Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Το 16ο τεύχος του Retro Planet είναι γεγονός!



Ιούνιος και πάλι λοιπόν, αλλά, ευτυχώς, όχι ο τυπικός Ιούνιος των 30+ βαθμών Κελσίου με τα τσουρουφλιστά τσιμέντα. Αν' αυτού, ένας πρώτος μήνας του καλοκαιριού με συννεφιά και βροχές σε πλήρη αντίθεση με ό,τι είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα.


Αυτό που όμως είναι ίδιο με τις προηγούμενες χρονιές είναι η κυκλοφορία του νέου τεύχους του Retro Planet. Πιστοί στο ραντεβού μας, έστω και με μερικές ημέρες καθυστέρηση λόγω υποχρεώσεων που έτρεχαν, ερχόμαστε και πάλι να συντροφεύσουμε τις καλοκαιρινές εξορμήσεις σας στις παραλίες με retro άρθρα, retro ειδήσεις, retro αφιερώματα, retro παρουσιάσεις και retro συνεντεύξεις!

Το 16ο τεύχος του Retro Planet ξεκινά με το πάντα ενδιαφέρον editorial του αρχισυντάκτη μας Χρήστου Παπαδάκη και συνεχίζεται με τις retro αναδρομές, μια αγαπημένη στήλη με ξεχωριστό χαρακτήρα και την ξεχωριστή πέννα του Νίκου Κανελόπουλου. Τον Νίκο ακολουθεί… ο εαυτός του, με τη στήλη των retro νέων, όπου όλο και κάτι ενδιαφέρον θα πετύχετε που μπορεί να σας ξέφυγε.



Ακολουθούν τα Amiga News από τον πάντα κεφάτο και χαμογελαστό Στέφανο Καρούσο, και τα 8/16 bits reviews, από τον Παναγιώτη Πλεμμένο, που μας παρουσιάζει 4 υπέροχες και ολόφρεσκες (σχεδόν!) κυκλοφορίες για τον Commodore 64: τα Donkey Kong, Frogger Arcade, Tetris και Bruce Lee II (μην σας ξεγελούν οι τίτλοι, το παλαιότερο είναι του 2013).



Πάλι από τον Παναγιώτη Πλεμμένο η συνέχεια με τα 8 Magic bits που στο τρέχον τεύχος καταπιάνονται με τον Sinclair ZX Spectrum, ξεκινώντας την… Spectrumίτιδα του τεύχους 16!


Ίσως να θυμάστε τον Daniele Liverani, τον πολυτάλαντο μουσικό, συνθέτη και προγραμματιστή που μας χάρισε το Genious: Into The Toy Warehouses για τους Apple II, Commodore 64 και Commodore Plus/4. Ο πολυτάλαντος δημιουργός δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Χρήστο Παπαδάκη, όπου μιλάει, απλά, για τα… πάντα!


Αφού ο ανυποψίαστος αναγνώστης ολοκληρώσει τη συνέντευξη του Daniele Liverani, τον περιμένει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος με… άγριες διαθέσεις, με το ένα από τα δύο μεγάλα αφιερώματα του νέου τεύχους, που έχει να κάνει με τα στοιχειωμένα video games! Μπρρρρ…


Spectrumίτιδας μέρος δεύτερον με τον Φοίβο Ντόκο να μας παρουσιάζει τον ZX Spectrum Next, τον πολλά υποσχόμενο διάδοχο του Speccy, με ττις"διαστημικές" (για Spectrum) δυνατότητες.


Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στο υπέροχο (not!) CD-i της Philips, και πάλι δια χειρός Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος, ομολογουμένως, δεν ενθουσιάστηκε τα μάλα από την multimedia, interactive, gaming και ό,τι άλλο θέλετε (!) κονσόλα του Ολλανδικού κολοσσού.


Μιας και αναφέραμε τον Spectrum Next, δεν θα σας αφήναμε έτσι: ο Φοίβος Ντόκος εξασφάλισε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον Victor Trucco, τον δημιουργό του TBBlue και υπεύθυνο για το hardware του Next. Αμέ, τι νομίζατε, έτσι θα σας αφήναμε;


Lost Treasures, στην συνέχεια. Για αυτό το τρίμηνο η αγαπημένη στήλη παρουσιάζει ένα απλό μα ιδιαίτερα εθιστικό racing παιχνιδάκι, που όσοι το έχουν παίξει, απλά το λάτρεψαν. ReVolt, από τον Στέφανο Καρούσο, λοιπόν!


Καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος, μπαίνουμε στο υγρό, σκοτεινό και… horror τμήμα του τεύχους: εν αρχή η Χριστίνα Μπόνια μας παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή στην λογοτεχνία του τρόμου, ένα ασυνήθιστο μα μαγευτικό αφιέρωμα στα βιβλία που δεν θα σας αφήσουν να κοιμηθείτε τα βράδια. Στο ίδιο κλίμα, ο Αντώνης Ηλιάκης, μέσω της στήλης του Adventureland, μας γνωρίζει το Waxworks, ένα τρομακτικό adventure game για Amiga, το οποίο σας εγγυάται ότι θα πεθάνετε με πολλούς και διαφορετικούς - και πάντα φρικαλέους - τρόπους!



Το 16ο τεύχος ολοκληρώνει το αφιέρωμα του Χρήστου Παπαδάκη (μέσα από τη στήλη Σκάσε και Άκου) σε κάποιες από τις πλέον ενδιαφέρουσες μουσικές δημιουργίες του Daniele Liverani. Είπαμε, ο άνθρωπος είναι πολυπράγμων (ο Liverani, όχι ο Παπαδάκης)!


Ολοκληρώνοντας, πλέον γνωρίζετε όλα όσα θέλατε να μάθετε για το 16ο τεύχος του Retro Planet και την ύλη του. Όσοι θέλετε να αποκτήσετε το περιοδικό ακολουθείστε τις οδηγίες που θα βρείτε στο www.retroplanet.gr. Καλό σας καλοκαίρι!

