήσιμες δυνατότητες από το Workbench και, το χειρότερο; Μέσω του GUI δεν μπορούμε καν να δούμε τα αρχεία που δεν έχουν εικονίδιο (το "Show All" ως δυνατότητα ήρθε το 1991-92, με το Workbench 2.x)! Ένα δράμα γενικώς η κατάσταση, και το περίφημο preemptive multitasking - την καραμέλα του οποίου τόσα χρόνια πιπιλάνε οι Αμιγκάδες - ούτε λειτουργούσε υποδειγματικά αλλά ούτε και χρησιμοποιούταν από κανέναν. Το αγαπημένο "Say" ναι μεν είχε την πλάκα του, αλλά δεν αρκούσε για να χρυσώσει το χάπι. Παρόλα όσα είχα διαβάσει τόσα χρόνια για τις τρομερές hardware δυνατότητές της, η Amiga δεν είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει. Και τότε κυκλοφόρησε το Xenon 2...


Ο εμβληματικός αυτός τίτλος των Bitmap Brothers ήταν το  - με διαφορά - εντυπωσιακότερο shoot 'em up της εποχής, και ένα παιχνίδι που ουσιαστικά εμείς οι κάτοχοι Atari ST περιμέναμε από την εποχή του... Goldrunner! Η έκδοση του Atari έφτασε στην Ελλάδα περίπου 2 εβδομάδες πριν από αυτήν της Amiga και, χωρίς υπερβολή, για εκείνες τις 2 εβδομάδες οι Αταράδες έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας: τι τα καταπληκτικά γραφικά, τι το εθιστικό gameplay, τι το ομαλότατο vertical scrolling, τι η sampled έκδοση του περίφημου Megablast των Bomb the Bass; Ο Atari ποια δεν είχε μονάδα το GEM, την εκπληκτική μονόχρωμη οθόνη, το PC-Ditto, το Degas Elite, το Dungeon Master και μια σωρεία επαγγελματικών εφαρμογών και αξιόλογων παιχνιδιών: είχε και το απόλυτο shooter! Για 2 μονάχα εβδομάδες...

Όταν έφτασε στο μαγαζί η έκδοση του Xenon 2 για την Amiga, άρπαξα την δισκέτα με τρεμάμενα χέρια και την έχωσα με δύναμη στο disk drive της 500άρας: ήταν η ώρα της κρίσης, the judgement day, η στιγμή που θα αποδεικνυόταν μια και καλή αν η Amiga μπορούσε να κάνει όσα ο Atari (στα παιχνίδια, τουλάχιστον). Τα γραφικά ήταν τα ίδια. Η παρουσίαση η ίδια. Το gameplay ίδιο και απαράλλαχτο. Ο ήχος όμως...

"Γαμώ το κέρατό μου" ξεφώνησα. "Όχι, δεν είναι δυνατόν!". Κι όμως, ήταν: αν μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι ο ήχος του Xenon 2 στον ST έπαιρνε ένα ολοκάθαρο δεκάρι, τότε στην Amiga τι θα έπρεπε να βάλουμε; 15; Ακόμα και το sampled κομμάτι στην εισαγωγή ήταν η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με αυτό του ST - τόσο, που ακόμα και κουφός θα μπορούσε να εντοπίσει τις διαφορές! Και μετά το tune του παιχνιδιού, οι εκρήξεις, το βάθος, η ποιότητα, η καθαρότητα και η χροιά του ήχου της Amiga ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο συγκριτικά με αυτόν του ST. Αν περίμενα το Xenon 2 να αναδείξει τον νικητή στην μάχη των 16bits, το είχε κάνει. Όχι όμως με τον τρόπο που επιθυμούσα...


Και μετά, εντελώς ξαφνικά, σε διάστημα 2-3 μηνών κυκλοφόρησαν κάποια παιχνίδια-ορόσημα, παιχνίδια που είχαν φτιαχτεί σε Amiga και δεν ήταν ports του Atari και, μάλιστα, παιχνίδια που εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τις δυνατότητες του δημιουργήματος του Jay Miner και της ομάδας του: μέσα σε λίγες μέρες κατέφτασαν το Shadow of the Beast και το Battle Squadron. Όσο κι αν εντυπωσίαζαν τα πολύχρωμα γραφικά και το parallax scrolling του πρώτου, πάντα θα μένει χαραγμένη στη μνήμη μου η στιγμή που άκουσα τις πρώτες νότες του μοναδικού του soundtrack να βγαίνουν από τα ηχειάκια του 1084S. Και, όσο κι αν ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να συλλάβω πώς επιτεύχθηκε η σεμιναριακού επιπέδου αυξανόμενη δυσκολία και η απόλυτη ισορροπία μεταξύ αυτής και του playability στο Battle Squadron, αυτό που μου έχει μείνει είναι το μελαγχολικό tune που ακούγεται όταν χάσουμε, στο high score table. Γιατί μέσα μου ήξερα ήδη από τότε, ότι ακόμα κι αν τα παιχνίδια αυτά κυκλοφορούσαν κάποτε και στον ST κι ότι ακόμα κι αν ήταν τέλεια, ποτέ δεν θα πλησίαζαν στον ηχητικό τομέα την Amiga: όπως, λίγα χρόνια πιο πριν οι ανταγωνιστές του Commodore 64 δεν είχαν SID, έτσι και αυτοί της Amiga δεν είχαν Paula. Τα εντυπωσιακά γραφικά, την κίνηση, ακόμα και το scrolling της Amiga μπορεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να τα έφτανε κουτσά-στραβά ο Atari, τον ήχο της ποτέ (δείτε τις εκδόσεις του ST στα Wings of Death, Jim Power και Rubicon για να καταλάβετε ότι δεν υπερβάλλω: πλησίαζαν... ανησυχητικά πολύ το "Amiga level").

Μια και πλησιάζει η St. Patrick's Day, την αφορμή για το παραπάνω κομμάτι μου το έδωσε το Celtic Heart, ένα καινούριο παιχνίδι για Amiga το οποίο ξεχωρίζει για - τι άλλο; - το soundtrack του! Όχι, ακούστε την ingame μουσική και πείτε μου μετά ότι αυτό που έκανε την Amiga να ξεχωρίζει και να κερδίσει τελικά την μάχη των 16bits ήταν το preemptive multitasking!