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Once We Were Kings #10 - The one Amiga to rule them all

Από το 1987 που πρωτοκυκλοφόρησε, πάντοτε με μάγευε η διπλή φύση της Amiga 2000, η ανήκουστη για την εποχή δυνατότητα να έχεις τις δύο καλύτερες πλατφόρμες να στεγάζονται μέσα στο ένα και το αυτό μηχάνημα. Φυσικά, το κόστος της Amiga 2000 εκείνη την εποχή υπερέβαινε κατά πολύ τον προϋπολογισμό μου - όπως άλλωστε και αυτό της μικρότερης αδελφής της, της Amiga 500. Έτσι, στα τέλη του 1989 απέκτησα τελικά ένα σκέτο PC/XT συμβατό μηχάνημα και έκανα υπομονή μέχρι το 1993, οπότε και κατάφερα τελικά για πρώτη φορά να κάνω δική μου μια Amiga, και συγκεκριμένα την Amiga 500 Plus.




Όταν, μετά την έλευση της τρέχουσας χιλιετίας, αποφάσισα να πέσω με τα μούτρα στο hobby του retro computing, η πλατφόρμα της Amiga είχε σίγουρα την τιμητική της μεταξύ των επιλογών μου (δείτε και τις προηγούμενες σχετικές αναρτήσεις). Αν και πλέον η ιδέα του να έχω ένα απλό 8088 based PC μέσα σε μια Amiga 2000 δεν μου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, παρόλα αυτά απέκτησα και δοκίμασα κάποια bridgeboards (σ.σ. οι κάρτες "PC" που έμπαιναν στην A2000), μέχρι και ένα εκ των κορυφαίων αυτών, που ακούει στο όνομα Golden Gate 386sx. Περιττό να πω ότι η επεξεργαστική ισχύς κανενός bridgeboard δεν με ικανοποίησε: αν, με κάποιο μαγικό τρόπο, επέστρεφα στις αρχές των '90s, μια Amiga 2000 με έναν Intel 80386sx μέσα της ίσως να αποτελούσε την υπέρτατη κομπιουτερική ονείρωξη. Το 2010 που ασχολήθηκα εγώ δεν έφτανε καν για να τρέξω το Doom. Φαινόταν λοιπόν ότι η ιστορία "PC μέσα στην Amiga" δεν είχε ιδιαίτερο "ζουμί" και, σίγουρα, δεν είχε ιδιαίτερο νόημα, πλέον. Μέχρι που, από ένα post χαμένο μέσα στις δεκάδες χιλιάδες των posts του παλιού, αγαπημένου, amiga.org, το μάτι μου έπεσε σε τρεις μαγικές λεξούλες: "single board computer", έγραφε ένας τύπος, "αυτή είναι η απόλυτη λύση για PC μέσα στην Amiga". Και, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στα fora όταν κάποιος αναφέρει κάτι πολύ σημαντικό, κανένας δεν του έδωσε σημασία...


Τι εστί όμως "single board computer"; Τι είναι τα SBCs; Σύμφωνα με την Wikipedia πρόκειται περί "a complete computer built on a single circuit board, with microprocessor(s), memory, input/output (I/O) and other features required of a functional computer". Με λίγο ψάξιμο στην ebay διαπίστωσα ότι υπήρχαν κάθε λογής (και κάθε τιμής) single board computers: χρήματα να ήθελες να ξοδέψεις και αυτά βρίσκονταν εκεί και σε περίμεναν. Κάποια μάλιστα εξ' αυτών ήταν ISA κάρτες και προορίζονταν για βιομηχανική χρήση. Ναι, ISA κάρτες, σαν κι αυτές που δέχονταν τα PCs από την εμφάνισή τους μέχρι και τα τέλη των 90s. ISA κάρτες, σαν κι αυτές που δεχόταν η Amiga 2000! "Βρε, λες;" αναρωτήθηκα...

Πριν φτάσω στον Pentium 4, πέρασα από τον Pentium III...

 


 

Αρχικά, αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου με ένα SBC που "φορούσε" έναν Pentium MMX και δεν διέθετε καν ενσωματωμένη κάρτα γραφικών, κάτι που μου είχε διαφύγει παντελώς όταν το αγόρασα. Το διαπίστωσα φυσικά μετά λύπης καμιά εικοσαριά μέρες αργότερα, όταν το πρώτο μου single board computer έφτασε στα χέρια μου. "Και τώρα, τι κάνω;", αναρωτήθηκα. Πήρα την απόφαση να κουμπώσω την κάρτα σε μια Amiga 2000 να δω τουλάχιστον τι γίνεται, αν ανάβει το μηχάνημα ή γίνεται κάποιο conflict ή οτιδήποτε άλλο. Η Amiga άναψε κανονικά, το ίδιο έδειχνε να συμβαίνει και με το SBC, καθώς δούλευε το ανεμιστηράκι του - πράγμα που σήμαινε ότι η κάρτα έπαιρνε ρεύμα από το ISA slot της Amiga. Το επόμενο λογικό βήμα ήταν να τοποθετήσω και μια ISA VGA κάρτα, να δω τι θα γίνει. Προχώρησα λοιπόν έτσι, συνέδεσα και μια οθόνη στην VGA και πάτησα τον διακόπτη της τροφοδοσίας της διχίλιαρης: 1-2 δευτερόλεπτα αργότερα η οθόνη φωτίστηκε και εμφανίστηκε η χαρακτηριστική αρχική εικόνα ενός PC, με τον έλεγχο της RAM: απ' ότι φαινόταν, είχα μέσα στην Α2000 μου έναν λειτουργικό Pentium MMX! Γουάου!

Φυσικά, και επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, δεν σταμάτησα εκεί, αλλά μάλλον από εκεί ξεκίνησα: ακολούθησαν SBCs με Pentium II & Pentium III (αυτά είχαν ενσωματωμένες κάρτες γραφικών) μέχρι που, κάποια στιγμή εντόπισα - σε λογικότατη τιμή, κάπου γύρω στα 80€ - ένα single board computer που δεχόταν Pentium 4! Εντάξει, ίσως τώρα πια, εν έτει 2017 αυτό να μην δείχνει τόσο εντυπωσιακό, αλλά μην ξεχνάτε ότι αναφερόμαστε σε μία εποχή που ο κόσμος αγόραζε PCs με Pentium 4 ως βασικά μηχανήματα για το σπίτι ή τη δουλειά του. Σα να λέμε, με σημερινά δεδομένα, ότι ήταν ένα SBC με... Intel Core i5!

Με το board αυτό λοιπόν στην κατοχή μου, έβαλα ως στόχο να φτιάξω την υπέρτατη Amiga, την Amiga που θα στέγαζε στο εσωτερικό της την μεγαλύτερη επεξεργαστική ισχύ στην ιστορία - χωρίς φυσικά να παύει ταυτόχρονα να είναι Amiga. Εννοείται πως το όλο εγχείρημα θα στεγαζόταν στο ευρύχωρο case μιας Amiga 2000, καθώς το να χωρέσουν το SBC με την γιγαντιαίων διαστάσεων ψύκτρα του Pentium 4 σε συνδυασμό με τις Zorro κάρτες που θα χρειάζονταν για να καταστήσουν την Amiga "αξιοπρεπή" ήταν απλά αδύνατο να γίνει στο περιορισμένων διαστάσεων case της A3000 ή της A4000...

Η σκέψη μου ήταν να αναβαθμίσω την Amiga 2000 με έναν σταθερό και αξιόλογο επιταχυντή, μία RTG κάρτα γραφικών και μία κάρτα δικτύου. Κατέληξα σε έναν 68030 της GVP με 16MB Fast RAM, μία Picasso II και μία Ariadne. Από την πλευρά του PC όλα περιλαμβάνονταν στην SBC:  κάρτα γραφικών, δικτύου κλπ ήταν όλα εκεί.

Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν αυτό που ούτως ή άλλως ανέμενα να αντιμετωπίσω, δηλαδή η τροφοδοσία του όλου συστήματος: το εκατόν-κάτι Watt "μαμίσιο" τροφοδοτικό της Α2000 προφανώς και δεν ήταν ικανό ώστε να τροφοδοτήσει επαρκώς μία expanded Amiga μαζί με έναν Pentium 4. Για καλή μου τύχη εντόπισα (και αγόρασα) έναν μετατροπέα που έδινε τη δυνατότητα να συνδέσουμε και να χρησιμοποιήσουμε ένα κοινό τροφοδοτικό από PC στην Amiga 2000. Είναι δύσκολο να περιγράψω τη χαρά που ένιωσα όταν, με το νέο τροφοδοτικό και τα πάντα στη θέση τους, άναψα το μηχάνημα και διαπίστωσα ότι είχα video output και από την Amiga αλλά και από το PC... Τώρα πια, το μόνο που έμενε ήταν το software...




Από την πλευρά της Amiga έστησα Amiga OS 3.9, με ανάλυση οθόνης την "ιδιαίτερη" 1152 x 900 pixels, και, φυσικά, το μηχάνημα ήταν εξοπλισμένο με σκληρό δίσκο, οπτικό μέσο και δίκτυο για επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Από την πλευρά του PC εγκατέστησα έναν δίσκο 2,5" (για χωροταξικούς λόγους) dual boot με Windows XP και Windows 7. Μερικές μέρες αργότερα λοιπόν, είχα δύο απολύτως λειτουργικά μηχανήματα να στεγάζονται στο ίδιο σασί και να συνλειτουργούν υποδειγματικά, με το Pentium 4 based PC να τροφοδοτείται από το ISA slot της Amiga. Κι όμως, σαν κάτι να έλειπε: βλέπετε, με τα παλιά bridgeboards μπορούσε ο χρήστης να χρησιμοποιήσει Amiga και PC με τα ίδια μέσα εισόδου και εξόδου (πληκτρολόγιο, ποντίκι, οθόνη). Στην δική μου υλοποίηση, αν και απείρως ισχυρότερη, είχα 2 πληκτρολόγια, 2 ποντίκια και 2 monitors συνδεδεμένα στο case της Amiga 2000. Έπρεπε λοιπόν κάτι να κάνω, ώστε να δώσω στο μηχάνημα τη λειτουργικότητα μιας Amiga με bridgeboard, ενώ ταυτόχρονα να μπορώ να εκμεταλλευτώ την επεξεργαστική ισχύ του Pentium 4. Την λύση θα μου έδινε η Microsoft, με μία εφαρμογή που εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί κομμάτι των Windows, το Remote Desktop...

Έχετε δει ποτέ Amiga με περισσότερα ports; Νομίζω πως όχι...

Κάρτες, δίσκοι...

...και τρελό καλωδιομάνι!

Το παλιό τροφοδοτικό...

...ο adaptor...

...και το νέο τροφοδοτικό.

Ναι, αυτή η κάρτα είναι ένας ολόκληρος υπολογιστής με Pentium 4!
Ένας Remote Desktop client επιτρέπει σε κάποιον να συνδεθεί με ένα PC που τρέχει Windows, αλλά, σε αντίθεση με άλλες λύσεις όπως είναι τα VNC, Teamviewer, AnyDesk κλπ, συνδεόμαστε στον server χρησιμοποιώντας την ανάλυση της οθόνης και το βάθος χρώματος του client PC - πράγμα ιδιαίτερα βολικό εάν ο server έχει μεγαλύτερη ανάλυση ή διαφορετικές αναλογίες από τον client. Ένα ακόμα πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του Remote Desktop είναι ότι είναι πολύ πιο γρήγορο από οποιαδήποτε άλλη λύση remote access/remote control. Τέλος, το μεγαλύτερο plus του Remote Desktop στην δική μου περίπτωση ήταν το ότι υπήρχε client για Amiga!

Πλέον, το μόνο που απέμενε ήταν η υλοποίηση. Δημιούργησα λοιπόν στις εγκαταστάσεις των Windows του SBC χρήστες για Remote Desktop, ενεργοποίησα την remote πρόσβαση και, τέλος, εγκατέστησα τον Remote Desktop client στην Amiga. Μετά από μερικές παραμετροποιήσεις, ο έλεγχος του SBC μέσα από την Amiga ήταν γεγονός! Ιδού:

Browser στην Amiga, browser και στο PC!

Windows XP μέσα στην Amiga; Φυσικά, γιατί όχι;

Ανακεφαλαίωση λοιπόν, για όσους τυχόν μπερδεύτηκαν κάπως: πήρα μία Amiga 2000, της προσέθεσα accelerator, fast RAM, κάρτα γραφικών, κάρτα δικτύου, σκληρό δίσκο και οπτικό μέσο. Εγκατέστησα το AmigaOS 3.9 και τους drivers για τις κάρτες και τις επεκτάσεις. Σε ένα από τα ISA slots της Amiga τοποθέτησα ένα Pentium 4 based single board computer, του έβαλα δίσκο και εγκατέστησα Windows XP και Windows 7. Ενεργοποίησα το Remote Desktop στο PC και εγκατέστησα τον ανάλογο client στην Amiga. Το αποτέλεσμα: μια Amiga 2000 η οποία, όποια στιγμή ήθελα, μπορούσε να μπει σε οποιοδήποτε site ήθελα, να εκτελέσει οποιαδήποτε εφαρμογή επιθυμούσα, γενικώς, να κάνει οτιδήποτε έκανε ένας σύγχρονος υπολογιστής μέσω του PC σε ISA κάρτα που ήταν εγκατεστημένο και τροφοδοτούταν από το motherboard της Amiga! Με λίγα λόγια, μια Amiga 2000 η οποία, όποτε δυσκολευόταν, "δανειζόταν" την ιπποδύναμη του PC - και όλα αυτά μέσα από ένα παράθυρο του Workbench (sorry, AmigaOS)!

Με την ολοκλήρωση του project o ενθουσιασμός μου ήταν έκδηλος, οπότε και ανέβασα το παρακάτω video στο youtube, προκειμένου να επιδείξω τις δυνατότητες του μηχανήματος μου:


Δυστυχώς, αν και το video είχε μεγάλη πέραση (τη στιγμή που γράφω το κείμενο έχει προβληθεί ήδη 89.764 φορές!), πολλοί δεν κατάλαβαν τι ακριβώς έκανα, εξ ου και τα πολλά dislikes αλλά και δεκάδες εμετικά σχόλια...

Σε περίπτωση που κάποιος ενδιαφέρεται να δει το μηχάνημα και να "παίξει" μαζί του, πρέπει να σας πληροφορήσω ότι δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή μου, αλλά θα μπορούσα να φέρω όποιον ενδιαφέρεται σε επαφή με τον τωρινό ιδιοκτήτη του. Κάποιοι με ρωτούν "μα γιατί την πούλησες αυτή την Amiga; Αφού ήταν μοναδική, δεν υπάρχει άλλη παρόμοια!". Η απάντηση είναι απλή: προσέγγισα το όλο θέμα με Καβαφική λογική! Ναι, δεν αστειεύομαι, η όλη μου χαρά, αυτό που με "γέμισε" ήταν το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Τα προβλήματα που συνάντησα, οι λύσεις που έδωσα, τα πραγματάκια που δεν είχα υπολογίσει και έπρεπε να διορθώσω στην πορεία, το fine tuning του μηχανήματος, όλα αυτά. Από τη στιγμή που έλυσα μέχρι και το τελευταίο θέμα, δεν υπήρχε πλέον κάτι που να με δένει άρρηκτα με το μηχάνημα: είχε ήδη εκπληρώσει τον σκοπό του...

Αν κάτσω και κάνω και μελετήσω συνολικά και προσεκτικά τα όσα σας έχω γράψει όλο αυτό το διάστημα μέσα από τη σειρά αναρτήσεων "Once We Were Kings", καταλήγω ότι η Amiga 2000 της παρούσας ανάρτησης ήταν το πλέον μεγαλεπήβολο project μου και σίγουρα, το τελευταίο τέτοιας εμβέλειας και τέτοιου κόστους. Μετά απ' αυτό είχα αδειάσει τόσο πολύ ψυχολογικά που πούλησα ό,τι Amiga είχα και δεν είχα, με αποτέλεσμα να μείνω χωρίς έστω μια Amiga 500 για περίπου 2 χρόνια! Προσωπικά θεωρώ ότι η όλη ιστορία άξιζε τον κόπο και με το παραπάνω, γιατί επί αρκετά χρόνια και ξοδεύοντας πολλά χρήματα και αμέτρητες ώρες, προσπάθησα να εκμεταλλευτώ στο έπακρο την πλατφόρμα της classic Amiga, πηγαίνοντάς την σε σημεία πολύ πέρα του πλαισίου που οριοθετούσε ο σχεδιασμός της. Και αυτό για μένα δείχνει και τον σεβασμό στην πλατφόρμα, αυτό το "ξεζούμισμα". Αν αναλώνεται κανείς απλά στο να παίζει Sensible με την Amiga του δεν πάει να πει ότι δεν την αγαπάει ή κάτι τέτοιο, αλλά ότι η θέση που έχει στην καρδιά του είναι αυτή που θα μπορούσε να έχει μια οποιαδήποτε παιχνιδομηχανή. Και αυτό είναι πέρα για πέρα άδικο, αφού η Amiga ήταν τελικά πολλά περισσότερα από μια παιχνιδομηχανή...

Νομίζω ότι πλέον φτάσαμε στο τέλος. Αυτή η σειρά αναρτήσεων εξιστόρησε (αρκετά αναλυτικά, θεωρώ) τις περιπέτειές μου με διάφορα μοντέλα της Amiga επί σειρά ετών. Και νομίζω ότι αποδεικνύει και με το παραπάνω στους haters ότι κάθε άλλο παρά αντιπαθώ την πλατφόρμα αυτή. Απλά δεν ασπάζομαι επ' ουδενί τον τυφλό οπαδικό φανατισμό - nothing more, nothing less...

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Eurobasket '87

14 Ιουνίου 2017 σήμερα, και βρίσκομαι στην ευτυχή θέση να σας ανακοινώσω ότι κυκλοφόρησε το 16ο τεύχος του αγαπημένου και μοναδικού αποκλειστικά έντυπου retro περιοδικού στην Ελλάδα, του Retro Planet. Όσο όμως κι αν όλοι εμείς που συνεργαζόμαστε για να γίνεται αυτό το περιοδικό κάθε 3 μήνες πραγματικότητα θεωρούμε σημαντική την κυκλοφορία ενός ακόμα τεύχους, η αλήθεια είναι ότι η σημερινή ημέρα είναι πολύ πιο σημαντική για έναν άλλο λόγο. Ναι, ίσως να το θυμόσασταν έτσι κι αλλιώς, ίσως να προλάβατε να το διαβάσετε αλλού, το γεγονός όμως είναι ότι σήμερα συμπληρώνονται 30 χρόνια από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987 από την Ελλάδα. Συνεπώς, όσο κι αγαπάμε το Retro Planet, όσο κι αν αποτελεί πνευματικό μας τέκνο, σήμερα οφείλω να ασχοληθώ με την επέτειο εκείνης της μοναδικής Κυριακής, 30 χρόνια πίσω, στον καυτό Ιούνη του 1987...

Μπορεί κάποιος (εύλογα;) να αναρωτηθεί τι δουλειά έχει η επέτειος ενός αθλητικού γεγονότος με ένα περιοδικό για retro computers και ένα blog αντίστοιχου περιεχομένου. Θα απαντήσω ότι πέραν του προφανούς (υπάρχει κάτι πιο retro από το Eurobasket '87;), η 14η Ιουνίου του 1987 ήταν η ημέρα που συνέβη ένας (αθλητικός) άθλος ο οποίος, σε αντίθεση με δεκάδες κατακτήσεις τίτλων που μπορεί να έχει πανηγυρίσει ο καθένας μας, ναι, αυτός άλλαξε τη ζωή μας! Και την άλλαξε, γιατί πέραν του ότι γέννησε το επαγγελματικό μπάσκετ στην Ελλάδα, έκανε όλους μας να αισθανθούμε - έστω και για λίγο - κάτι παραπάνω από παρίες της Ευρώπης.


Ως Παναθηναϊκός είχα δεκάδες φορές μέχρι τώρα την ευκαιρία να πανηγυρίσω κάποια νίκη, κάποιον τίτλο ή κάποια διάκριση της ομάδας μου: πιο πρόσφατα αυτής του μπάσκετ, παλαιότερα αυτής του ποδοσφαίρου. Το ίδιο φυσικά έχει συμβεί με Ολυμπιακούς, ΑΕΚτσήδες, ΠΑΟΚτσήδες κλπ. Όλα καλά και όλα ωραία, αλλά η χαρά, η ικανοποίηση, η υπερηφάνεια που έδωσε σε όλους μας η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987 δεν συγκρίνεται με τίποτα. Ίσως με την κατάκτηση του Euro 2004 στο ποδόσφαιρο, αλλά και πάλι, τότε δεν ήταν η πρώτη μας φορά: το 1987 ήταν.

Μιλάμε για την Ελλάδα, μια χώρα η οποία - τουλάχιστον για τη δική μου γενιά - σου δίνει καθημερινά δεκάδες λόγους να σκύβεις το κεφάλι από ντροπή. Για το ανύπαρκτο κράτος, για τους παρτάκηδες συμπολίτες σου, για την παροιμιώδη τσαπατσουλιά και τον μοναδικό ωχαδερφισμό, για, για, για... Πότε όμως πραγματικά αισθάνθηκες υπερήφανος που είσαι Έλληνας; Πότε ένιωσες ότι μπορείς να κοιτάξεις αφ' υψηλού τους "κρύους" δυτικοευρωπαίους και τους Βαλκάνιους γείτονές σου; Μην κοροϊδευόμαστε, η Ελλαδίτσα δεν έχει μεγάλο παλμαρέ από διακρίσεις στα γράμματα και τις τέχνες: αν κάτι έχει να επιδείξει, είναι διακρίσεις στον αθλητισμό. Τότε, το μακρινό πια 1987, για όσους τυχόν δεν θυμούνται, οι μεγάλες αθλητικές στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας ήταν αμφότερες σε επίπεδο συλλόγων (κύπελο κυπελλούχων το 1968 στο μπάσκετ από την ΑΕΚ, τελικός κυπέλλου πρωταθλητριών στο ποδόσφαιρο το 1971 από τον Παναθηναϊκό). Ποιος άραγε περίμενε όταν ξεκινούσε η διοργάνωση, ότι μια παρέα από ψιλόλιγνους (εντάξει, οι περισσότεροι εξ' αυτών) αθλητές υπό την καθοδήγηση του Κώστα Πολίτη θα μας έφερνε στην κορυφή της Ευρώπης για πρώτη φορά σε ομαδικό άθλημα και για πρώτη φορά σε επίπεδο εθνικών ομάδων;

Είναι πραγματικά ελάχιστες οι φορές που αισθάνθηκα εθνικά υπερήφανος στη ζωή μου. Οποιοσδήποτε έχει ζήσει σε αυτόν τον τόπο και έχει δει και κάποιες άλλες χώρες, μπορεί εύκολα να καταλάβει το γιατί. Δεν μπορείς, δεν είναι λογικό, δεν γίνεται να ζεις σε μια τριτοκοσμική χώρα - που κατ' εξαίρεση ανήκει γεωγραφικά στην Ευρώπη - και να αισθάνεσαι καλά με αυτό. Δεν μπορείς να βλέπεις γύρω σου τα πάντα να καταρρέουν και να αντιτάσσεις (πραγματικά αστεία) επιχειρήματα του τύπου "όταν εμείς φτιάχναμε την Ακρόπολη οι άλλοι ήταν πάνω στα δέντρα και έτρωγαν βελανίδια". Πραγματικά, δεν γίνεται. Αν όλα σου τα επιτεύγματα ως έθνος ανάγονται στην εποχή πριν από τη γέννηση του Χριστού τότε μάλλον πρέπει να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να κάνεις την αυτοκριτική σου. Και να αποφασίσεις να προσπαθήσεις να αλλάξεις κάτι. Ε, αυτοί οι τύποι λοιπόν, τα παιδιά που αποτέλεσαν την αποστολή της εθνικής ομάδας της Ελλάδας στο Eurobasket '87, αυτό ακριβώς έκαναν!


Τι κι αν δεν είχαν κατακτήσει τίποτα ποτέ τους; Τι κι αν κάθε τους συνάντηση με οποιαδήποτε άλλη αξιόλογη ευρωπαϊκή ομάδα είχε ως αποτέλεσμα ήττα, κατεβασμένα μούτρα και πληγωμένους εγωισμούς; Όχι πια, όλα θα τελείωναν εδώ. Ο Νίκος Γκάλης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης (πραγματικά πληκτρολογώ με ρίγος τα ονόματα των τεράστιων αυτών αθλητών), ο Παναγιώτης Φασούλας, ο Φάνης Χριστοδούλου, ο Αργύρης Καμπούρης, ο Λιβέρης Ανδρίτσος, ο (παραλίγο μοιραίος) Μέμος Ιωάννου, ο Μιχάλης Ρωμανίδης, ο Νίκος Φιλίππου, ακόμα και ο Νίκος Λινάρδος με τον Παναγιώτη Καρατζά, πήραν τη γενναία απόφαση να σταθούν, για πρώτη ίσως φορά, ως ίσοι προς ίσους απέναντι σε ομάδες-μεγαθήρια και αθλητές-κολοσσούς, και να τους κοιτάξουν στα μάτια. Και να πουν "εδώ είναι Ελλάδα, αυτή τη φορά δεν θα πέσουμε χωρίς να πολεμήσουμε". Και δεν έπεσαν.

Παρά την - με αρκετό διαιτητικό σπρώξιμο, όπως μας είχε πείσει ο μακαρίτης ο Φίλιππας ο Συρίγος - ήττα στην φάση των ομίλων από την μεγάλη Σοβιετική Ένωση, παρά την απρόσμενη συντριβή από την Ισπανία (ποτέ το μπασκετικό DNA των Ιβήρων δεν ήταν συμβατό με το δικό μας) φτάσαμε να τα παίξουμε όλα για όλα, για μια ακόμα φορά απέναντι στην εθνική ομάδα της Γαλλίας. Ε, μετά από αυτή τη νίκη και την πρόκριση της εθνικής μας στα νοκ άουτ παιχνίδια, πλέον μονάχα ο ουρανός ήταν το όριο.

"Τους κοιτούσαμε στα μάτια κατά τη διάρκεια της προθέρμανσης και βλέπαμε ότι φοβόντουσαν" είχαν δηλώσει αργότερα οι παίκτες της εθνικής μας ομάδας για τους Ιταλούς. Ε, πώς να μην τους κερδίζαμε; Εδώ, στον επόμενο αγώνα, ακόμα και η τεράστια Γιουγκοσλαβία του μοναδικού Ντράζεν Πέτροβιτς λύγισε (για 2η φορά, μάλιστα) απέναντι στα μαγικά του Νίκου Γκάλη, τα τρίποντα του Φάνη, την ψυχή του Παναγιώτη Γιαννάκη και τους 15.000 τρελαμένους στις κερκίδες του σταδίου Ειρήνης και Φιλίας...

Όταν πια έφτασε η Κυριακή, 14 Ιουνίου (που κάθε άλλο παρά συννεφιασμένη αποδείχτηκε για όλους μας), έχω την αίσθηση ότι οι μόνοι που φοβόμασταν την "Σοβιετική αρκούδα" ήμασταν εμείς που θα βλέπαμε το παιχνίδι απ' έξω, απ' τις κερκίδες του ΣΕΦ ή τις τηλεοράσεις μας. Αυτοί που κατέβηκαν να παίξουν, δεν τρόμαξαν ούτε στιγμή μπροστά στην αρμάδα του Αλεξάντερ Γκομέλσκι. Δεν υπήρχαν Βάλτερς, Χομίτσιους, Γκομπόροφ, Τκατσένκο, Μαρτσουλιόνις, Γιοβάισα, Ταρακάνοφ, Πανκράσκιν παρά μόνο κάποιες θολές φιγούρες με κόκκινες φανέλες και σορτσάκια ανάμεσα σε αυτούς και το κύπελλο του πρωταθλητή Ευρώπης. Όχι, ακόμα και απέναντι στον "κολοσσό των 200 εκατομμυρίων κατοίκων" (αξέχαστες ατάκες του Συρίγου) δεν θα δείλιαζαν, δεν θα τα παρατούσαν, δεν θα το έβαζαν στα πόδια. Τουλάχιστον όχι αν δεν έδιναν ό,τι είχαν και δεν είχαν, αν δεν άφηναν μέχρι και την ψυχή τους στο παρκέ του ΣΕΦ. Και αυτό έκαναν.


Αν κάποιοι σας έχουν πρήξει τ' αυτιά με ατάκες του τύπου "το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής" ή αναφέρονται στο Ευρωμπάσκετ του '87 ή απλά λένε βλακείες για να σας πείσουν ότι είστε ανώτεροι από τους υπόλοιπους κι ότι ανήκετε σε κάποια ξεχωριστή ράτσα (είπαμε, απόγονοι του Περικλή και τα ρέστα). Αλλά, αν αναφερόμαστε στο Ευρωμπάσκετ του '87, τότε ναι, το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής υπήρξε και κατατέθηκε στο 100% του στο παρκέ του γηπέδου. Μαζί με μερικές δεκάδες καλάθια του Νίκου Γκάλη και των υπολοίπων.

Ξεκίνησα να γράψω μια-δυο αράδες και βλέπω ότι αν με αφήσουν, δεν πρόκειται να σταματήσω ούτε το βράδυ. Συγγνώμη, αλλά κάποιες φορές το μυαλό σου ταξιδεύει και τα δάχτυλα ακολουθούν, προσπαθώντας να μεταφέρουν λέξεις και εικόνες μέσω του πληκτρολογίου. Δεν σκοπεύω να σας πρήξω άλλο, αλλά είναι η αλήθεια ότι κάθε φορά που φέρνω στο μυαλό μου το Ευρωμπάσκετ του '87 και το πώς αυτό το γεγονός μας έκανε για πρώτη φορά να μην αισθανόμαστε ως οι "πτωχοί πλην τίμιοι" γείτονες των υπολοίπων Ευρωπαίων αλλά (τουλάχιστον) ως ισάξιοί τους, δεν μπορώ παρά να συγκινηθώ. Γιατί νιώθω και καταλαβαίνω ότι στην τελική αν σκύβαμε ταπεινά τα κεφάλια κάτω και δουλεύαμε ενωμένοι για τη χώρα μας, όπως έκανε εκείνη η παρέα που αποτέλεσε την εθνική του '87, το μέλλον δεν θα διαγραφόταν τόσο δυσοίωνο όσο σήμερα...

Σας ευχαριστούμε που μας δώσατε το παράδειγμα.

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Προσοχή: έρχονται οι αράχναις!

Θα ήθελα καταρχάς να ζητήσω συγγνώμη για την πολυήμερη στασιμότητα του blog (ήτοι: πλήρης απουσία νέων αναρτήσεων). Είναι κάποιες μέρες που απλά δεν υπάρχει διάθεση για γράψιμο - σε συνδυασμό φυσικά με την απουσία της μεγάλης, της συγκλονιστικής είδησης που θα σε (με) κάνει να πιάσεις το πληκτρολόγιο και να γράψεις 2-3 αράδες που να διαβάζονται ευχάριστα. Πάντως, με αυτή την - ας την πούμε - αποχή από κάθε retro δραστηριότητα σχετική με το blog κατάφερα να δημιουργήσω νέο προσωπικό ρεκόρ "νέκρας", με μία ολόκληρη εβδομάδα να μεσολαβεί μεταξύ της ανάρτησης που διαβάζετε και της αμέσως προηγούμενης. Δεν το λες και καλό σημάδι...

Εν συνεχεία οφείλω να τονίσω πως όποιος δεν έπιασε το ορθογραφικό λάθος του τίτλου καλά θα κάνει να επιστρέψει στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου (ή, εναλλακτικά, να γίνει μέλος του κοινοβουλίου: κι εκεί το επίπεδο ίδιο είναι και χωρίς μάλιστα τη δικαιολογία της νεαρής ηλικίας).


Το παιχνίδι με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα ονομάζεται "Spyders" - εξ' ου και το "αράχναις", με το ορθογραφικό λαθάκι να αποτελεί το αλατοπίπερο του τίτλου χωρίς παράλληλα να επηρεάζει την προφορά αυτού σε σχέση με την σωστή λέξη και την ορθή γραφή αυτής. Ας αφήσουμε όμως τα περί γλώσσας, και ας ασχοληθούμε με τις αράχναις (γαμώτο, θα μου κολλήσει!)...


Το Spyders, σύμφωνα με τα όσα μας λέει ο δημιουργός του, ο Mr. Nop, είναι ένα multi chapter arcade shooter (πολύ) παλιάς κοπής για τον Commodore PET. Που όμως φτιάχτηκε πρώτα σε Commodore 64. Και τελικά έχει  - μέχρι στιγμής, τουλάχιστον - ένα μονάχα chapter (ναι, σωστά καταλάβατε, αυτό που κυκλοφόρησε είναι το 1ο κεφάλαιο). Το Spyders βασίζεται σε arcade megahits του παρελθόντος, όπως είναι τα Space Invaders, Gorf και Galaga αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε, όποιες κι αν είναι οι επιρροές, οι ομοιότητες με το Space Invaders είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ελάττωμα ή μειονέκτημα του παιχνιδιού. Ίσα-ίσα, πρόκειται για έναν αξιοπρεπέστατο κλώνο του all-time classic της Taito, που έχει εμπλουτιστεί με ωραία ingame μουσική από τον Richard Bayliss (στην έκδοση για 64άρη) και δυνατότητα χρήσης ασπίδας. Κατά τα άλλα, έχουμε πάνω-κάτω ένα Space Invaders με αράχνες...

Το Spyders είναι μια ενδιαφέρουσα νέα κυκλοφορία η οποία, αν δεν προκαλέσει ρίγη συγκίνησης στους κατόχους Commodore 64, μάλλον θα καταφέρει να το κάνει στους ιδιοκτήτες ΡΕΤ, καθώς εκεί τα καινούρια παιχνίδια μετριούνται στα δάχτυλα των χεριών... κουλού! Και στα 2 formats πάντως το παιχνιδάκι είναι διασκεδαστικό και ευχάριστο, και αξίζει να το δοκιμάσετε.


Μπορείτε να κατεβάσετε την έκδοση για Commodore 64 από εδώ και την έκδοση για Commodore PET από εδώ. (Πηγή: Indie Retro News).

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

The Treasure of Lumos: ο πιο εύκολος θησαυρός της ζωής σας!

Το The Treasure of Lumos είναι ένα ολοκαίνουριο παιχνιδάκι για τον ZX Spectrum από τον Jaime Grilo. Αν και δεν αναφέρεται κάπου, δείχνει σαν να αποτελεί ένα ακόμα προϊόν του Arcade Game Designer του Jonathan Cauldwell, αλλά, μιας και δεν το γνωρίζω από πρώτο χέρι ας το θεωρήσουμε ως πιθανότητα και όχι ως γεγονός.

Όπως και να 'χει, έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμα platformer, απ' αυτά που η συλλογή του δημοφιλούς Speccy αριθμεί - κυριολεκτικά - χιλιάδες. Αλλά το The Treasure of Lumos δεν μοιάζει πολύ με κανένα απ' αυτά, και το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια.


Το πρώτο που παρατηρεί κανείς φορτώνοντας το παιχνίδι είναι η παντελής απουσία loading screen, κάτι που μάλλον ξενίζει αρνητικά. Στη συνέχεια βέβαια θα διαπιστώσουμε ότι ο αισθητικός τομές δεν είναι το δυνατό στοιχείο του Treasure of Lumos...


Μετά την ολοκλήρωση του φορτώματος πληροφορούμαστε για τα πλήκτρα του παιχνιδιού και, παίρνοντας για μία ακόμα φορά στην ταλαίπωρη gaming καριέρα μας τον ρόλο του ατρόμητου εξερευνητή καλούμαστε να περισυλλέξουμε τουλάχιστον 35 (από τα 40) πολύτιμα αντικείμενα, προκειμένου να γίνει δικός μας ο μονάκριβος θησαυρός του Lumos. Θα περίμενε κανείς να διαβάσει τώρα κάτι του στυλ "η αποστολή μας όμως δεν είναι εύκολη, καθώς δεκάδες εχθροί κάθε λογής βρίσκονται διασκορπισμένοι στις πίστες του παιχνιδιού με μόνο σκοπό την επαφή με τον ήρωά μας και την αφαίρεση μίας από τις 5 ζωές μας". Το οποίο ναι μεν δεν είναι ψέμα αλλά, από την άλλη, όποιος στο παρελθόν έχει χαρεί (ή βλαστημήσει) με κλασικά platformers του τύπου Manic Miner, Sir Lancelot, Jet Set Willy κλπ θα διαπιστώσει ότι δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Ας πούμε, εγώ προσωπικά έχω περάσει δεκάδες ώρες παίζοντας τα δημιουργήματα του Matthew Smith και, παρόλα αυτά - και παρότι δεν σταμάτησα ποτέ να το προσπαθώ - δεν ολοκλήρωσα ποτέ το Manic Miner (για το Jet Set Willy δεν το συζητάμε καν). Ε, το Treasure of Lumos το τελείωσα την πρώτη φορά που το έπαιξα!


Ναι, δεν κάνω πλάκα, το παιχνιδάκι είναι πάρα πολύ εύκολο. Τα γραφικά του είναι πολύ απλά - δεν θα τα έλεγες ωραία σε καμία περίπτωση - αλλά κάνουν τη δουλειά τους, τα controls λειτουργικότατα, ο ήχος σχεδόν απουσιάζει παντελώς (ούτε λέξη να γίνεται για μουσική) αλλά, όπως έγραψα, το κυριότερο στοιχείο του Treasure of Lumos είναι η ευκολία του. Από τη μία αυτό είναι καλό (λιγότερα σπασμένα νεύρα και καθόλου σπασμένα πληκτρολόγια) από την άλλη όμως, η μέγιστη διάρκεια του παιχνιδιού είναι μετά βίας 10 λεπτά!


Προφανώς λοιπόν, με αυτά τα επίπεδα δυσκολίας το παιχνίδι για να είναι πραγματικά αυτό που λέμε challenging θα έπρεπε να διαθέτει διπλάσιες ή, ακόμα καλύτερα, τριπλάσιες πίστες. Κρίμα, γιατί τα επίπεδα είναι σωστά και έξυπνα σχεδιασμένα. Θεωρώ ότι το Treasure of Lumos θα πρέπει να το δει κανείς όχι ως ένα ολοκληρωμένο παιχνίδι, αλλά ως μια καλή προσπάθεια από έναν υποσχόμενο δημιουργό. Ευελπιστούμε λοιπόν στο μέλλον να δούμε κάτι σαφώς μεγαλύτερο και - μεγάλο παράπονο - με ingame μουσική. Ζητάω πολλά;


Αν θέλετε, μπορείτε να κατεβάσετε το The Treasure of Lumos από εδώ. (Πηγή: Indie Retro News).

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

The Spectrum Show επεισόδιο 61

Μέσα στην γενικότερη... Spectrumίτιδα (!) που μας έχει πιάσει τον τελευταίο καιρό λόγω κυρίως της αναμπουμπούλας που προκάλεσε στα λιμνάζοντα ύδατα της retro κοινότητας η καμπάνια για τον ZX Spectrum Next στο Kickstarter που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες, εμφανίστηκε και ο αγαπητός Paul Jenkinson με ένα ακόμα επεισόδιο του  The Spectrum Show, το 61ο, το οποίο αποτελεί και τον προπομπό της 7ης σεζόν.

Πέραν της συνέπειας του Paul που μπορεί να χαρακτηρισθεί τουλάχιστον ως αξιοθαύμαστη, θα πρέπει να σταθούμε και στο υλικό του επεισοδίου αρ. 61: έχουμε λοιπόν νέα και top παιχνίδια από τον Νοέμβριο του 1987, παρουσίαση ενός μάλλον σπάνιου περιφερειακού που επιτρέπει έλεγχο παιχνιδιών με φωνητικές εντολές (!), reviews παλιών και νέων παιχνιδιών και demos, ρεπορτάζ από την έκθεση Retro Revival 2017 και μια κουβέντα με τον Geoff Neil για τα computer shops και τα πολυκαταστήματα που πουλούσαν υπολογιστές στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, οπότε και μεσουράνησε ο Spectrum. Πλούσια και χορταστική ύλη, αν μη τι άλλο, οπότε δεν χωράνε δικαιολογίες: κάντε click στο βίντεο που ακολουθεί και απολαύστε ένα μισάωρο αφιερωμένο στον Spectrum!